Greek National Pride

εγκυρη, αμερόληπτη ενημέρωση

- ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΟΥ ΟΜΗΡΟΥ -

ΟΜΗΡΟΣ

 

Ι. Θ. Κακριδή

Στο άρθρο του Albin Lesky για τον ‘Ομηρο στον 11ο συμπληρωματικό τόμο της Realencyclopadie1 αφιερώνονται έξι μόνο στήλες για τη βιογραφία του ποιητή, ενώ η ανάλυση του έργου του διεκδικεί πάνω από εκατόν πενήντα. Η δυσαναλογία αυτή δεν πρέπει να μας παραξενεύει, γιατί για το μελετητή της τέχνης του λόγου το έργο έχει πολύ πιο μεγάλη σημασία από τα προσωπικά στοιχεία του ποιητή του.

Για τον ‘Ομηρο υπάρχει μία πρόσθετη δικαιολογία για την άνιση αυτή μεταχείριση του προσώπου του: Την Ιλιάδα και την Οδύσσεια τις έχουμε μπροστά μας αλώβητες, για τον ίδιο όμως τον ποιητή οι σύγχρονές του έγκυρες μαρτυρίες απουσιάζουν. Στα χρόνια που έζησε ο ποιητής -β΄ μισό του 8ου π.Χ. αιώνα- κανείς δεν έδινε σημασία στα βιογραφικά ενός ανθρώπου, όσο τιμημένος και να ήταν. Τα δύο έργα του Ομήρου ανήκουν άλλωστε στην επική ποίηση, που από τη φύση της αποφεύγει κάθε αναφορά στο πρόσωπο του ποιητή.

‘Ετσι, ύστερα από τόσες προσπάθειες, εξακολουθεί ακόμα και σήμερα να μας ξεφεύγει κάθε τι που σχετίζεται με τον ‘Ομηρο ως πρόσωπο: πατρίδα, γονείς, γυναίκα και παιδιά, ταξίδια, δοκιμασίες, ελπίδες, φόβοι, ενθουσιασμοί, αποκαρδιώματα.

‘Οταν άλλες πηγές μας αρνιούνται κάθε τεκμηριωμένη πληροφορία για το πρόσωπο του Ομήρου, το μόνο που μας μένει είναι η προσφυγή στο ίδιο το έργο, μήπως μπορεί αυτό να μας αποκαλύψει κάτι από την προσωπικότητα του δημιουργού του, όσο δύσκολη και αν είναι η ανίχνευση προσωπικών στοιχείων σ’ ένα έργο θεληματικά απρόσωπο και όση προσοχή και αν χρειάζεται να μην παρασυρθούμε σε βιαστικά συμπεράσματα.

Για να προλάβουμε μια παρεξήγηση: Ειδήσεις για τη ζωή του Ομήρου έχουμε πολλές από την αρχαιότητα, μόνο που δεν μπορούμε να τις εμπιστευτούμε. Από τον 7ο π.Χ. αιώνα κιόλας, όσο η δόξα του ποιητή μεγάλωνε, άλλο τόσο μεγάλωνε η επιθυμία να συνθέσουν τη βιογραφία του. το υλικό όμως που χρησιμοποιούσαν για τη σύνθεση αυτή στηριζόταν στα βιογραφικά των σύγχρονων αοιδών, όχι σε αυθεντικές πληροφορίες για τον παλιό ‘Ομηρο. Ακόμα, στις βιογραφίες αυτές γρήγορα επικρατούσε το ανεκδοτολογκό στοιχείο, που η αναξιοπιστία του είναι από την ίδια τη φύση της ανεκδοτολογίας δοσμένη.

Κύριοι φορείς και διαδότες της βιογραφικής αυτής παράδοσης δεν μπορεί να είναι άλλοι από τις συντεχνίες των αοιδών και, αργότερα, των ραψωδών2. Οι αοιδοί και οι ραψωδοί -αυτοί κατά πρώτο λόγο ένιωθαν υποχρεωμένοι να ξέρουν για τη ζωή του Ομήρου, ώστε να μπορούν να ικανοποιούν την περιέργεια των ακροατών τους, όταν γύρευαν να μάθουν πότε, πού και πώς πορεύτηκε πάνω στη γη ο ποιητής που τόσο τους γοήτευε.

Από τον 6ο π.Χ. κιόλας αιώνα η ποικίλη αυτή βιογραφική παράδοση συσφαιρώνεται σε μεγαλύτερες ενότητες και καταγράφεται. Και αργότερα όμως συνεχίζεται η αναθεώρηση και ο εμπλουτισμός της με νέα στοιχεία, ώσπου φτάνουμε στους αυτοκρατορικούς χρόνους. σ’ αυτούς ανήκουν οι επτά Βίοι του Ομήρου που μας παραδόθηκαν από την αρχαιότητα3. ‘Ενας από τους Βίους έχει τον τίτλο Αγών Ομήρου και Ησιόδου, γιατί, μέσα σε άλλα, περιγράφει έναν αγώνα ανάμεσα στους δύο ποιητές.

Στα χρόνια τα παλιά ήταν συνήθεια, όταν πέθαινε κάποιος τρανός άρχοντας, να τον τιμούν με αγώνες γύρω από τον τάφο του, αγώνες όχι μόνο γυμνικούς, αυτό θα πει: αθλητικούς, αλλά και μουσικούς, εμείς θα λέγαμε: καλλιτεχνικούς. συναγωνίζονταν δηλαδή και στην απαγγελία ποιητικών έργων σχετικών με τη ζωή και τα έργα των θεών και των ηρώων, στο τραγούδι με τη συνοδεία κιθάρας ή αυλού, στο χορό κ.τ.ό. ‘Ετσι, όταν λέει ο βασιλιάς της Χαλκίδας Αμφιδάμας σκοτώθηκε στον πόλεμο, ο γιος του ο Γανύχτορας οργάνωσε στην κηδεία του αγώνες, και γυμνικούς και μουσικούς: πάντας τους επισήμους άνδρας ου μόνο ρώμη και τάχει, αλλά και σοφία επί τον αγώνα μεγάλαις δωρεαίς τιμών συνεκάλεσεν.

Τη μέρα που είχε οριστεί για τους μουσικούς αγώνες, παρουσιάστηκαν στους κριτές ο ‘Ομηρος και ο Ησίοδος, μεγάλος και αυτός ποιητής από την ‘Ασκρα της Βοιωτίας, και δήλωσαν πως ήθελαν να αντιμετρηθούν μεταξύ τους στην τέχνη της ποίησης. άλλος ποιητής δεν είχε τολμήσει να διεκδικήσει το στεφάνι της νίκης.

Παράξενος μα την αλήθεια αγώνας! Στην πραγματικότητα, ο Ησίοδος δεν παραβγαίνει με τον ‘Ομηρο παρά μόνο στον τελευταίο γύρο. όλη την άλλη ώρα δεν κάνει άλλο από το να βάζει τον ‘Ομηρο σε δοκιμασία προβάλλοντάς του τα πιο δύσκολα προβλήματα, όχι τόσο σχετικά με την τέχνη της ποίησης, και ζητώντας να του τα λύσει την ίδια στιγμή, σαν τον κακότροπο δάσκαλο, που θέλει οπωσδήποτε να βγάλει σκάρτο το μαθητή του:4 Πες μου, τι είναι το καλύτερο πράγμα στον άνθρωπο; Ποια είναι η πιο μεγάλη χαρά του ανθρώπου; Πόσοι ακριβώς ήταν οι ‘Ελληνες που πήραν μέρος στην Τρωική εκστρατεία; Πώς θα μπορούσαν οι πολιτείες να κυβερνηθούν με τον πιο σωστό τρόπο; -και άλλα πολλά. Και ο ‘Ομηρος, αντί να διαμαρτυρηθεί που δεν τον άφηναν να στριμώξει και αυτός τον Ησίοδο με παρόμοια προβλήματα, αποκρίνεται πρόθυμα σε ό,τι τον ρωτάει ο άλλος και με τόσην ετοιμότητα και ευστοχία, ώστε ο λαός που παρακολουθεί τον αγώνα ολόγυρα φωνάζει πως νικητής δεν μπορεί να είναι άλλος από τον ‘Ομηρο.

Κριτής του αγώνα είναι μαζί με μερικούς επίσημους Χαλκιδιώτες ο Πανήδης, ο αδερφός του νεκρού βασιλιά, και δεν βιάζεται να βγάλει απόφαση. πιο πριν θα ήθελε, λέει, ν’ ακούσει μια περικοπή από το έργο του καθενός, και μάλιστα αυτήν που πίστευε πως ήταν η πιο όμορφη που έγραψε. Πρώτος ο Ησίοδος απαγγέλνει δέκα στίχους από το ποίημά του “‘Εργα και Ημέραι”, εκεί που ορίζει πότε πρέπει να γίνονται οι διάφορες δουλειές του ξωμάχου (383κ.):
 
Σαν πάρει η Πούλια και σηκώνεται, μαζί που φέξει ο γήλιος,
βάλε και θέριζε. σαν άρχισε να βασιλεύει, σπέρνε.
το ξέρεις πως κρυμμένη βρίσκεται σαράντα μερονύχτια,
και ξεπροβάλλει με το γύρισμα του χρόνου, απά στην ώρα
που οι θεριστάδες τα δρεπάνια τους να τ’ ακονίσουν παίρνουν.
Αυτό είναι το σωστό στα χτήματα τα χαμηλά, για μένεις
δίπλα στο ακρόγιαλο, για βρίσκεσαι μακριά απ’ την κυματούσα
τη θάλασσα, βαθιά σε λάκκωμα, που ‘χει παχύ το χώμα.
Και τη σπορά γυμνός και στ’ όργωμα γυμνός κρατήσου πάντα,
γυμνός και σα θερίζεις, κι έχουνε τα στάχια πια μεστώσει

‘Οταν έρχεται η σειρά του Ομήρου, ο ποιητής διαλέγει από την Ιλιάδα τους στίχους που περιγράφουν την παράταξη των Ελλήνων την ώρα που δέχονται την επίθεση των Τρώων (Ν 126-33 και 339-44):

Γύρω απ’ τους δυο τους Αίαντες στάθηκαν μεμιάς οι Αργίτες τότε,
τόσο γεροί, που κι ο ‘Αρης νά ‘ρχουνταν δε θά ‘βρισκε ψεγάδι,
μηδέ η Παλλάδα η στρατολάτισσα. τι διαλεχτοί αντριωμένοι
τους Τρώες προσμέναν και τον ‘Εχτορα. και κλείσαν τις γραμμές τους
σκουτάρι με σκουτάρι αγγίζοντας, κοντάρι με κοντάρι.
σκούδο το σκούδο σφιχτοσμίγουνταν, κράνος στο κράνος, άντρας
στον άντρα. κι ως εσκύβαν, άγγιζαν στ’ αλογομουρίσια κράνη
ψηλά τα κέρατα τα λιόλαμπρα. τόσο πυκνά αρμοδέναν…
Κι η φάουσα μάχη ορθανατρίχιασεν απ’ τα μακριά κοντάρια,
που εκράτουν και θερίζαν γύρα τους. και θάμπωναν τα μάτια
απ’ τη χαλκένια φλόγα που ‘βγαζαν τ’ αστραποβόλα κράνη
κι οι φρεσκογυαλισμένοι θώρακες και τα λαμπρά σκουτάρια,
όλοι μαζί ως τραβούσαν. σίδερο θα ‘χε καρδιά ο που τό ‘δε
τέτοιο κακό κι εχάρη μέσα του, χωρίς να καρδιοσώσει.

Τώρα κι αν είναι που ο κόσμος ενθουσιάζεται με τον ‘Ομηρο και γυρεύει να του δοθεί το στεφάνι της νίκης. και μπορούμε να φανταστούμε το ξάφνιασμά του, όταν βλέπει τον Πανήδη να στεφανώνει τον Ησίοδο λέγοντας πως το σωστό είναι να νικά αυτός που καλεί τους ανθρώπους στα ειρηνικά έργα των ξωμάχων, όχι αυτός που ιστορεί σφαγές και πολέμους.

Ο ‘Ομηρος είχε νικηθεί, όχι γιατί δεν ήταν ποιητής ασύγκριτα πιο μεγάλος από τον Ησίοδο, αλλά γιατί προτίμησε να περιγράψει έναν πόλεμο. Τα κριτήρια που έσπρωξαν τον Πανήδη να του αμφισβητήσει τη νίκη ήταν λοιπόν πολιτικά, όχι αισθητικά.

Ας ξεκαθαρίσουμε ένα πράγμα πρώτα: Ο αγώνας αυτός στην πραγματικότητα δεν έγινε ποτέ, μέσα σε άλλα και γιατί ο Ησίοδος ήταν μία γενιά πιο νέος από τον ‘Ομηρο και δεν υπάρχει αμφιβολία πως οι δρόμοι τους δεν διασταυρώθηκαν ποτέ. ‘Ηταν μόνο η φαντασία των μεταγενέστερων Ελλήνων που θέλησε να φέρει αντιμέτωπα δύο μεγάλα τιμημένα ονόματα, που το ένα τους εκπροσωπούσε την ηρωική, το άλλο τη διδαχτική που λέμε επική ποίηση. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο ‘Ομηρος δεν συναπαντήθηκε ποτέ με τον Ησίοδο. από την πλαστή όμως αυτή ιστορία βγαίνει μια θετική κρίση για την ποιότητα της ποίησης του Ομήρου, και η κρίση αυτή έχει τη σημασία της. Και δεν είναι μόνο η παράδοση για τον αγώνα των δύο ποιητών που εκφράζει την πίστη πως ο ‘Ομηρος ήταν υμνητής του πολέμου. γενική και αυτονόητη, θα λέγαμε, ήταν και είναι η γνώμη πως ένας ποιητής που περιγράφει, με τόση μάλιστα δύναμη, τόσα αντροπαλέματα και τόσους σκοτωμούς, δεν προβάλλει βέβαια φιλειρηνικά ιδανικά: Ο ‘Ομηρος χύνεται ορμητικός μέσα στις μάχες, και τον παρασέρνει, και τον παρασέρνει το πάθος και φρενιάζει

κονταροσείστης ‘Αρης θα ‘λεγες πως είναι και φρενιάζει, για κι άγρια φλόγα μες σε σύλλογο βαθύ, στα κορφοβούνια, κι αφροί σκεπάζουνε στο στόμα του.

 Η κρίση αυτή ενός από τους πιο μεγάλους τεχνοκρίτες της αρχαιότητας μας παρουσιάζει τον ‘Ελληνα ποιητή σαν έναν μαινόμενο δερβίση του πολέμου με το στόμα γεμάτο αφρούς λύσσας.
Δικαίωμα βέβαια του Πανήδη να αρνιέται στον ‘Ομηρο τη νίκη. δικαίωμα και του παλιού αισθητικού να τον κρίνει όπως τον έκρινε. Νομίζω ωστόσο πως έχουμε κι εμείς το δικαίωμα να σκύψουμε άλλη μια φορά πάνω στο κείμενο της Ιλιάδας και απαλλαγμένοι από κάθε είδους προκατάληψη να αναρωτηθούμε τι ήθελε να μηνύσει στους ανθρώπους ο ποιητής μας. Να έχουν αλήθεια δίκιο όσοι υποστηρίζουν πως το ηρωικό ιδανικό, όπως το ενσάρκωσε ο ‘Ομηρος στον μεγάλο ‘Ελληνα ήρωα της Τρωικής εκστρατείας, τον Αχιλλέα, δεν ανεχόταν κανένα φιλάνθρωπο αίσθημα;

Ο ‘Ομηρος ακμάζει γύρω στα 730 π.Χ. και είναι αοιδός, αυτό θα πει: τραγουδιστής. Αν σε ώρες λαϊκού πανηγυριού συνήθιζε να ψάλλει και χορευτικά τραγούδια ή και παραλογές, δεν μπορούμε να το βεβαιώσουμε, ούτε και να το αποκλείσουμε όμως. Εκείνο που πρέπει να ξέρουμε είναι ότι όταν τον καλνούσαν σε αρχοντικά σπίτια ή σε λαϊκές γιορτές, διάλεγε κατά προτίμηση ηρωικά τραγούδια, όπως γίνεται και σήμερα στην Κρήτη και σε άλλες ελληνικές επαρχίες στα γλέντια των αντρών.

Απ’ όλους τους ηρωικούς μύθους ο πιο αγαπητός ήταν αυτός που ιστορούσε την εκστρατεία των Αχαιών στην Τροία. ο πόλεμος είχε κρατήσει δέκα ολόκληρα χρόνια και τελειώσει με το χαλασμό του Ιλίου. Να μην ξεχνούμε πώς τον πόλεμο αυτόν τον είχαν τραγουδήσει και πριν από τον ‘Ομηρο πολλοί αοιδοί, είτε από την αρχή ως το τέλος είτε και ένα μόνο επεισόδιό του, ας πούμε: την απόβαση των Αχαιών στην Τρωική παραλία και τις πρώτες συγκρούσεις, είτε με ποιον τρόπο ο Οδυσσέας πάτησε με δόλο το κάστρο του Πριάμου ύστερα από δέκα χρόνων πολιορκία. ‘Ετσι ο ‘Ομηρος όπως κληρονόμησε την ιδιότυπη επική γλώσσα και τον ιδιότυπο επικό στίχο, το ίδιο κληρονόμησε και τον Τρωικό μύθο στις γενικές του γραμμές. Σαν μεγαλοφυία όμως που ήταν, δεν κρατήθηκε σε ό,τι αναδέχτηκε από τους παλιότερους, μόνο ζήτησε να ανοίξει καινούριους δρόμους, να πλουτίσει τον παλιό μύθο με δικές του επινοήσεις, να τον αναδιοργανώσει και να τον προικίσει με μεγαλύτερο δραματικό βάθος.

Πολλά έχουν γραφτεί για τους νεωτερισμούς του Ομήρου πάνω στον Τρωικό μύθο και για τον τρόπο που τον δίνει,6 το κεφάλαιο όμως αυτό έχει ν’ απαντήσει ειδικά στο ερώτημα αν ο ‘Ομηρος είναι αληθινά ένας ποιητής που υψώνει την παλικαριά σαν μοναδική ανθρώπινη αρετή. Για να προχωρήσουμε, θα χρειαστεί να μελετήσουμε ενός θεούς και ενός θνητού ήρωα τη διαγωγή μέσα στην Ιλιάδα: του Δία, που είναι ο πατέρας των θεών και των ανθρώπων και κυβερνάει τον κόσμο, και του Αχιλλέα, που είναι ο πιο αντρειωμένος ανάμεσα στους Αχαιούς, όσοι χτυπιούνται κάτω στον κάμπο της Τροίας.

Στην Ιλιάδα, τα αισθήματα του Δία απέναντι στον πόλεμο γενικά και στους λαούς που πολεμούν δεν τα χαρακτηρίζει η συνέπεια. Από τη μια ο ποιητής ξέρει από την προομηρική κιόλας παράδοση πως ο Δίας είναι ο θεός που για το χατίρι της Γής, για να την ξαλαφρώσει από το βάρος των πολλών ανθρώπων, αποφασίζει να ξεσηκώσεις δύο πολύνεκρους πολέμους, τον Θηβαϊκό και τον Τρωικό (Κύπρια, αποσπ. 1.Β). ακόμα είναι αυτός που μισεί του Πρίαμου τη γενιά (Υ 306): ήδη γαρ Πριάμου γενεήν ήχθηρε Κρονίων. είναι αυτός που κάνει τη χάρη στη Θέτιδα και δίνει την υπεροχή στους Τρώες, για να σκοτωθούν πλήθος αγωνιστές (Α 522κ.). Πώς λοιπόν να τον απαλλάξουμε από την ευθύνη του πολέμου;

Και όμως, αυτός ο Δίας μιαν άλλη στιγμή (Δ 15κ.) προτείνει στην ‘Ηρα να βάλουν τους δύο αντίμαχους στρατούς να φιλιώσουν και να κλείσουν ειρήνη. όπως βεβαιώνει (Δ 43κ.), άθελά του της είχε ως τώρα κάνει τη χάρη να δεχτεί το χαμό της Τροίας, γιατί η αγάπη του για τους Τρώες ήταν αληθινά μεγάλη:

τι απ’ όσα κάτω απ’ τον αστρόφωτο τον ουρανό βρισκόνται
κι απ’ όσα ο γήλιος βλέπει βγαίνοντας θνητών ανθρώπων κάστρα,
άλλο κανένα δεν αγάπησα σαν τ’ άγιο ετούτο κάστρο
και σαν τον Πρίαμο τον αντρόκαρδο μαζί με το λαό του.
τι απ’ το βωμό μου τα χαρίσματα δεν έλειψαν καθόλου,
η κνίσα κι οι σπονδές…

Η σκηνή αυτή του Ολύμπου (Δ 1κ.) αρχίζει με την απόφαση του Δία να πειράξει τη γυναίκα του: Η ‘Ηρα και η Αθηνά, λέει, κάνουν πως προστατεύουν τον Μενέλαο, στη μονομαχία του όμως με τον Πάρη (Γ 340κ.) δεν το κούνησαν από τον ‘Ολυμπο και τον αφήκαν να τα βγάλει πέρα μοναχός του. Η Αφροδίτη όμως, αληθινή προστάτισσα του Πάρη, έτρεξε και τον γλίτωσε από του Χάρου τα δόντια.

Επειτα ο Δίας προτείνει να κρίνουν οι θεοί αν δεν είναι πια καιρός να βάλουν τους δύο λαούς ν’ αγαπήσουν. έτσι και το κάστρο του Πριάμου θα έμενε αχάλαστο και οι Μενέλαος θα έπαιρνε πίσω την Ελένη.

Στην έντονη αντίδραση της ‘Ηρας (24κ.), που γυρεύει οπωσδήποτε τον όλεθρο του Ιλίου, ο Δίας αγαναχτεί (30 μεγ’ οχθήσας): απορεί για το τόσο μίσος της για τους Τρώες. Ο ίδιος βεβαιώνει πως πάνω απ’ όλες τις πολιτείες του κόσμου αγαπούσε το ‘Ιλιο. Η κατηγορηματική αυτή διαβεβαίωσή του για την αγάπη του για τους Τρώες θα ήταν, πιστεύω, λάθος μας να τη χαρακτηρίσουμε πλαστή, πως γίνεται δηλαδή μ΄΄ονο για να ερεθίσει πιο πολύ την ‘Ηρα, γιατί το μεγ’ οχθήσας που μεσολαβεί δεν επιτρέπει μια παρόμοια εξήγηση. Το πείραγμα είναι, νομίζω, φανερό πως τελειώνει με τον στ. 12. ‘Ετσι και η πρόταση για συμφιλίωση λέγεται σοβαρά. 

Και ούτε που αρέσουν στον Δία οι πόλεμοι. μιλώντας στον Ποσειδώνα (Υ 21) δηλώνει πως του κάνει λύπη πως σκοτώνονται οι ‘Ελληνες και οι Τρώες: μέλουσί μοι ολλύμενοι. Αντίστοιχα, η συμπάθειά του μοιράζεται ακομμάτιστα στους μεγάλους ήρωες των δύο στρατών: όλοι είναι διίφιλοι, ο Αίας ο Αχιλλέας από τη μια μεριά (Η 280, Ω 66κ.), ο ‘Εχτορας από την άλλη, που του είναι, λέει, φίλτατος (Η 280, Χ 168, -Ω 66κ.)-ο ‘Εχτορας, που, όπως ακούσαμε (Υ 306), ο θεός έχει αποφασίσει να εξοντώσει όλο του το σόι μαζί! Και όταν ο Δίας κατσαδιάζει άγρια το γιό του τον ‘Αρη (Ε 890κ.), γιατί του αρέσουν οι πόλεμοι, οι ξεσυνερισιές και οι αμάχες, μας αφήνει να πιστέψουμε πως ο ίδιος έκρυβε αντιπολεμικά αισθήματα.

Ας αφήσουμε προσώρας τον αλλοπρόσαλλο θεό, που δεν του αρέσουν οι πόλεμοι και όμως τους προκαλεί. που συμπαθεί τους Αχαιούς και τους Τρώες στα δεινά τους και όμως τους βάζει να σκοτώνονται. που μισεί τη γενιά του Πριάμου και έχει πάρει την απόφαση να την ξεκληρίσει και την ίδια στιγμή αγαπάει τον Τρώα βασιλιά, όσο κανέναν άλλο δυνάστη της Οικουμένης. ας έρθουμε στον Αχιλλέα, γιατί και το δικό του φέρσιμο στην Ιλιάδα δεν γεννάει λιγότερες απορίες.
Κανένας δεν μπορεί να παραβγεί με τον Αχιλλέα στην παλικαριά, ούτε από τους δικούς του ούτε από τους αντίμαχους. Στα εννέα πρώτα χρόνια της εκστρατείας οι Τρώες δεν τολμούν να ξεμυτίσουν από το κάστρο τους και να πολεμήσουν στον κάμπο. Τον ίδιο καιρό, ο ήρωας βρίσκει την ευκαιρία να κάνει επιδρομές στη χώρα γύρω και στα νησιά απέναντι και να πατήσει -ούτε λίγο ούτε πολύ- είκοσι τρεις πολιτείες, να τις κουρσέψει, να σκοτώσει τους άντρες και να σκλαβώσει τις γυναίκες (Ι 328κ.).

Στις αρχές του δέκατου χρόνου, ο Αχιλλέας, αγαναχτισμένος για την προσβολή που του έκανε ο αρχιστράτηγος με το να του πάρει με το έτσι θέλω μια σκλάβα, αποτραβιέται από τη μάχη και στέλνει τη μητέρα του στον ‘Ολυμπο να ζητήσει από τον Δία από εδώ κι εμπρός να χαρίσει τη νίκη στους Τρώες. Ο Αχιλλέας θα κρατηθεί στο θυμό του ακόμα και όταν ο Αγαμέμνονας, λίγες μέρες αργότερα, θα του προσφέρει ταπεινωμένος την πιο μεγάλη ικανοποίηση που μπορούσε να γίνει. Με τα πολλά, όταν η ήττα των Ελλήνων ολοκληρώνεται και τα καράβια τους κιντυνεύουν να καούν από τον ‘Εχτορα, ο Αχιλλέας θα συγκατατεθεί να στείλει το στρατό του στη μάχη με επικεφαλής τον πιο πιστό του εταίρο, τον Πάτροκλο.

Ο Πάτροκλος πολεμάει παλικαρίσια και διώχνει τους Τρώες από τα αχαϊκά καράβια, στο τέλος όμως σκοτώνεται από τον ‘Εχτορα. Και τότε ο Αχιλλέας, για να πάρει εκδίκηση για το χαμό του αγαπημένου του συντρόφου, ξαναγυρίζει στη μάχη και αρχίζει τη σφαγή. Ποιος είδε το θεό και δεν τον φοβήθηκε! Τον βλέπουμε βουτηγμένο στο αίμα και στη σκόνη να τσαλαπατάει με το άρμα του τους νεκρούς και τις αρματωσιές τους και να σαλαγάει τους αντίμαχους, σφάζοντας όποιον βρει μπροστά του, ακόμα να πιάνει δώδεκα αρχοντόπουλα των Τρώων, για να τα σφάξει την παράλλη μέρα πάνω στον τάφο του Πάτροκλου. Μέσα στους αμέτρητους Τρώες που πέφτουν από το κοντάρι του και το σπαθί του είναι δυο γιοι του Πριάμου. Στο τέλος σκοτώνει και έναν ακόμη Πριαμίδη, το φονιά του φίλου του, τον ‘Εχτορα. Και όταν εκείνος ξεψυχώντας τον ξορκίζει να παραδώσει το κορμί του στους δικούς του για να τον θάψουν, ο Αχιλλέας του αποκρίνεται άγρια (Χ 345κ.): 

Μη με ξορκίζεις για στα νιάτα μου για στους γονιούς μου, σκύλε!
τι όσο με σπρώχνει εμένα η λύσσα μου κι η μάνητά μου, ατός μου
να κόψω, ωμές να φάω τις σάρκες σου, γι’ αυτά που μου ‘χεις κάνει,
τόσο είναι αλήθεια απ’ το κεφάλι σου πως δε θα διώξει ούτ’ ένας
τους σκύλους, κι αν ακόμα μου ‘φερναν εδώ την ξαγορά σου
δέκα φορές πιο πλήθια κι είκοσι, και να μου τάζαν κι άλλα.
κι ουδέ κι αν μου ‘λεε ν’ αντιζύγιαζεν ο Πρίαμος το κορμί σου
με μάλαμα, και πάλε η μάνα σου που σ’ έχει γεννημένο
δε θα σε βάλει απά στο στρώμα σου να σε μοιρολογήσει,
μονάχα εσένα οι σκύλοι αλάκερο κι οι αγιούπες θα σε φάνε!

Κι αλήθεια, από την άλλη κιόλας μέρα, ο Αχιλλέας οδηγεί κάθε αυγή το άρμα του τρεις φορές γύρω από τον τάφο του Πατρόκλου, σέρνοντας πίσω του δεμένο από τα ποδάρια του το κορμί του ‘Εχτορα, να βολοδέρνει μέσα στις πέτρες και στα χώματα, και έπειτα το αφήνει πεταμένο στην αυλή του, να το σπαράξουν οι σκύλοι και τα όρνια.

Αυτή είναι η εικόνα που έχουμε του Αχιλλέα ως την 23η ραψωδία της Ιλιάδας: ένας Αχιλλέας άγριος, ανήμερος, εκδικητικός, που τον μεθάει η σφαγή, ανελέητος, κουφός στα παρακάλια του ικέτη…-ο Αχιλλέας, ο ενσαρκωτής του πολεμιστή των ηρωικών χρόνων.

Και ξαφνικά, στην τελευταία ραψωδία, αντικρίζουμε έναν Αχιλλέα διαμετρικά αλλαγμένο. Μόλις η Θέτιδα του φέρνει την εντολή των θεών να πάψει να βασανίζει ένα άψυχο κορμί, μόνο να το παραδώσει στους δικούς του, ο Αχιλλέας δεν προβάλλει ούτε την παραμικρή αντίσταση. Θαρρείς πως όλο του το μίσος για το φονιά του συντρόφου του έσβησε. Κάτι παραπάνω! ‘Οταν μέσα στη νύχτα φτάνει ο Πρίαμος στο καλύβι του, για να ξαγοράσει το κορμί του γιου του, με την υποδοχή που του κάνει βλέπουμε τη βαθύτατη εχθρότητά του να μεταγυρίζει σε βαθύτατη συμπάθεια.

Δεν ξέρω αν στην παγκόσμια τέχνη του λόγου βρίσκονται πολλές σκηνές που να μας συγκλονίζουν όσο η σκηνή της συνάντησης του βασιλιά της Τροίας με τον ‘Ελληνα ήρωα: Η νύχτα είναι βαθιά, και ο Πρίαμος μαζί μ’ έναν κήρυκα βγαίνει χωρίς να τον πάρει κανένας είδηση από το πολιορκημένο κάστρο, φτάνει στο στρατόπεδο των Αχαιών και μπαίνει στο καλύβι του Αχιλλέα. Μόλις τον βλέπει, πέφτει και του πιάνει τα γόνατα και του φιλεί τα χέρια, τα αντροφόνα, τα φοβερά, αυτά που του είχαν σκοτώσεις τόσους και τόσους γιους. Ο Αχιλλέας και η
 συντροφιά του σαστίζουν να δουν ξαφνικά μπροστά τους το βασιλιά του πολιορκημένου κάστρου. Και εκείνος παίρνει και παρακαλεί τον Αχιλλέα να δεχτεί τα πλούσια δώρα που κουβαλάει και να του παραδώσει το λείψανο του γιου του, να το θάψει, όπως ταίριαζε στον μεγάλο πρόμαχο της Τροίας. Του θυμίζει και τον δικό του, του Αχιλλέα τον πατέρα, που γερνάει πέρα μακριά στη Θεσσαλία με την ελπίδα ν’ αξιωθεί κάποια μέρα να δει το γιο του να γυρίζει από τον πόλεμο.

Ακούγοντας για τον πατέρα του, ο Αχιλλέας ξεσπάζει σε πικρό και αυτός θρήνο, γιατί το ξέρει πως δεν του γράφεται να τον ξαναδεί. Και τους δυο τους πνίγουν οι θύμησες, τον έναν για τον ‘Εχτορα, τον άλλον για τον πατέρα του και για τον Πάτροκλο -ο ένας, ο τρισάμοιρος γέροντας, κυλισμένος στα πόδια του φονιά των παιδιών του, ο άλλος σκυμμένος πάνω από τον πατέρα του φονιά του ακριβού του συντρόφου. Αυτός ο κοινός θρήνος λες και σβήνει μεμιάς το μίσος που τους χώριζε και τους φέρνει κοντά κοντά, κι ας έχει ο καθένας τους άλλους αγαπημένους να κλάψει.

‘Επειτα ο Αχιλλέας ανασηκώνει μαλακά το γέροντα και τον καθίζει σε θρονί. Μεγάλο αλήθεια το κουράγιο του να χωθεί μέσα στο εχτρικό στρατόπεδο (Ω 518κ.):

‘Αμοιρε εσύ και που ποτίστηκες πικρά φαρμάκια τόσα!
Μονάχος να ‘ρθεις πώς το βάσταξες στ’ αργίτικα καράβια,
τον άντρα ν’ αντικρίσεις, που άμετρους και ψυχωμένους γιους σου
σου χάλασα; Καρδιά από σίδερο στα στήθια αλήθεια κλείνεις!

Βαθιά η συμπόνια που νιώθει ο ‘Ελληνας ήρωας για τον Τρώα βασιλιά. Τι είχε αλήθεια απομείνει από τον παλιό, διαλαλημένο στον κόσμο όλβο του Πριάμου; Είχε χάσει τόσους γιους και τόσους από το λαό του και τόσα πλούτη, και σε λίγο -το ξέρει και ο ίδιος καλά- η Τροία θα πατηθεί και θα γίνει στάχτη. Μήπως όμως και ο πατέρας του Αχιλλέα είναι πιο ευτυχισμένος; Τα γερατειά τον βαραίνουν όλο και πιο πολύ, καθώς ζει χωρισμένος από τη γυναίκα του, τριγυρισμένος από ανθρώπους που του επιβουλεύονται το θρόνο, χωρίς το μοναχογιό του, που θα σκοτωθεί μακριά στα ξένα.

‘Οταν χορταίνει το θρήνο, ο Αχιλλέας υπόσχεται να λυτρώσει τον ‘Εχτορα και να σταματήσει τις εχθροπραξίες για δώδεκα μέρες, ώσπου να βρουν οι Τρώες καιρό να θάψουν τον μεγάλο τους νεκρό. Τέλος του στρώνει το τραπέζι και τον καλοσκαμνίζει. Ο Πρίαμος, νηστικός από την ημέρα που σκοτώθηκε ο ‘Εχτορας, δέχεται την πρόσκληση και κάθεται να φάει και να πιεί. ‘Υστερα από τον κοινό θρήνο, το κοινό τραπέζι, άλλος ένας κρίκος που δένει τους δύο αντίμαχους. Και όταν αποτρώνε, έτσι όπως κάθονται ο ένας αντίκρυ στον άλλον, ο Πρίαμος δεν μπορεί να μην καμαρώσει την ομορφιά του Αχιλλέα, όσσος έην οιός τε, ούτε ο Αχιλλέας την αρχοντιά και τα γνωστικά λόγια του Πριάμου. Αυτό το αυθόρμητο, αθέλητο καμάρωμα του ενός από τον άλλον, τους φέρνει, ύστερα από τον κοινό θρήνο και το κοινό τραπέζι, ακόμη πιο κοντά. Και ακολουθεί το απίστευτο: ο βασιλιάς της Τροίας παρακαλεί τον Αχιλλέα, ύστερα από τόσες νύχτες αγρύπνιας, να τον κοιμίσει στο καλύβι του! ‘Ετσι παραδίνεται γεμάτος εμπιστοσύνη στα
 χέρια του εχτρού του και κοιμάται στον πρόδρομό του ανυπεράσπιστος, ξαρμάτωτος, με τον κίντυνο κάθε στιγμή να τον ανακαλύψει κάποιος Αχαιός και να τον σφάξει χωρίς πολλά πολλά.
Ξαναγυρίζουμε στα λόγια του Αχιλλέα, όταν θυμάται τον πατέρα του (Ω 538κ.):

‘Ομως ο Δίας με δίχως βάσανα δεν άφησε και τούτον.
γιους στο παλάτι του δε γέννησε, του θρόνου κληρονόμους.
έναν υγιό μονάχα αξιώθηκε λιγόχρονο, που μήτε
καν τώρα που γερνά τον γνοιάζομαι, τι απ’ την πατρίδα αλάργα
κάθουμαι εδώ στην Τροία, τα τέκνα σου να τυραννώ και σένα!

‘Ενας γέροντας παρατημένος από το μοναχογιό του, τώρα που είχε την ανάγκη του, κι εκείνος να βρίσκεται μακριά στα ξένα, να βασανίζει έναν άλλο γέροντα σκοτώνοντας τους γιους του. Μέσα σε μια φράση δοσμένη όλη η παραλογία του πολέμου.

Το χάσμα που χωρίζει τον ανήμερο Αχιλλέα, όπως τον δίνουν οι προηγούμενες ραψωδίες της Ιλιάδας, από τον πονόψυχο Αχιλλέα της τελευταίας είναι αληθινά μεγάλο. Γι’ αυτό σε περασμένα χρόνια πολλοί ομηρολόγοι υποστήριξαν πως η τελευταία ραψωδία πρέπει να είναι προσθήκη μεταγενέστερη. Στο αρχικό ποίημα του Ομήρου ο Αχιλλέας, αμετάστατος στην σκληρότητά του μέχρι θανάτου, άφηνε, όπως είχε από την αρχή απειλήσει, τον νεκρό του ‘Εχτορα πεταμένο στα χωράφια, όπου τον σπάραζαν τα όρνια και τα σκυλιά. Και μόνο σε κατοπινά χρόνια θέλησαν λέει να κάνουν τον Αχιλλέα πιο ήμερο, γι’ αυτό και τον έβαλαν να καλοδέχεται τον Πρίαμο, παρ’ όλο που με τον τρόπο αυτόν απαρνιόταν τον ίδιο τον εαυτό του.

Εμείς ας μην βιαστούμε να βγάλουμε καταδικαστική απόφαση για το τέλος της Ιλιάδας, τάχα πως δεν το έγραψε ο ‘Ομηρος. πιο καλά να θυμηθούμε πως την ίδια διαπίστωση κάναμε πιο πάνω για το φέρσιμο του Δία μέσα στην Ιλιάδα: Ο πολεμόχαρος Δίας στην αντίθεσή του με τον ειρηνόφιλο Δία αντιστοιχεί με τον πολεμόχαρο Αχιλλέα στην αντίθεσή του με τον πονετικό Αχιλλέα. Δεν μπορεί -κάποια σχέση πρέπει να υπάρχει ανάμεσα στον αντιφατικό θεό και στον αντιφατικό ήρωα.

Πιστεύουμε πως όσα στοιχεία της Ιλιάδας προβάλλουν τον Δία ως υποκινητή του πολέμου και φιλοπόλεμο ανταποκρίνονται στην εικόνα του θεού, όπως τον ήξερε η προομηρική παράδοση. Αντίθετα, όταν μέσα στα πάθη και τις μεροληψίες των άλλων Ολύμπιων θεών βλέπουμε τον Δία να υψώνεται σε κήρυκα της ειρήνης και να απλώνει τη συμπάθειά του σε Αχαιούς και Τρώες αξεχώριστα, πιστεύουμε πως μιλεί ο ίδιος ο ‘Ομηρος. Αντίστοιχα, ο αιμοβόρος Αχιλλέας αντιπροσωπεύει το ιδανικό της παλιάς παράδοσης, ο Αχιλλέας όμως που ξεχνάει το μίσος του και
 στρώνει το τραπέζι στον μεγάλο του αντίμαχο είναι πλάσμα του Ομήρου.

Με το στόμα του Δία μιλεί ο ποιητής. ο Δίας είναι το alter ego του Ομήρου, που σαν επικός ποιητής δεν μπορούσε να εκφράσει τα προσωπικά του αισθήματα, γι’ αυτό και τα προβάλλει ως αισθήματα του θεού που κυβερνάει τον κόσμο. Το ίδιο και με την απότομη μεταστροφή στη διαγωγή του Αχιλλέα μπροστά στο γέρο-Πρίαμο ανανεώνει τα παλιά ιδανικά της πολεμικής αρετής.

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η τελευταία ραψωδία ανήκει στον ‘Ομηρο. Είναι αλήθεια πως μας ξαφνιάζει η απότομη μετάπτωση στα αισθήματα του Αχιλλέα, από το ανήμερο μίσος στη βαθιά συμπόνια. Ακριβώς όμως αυτό το απίστευτο θέλησε να μας το κάνει πιστευτό ο ‘Ομηρος, ο ένας ‘Ομηρος, και το κατόρθωσε με τη μεγάλη του τέχνη. Η βαθύτατη ανθρωπιά του ποιητή δεν το βάστηξε ν’ αφήσει τον ήρωά του ως το τέλος με το απάνθρωπο πάθος στην καρδιά. Και αν ερχόταν κάποιος να ελέγξει τον ποιητή λέγοντας πως στην πραγματική ζωή μια τέτοια απότομη
 μεταστροφή είναι απίθανη, αν όχι αδύνατη, ο ποιητής θα του απαντούσε, πιστεύω, χαμογελώντας: “Δεν είμαι σίγουρος πως έχεις δίκιο, μα κι αν έχεις, μια φορά την ποιητική αλήθεια δεν την αποτιμάει κανείς με το αν συμφωνεί με τη φυσική πραγματικότητα ή όχι. Με άλλα λόγια: Και αν δεχτούμε πως ένας πραγματικός άνθρωπος είναι αδύνατο να μεταπέσει έτσι ξαφνικά από την αντιπάθεια στη συμπάθεια, αυτό δεν θα πει πως δεν το μπορεί ένα ποιητικό πρόσωπο, όπως ο Αχιλλέας μου. Και αν θέλεις να ξέρεις, επίτηδες τόνισα τον άγριο, ανελέητο
 χαραχτήρα του ήρωα στις προηγούμενες ραψωδίες, για να προβάλει ακόμα πιο χτυπητά η μεταλλαγή του στο τέλος.”

Αοιδός ήμουν σε όλη μου τη ζωή και έψαλλα τη δόξα των παλιών αντρειωμένων Ελλήνων. Την Ιλιάδα μου δεν την έγραψα από τη μία μέρα στην άλλη. χρόνια και χρόνια δούλευα το μύθο της Τρωικής εκστρατείας, για να τον χωρέσω σε δεκαπέντε χιλιάδες κάπου στίχους. ως που μια μέρα, χωρίς και εγώ να καταλάβω πώς, στάθηκα πάνω από τον πόλεμο, για να γίνω κριτής του. Επειδή όμως δεν μπορούσα να κάνω ανοιχτό κήρυγμα, έβαλα τον Δία να τον καταδικάζει. έβαλα και τον Αχιλλέα να υπογραμμίζει πόσο παράλογος ήταν ένας πόλεμος που τον κρατούσε μακριά
 από τον τόπο του και από τους δικούς του, για να σκοτώνει ανθρώπους, που δεν του είχαν κανένα κακό κάνει (πρβ. και Α 152κ.). Ακόμα τον έβαλα να ξεχνά το μίσος του και να φέρνεται στον εχτρό του σαν σε φίλο.

Το έργο της ζωής του Ομήρου, όπως και τόσων άλλων αοιδών, ήταν να ψάλλει τα πολεμικά κατορθώματα των παλιώνκάνει κανένας όμως άλλος ποιητής, είτε ‘Ελληνας είτε ξένος, όσο ξέρω, δεν έκλεισε το ηρωικό του έπος με μία σκηνή συμφιλίωσης, όπου δύο θανάσιμοι πολέμιοι να νιώθουν συμπάθεια ο ένας για τον άλλον, όπου ο κοινός πόνος να τους κάνει να ξεχνούν ό,τι ως την ώρα εκείνη τους χώριζε, και όπου να αναγνωρίζεται πόσο δίχως νόημα ήταν να χύνεται τόσο αίμα. Ο ‘Ομηρος δεν απαρνιέται βέβαια την αρετή της παλικαριάς -κάθε άλλο!-, τη
 συμπληρώνει όμως με μιαν άλλη αρετή, με την ανθρωπιά.

Τη σημασία του νεωτερισμού του Ομήρου θα την εχτιμήσουμε καλύτερα αν την εντάξουμε στο πλαίσιο της ιστορίας του πολέμου, όπως την είχε διαμορφώσει η πιο παλιά παράδοση και όπως την ήξεραν οι ακροατές της Ιλιάδας: Στα δέκα του πάνω χρόνια οι Αχαιοί πατούσαν την Τροία και την έκαιγαν, έσφαζαν τους άντρες της και σκλάβωναν τις γυναίκες. Και ήταν ο Νεοπτόλεμος, του Αχιλλέα ο γιος, που έσφαζε το βασιλιά της Τροίας, τον γέρο-Πρίαμο, πάνω στο βωμό του Ικέσιου Δία.

Λίγους μήνες πριν από τον όλεθρο της ‘Αλωσης ο ‘Ομηρος αφήνει να φυτρώσει, ας είναι και για λίγο, το άνθος της ειρήνης και της αγάπης. γι’ αυτό έβαλε τον Αχιλλέα να σπλαχνίζεται τον Πρίαμο, να τρώει μαζί του, να τον καμαρώνει και να τον κοιμίζει στο καλύβι του -τον Αχιλλέα, το φονιά τόσων γιών του Πρίαμου, τον Αχιλλέα, τον πατέρα του φονιά του ίδιου του Πρίαμου. Με το να κλείσει ο ‘Ομηρος το πολεμικό του έργο με μια σκηνή συνδιαλλαγής έδινε ένα μήνυμα, και δεν είναι δικό του λάθος αν δυσκολευτήκαμε να το ενωτιστούμε, καθώς μας θάμπωνε η δύναμη της περιγραφής του πολέμου στην υπόλοιπη Ιλιάδα. Νομίζουμε πως το στεφάνι της νίκης στους αγώνες της Χαλκίδας έπρεπε να δοθεί χωρίς δισταγμό στον ‘Ομηρο. όχι μόνο γιατί ήταν ποιητής μεγάλος. για όποιον είχε αφτιά ν’ ακούσει, είχε χτυπήσει τον πόλεμο μέσα από τον πόλεμο, και αυτός ο τρόπος να γίνεσαι κήρυκας της ειρήνης είναι πιο αποτελεσματικός από το να δίνεις εντολές για το πότε πρέπει να σπέρνεις και πότε να θερίζεις. Αν έχουμε δίκιο στην εχτίμηση αυτή, τότε, πέρα από το θαυμασμό μας για τη μεγάλη του τέχνη, κάτι αρχίζουμε να βλέπουμε και από το αληθινό πρόσωπο του ποιητή μας.

Ιανουαρίου 26, 2009 Αναρτήθηκε από τον/την | "Greek National Pride" blog, ΕΛΛΑΔΑ, ΙΣΤΟΡΙΚΑ | Γράψτε ένα σχόλιο

- ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ ΚΥΡΟΥ ΑΝΑΒΑΣΙΣ -

Βιβλίον Β, 1-2, 3-4, 5-6

 

Βιβλίον Β, 1-2

[1.1] [ὡς μὲν οὖν ἡθροίσθη Κύρῳ τὸ Ἑλληνικὸν ὅτε ἐπὶ τὸν ἀδελφὸν Ἀρταξέρξην ἐστρατεύετο, καὶ ὅσα ἐν τῇ ἀνόδῳ ἐπράχθη καὶ ὡς ἡ μάχη ἐγένετο καὶ ὡς Κῦρος ἐτελεύτησε καὶ ὡς ἐπὶ τὸ στρατόπεδον ἐλθόντες οἱ Ἕλληνες ἐκοιμήθησαν οἰόμενοι τὰ πάντα νικᾶν καὶ Κῦρον ζῆν, ἐν τῷ πρόσθεν λόγῳ δεδήλωται.]

[1.2] ἅμα δὲ τῇ ἡμέρᾳ συνελθόντες οἱ στρατηγοὶ ἐθαύμαζον ὅτι Κῦρος οὔτε ἄλλον πέμπει σημανοῦντα ὅ τι χρὴ ποιεῖν οὔτε αὐτὸς φαίνοιτο. ἔδοξεν οὖν αὐτοῖς συσκευασαμένοις ἃ εἶχον καὶ ἐξοπλισαμένοις προϊέναι εἰς τὸ πρόσθεν, ἕως Κύρῳ συμμείξειαν.

[1.3] ἤδη δὲ ἐν ὁρμῇ ὄντων ἅμα ἡλίῳ ἀνέχοντι ἦλθε Προκλῆς ὁ Τευθρανίας ἄρχων, γεγονὼς ἀπὸ Δαμαράτου τοῦ Λάκωνος, καὶ Γλοῦς ὁ Ταμώ. οὗτοι ἔλεγον ὅτι Κῦρος μὲν τέθνηκεν, Ἀριαῖος δὲ πεφευγὼς ἐν τῷ σταθμῷ εἴη μετὰ τῶν ἄλλων βαρβάρων ὅθεν τῇ προτεραίᾳ ὡρμῶντο, καὶ λέγει ὅτι ταύτην μὲν τὴν ἡμέραν περιμένοιεν αὐτούς, εἰ μέλλοιεν ἥκειν, τῇ δὲ ἄλλῃ ἀπιέναι φαίη ἐπὶ Ἰωνίας, ὅθενπερ ἦλθε.

[1.4] ταῦτα ἀκούσαντες οἱ στρατηγοὶ καὶ οἱ ἄλλοι Ἕλληνες πυνθανόμενοι βαρέως ἔφερον. Κλέαρχος δὲ τάδε εἶπεν: –ἀλλ᾽ ὤφελε μὲν Κῦρος ζῆν: ἐπεὶ δὲ τετελεύτηκεν, ἀπαγγέλλετε Ἀριαίῳ ὅτι ἡμεῖς νικῶμέν τε βασιλέα καί, ὡς ὁρᾶτε, οὐδεὶς ἔτι ἡμῖν μάχεται, καί, εἰ μὴ ὑμεῖς ἤλθετε, ἐπορευόμεθα ἂν ἐπὶ βασιλέα. ἐπαγγελλόμεθα δὲ Ἀριαίῳ, ἐὰν ἐνθάδε ἔλθῃ, εἰς τὸν θρόνον τὸν βασ

[1.5] ταῦτα εἰπὼν ἀποστέλλει τοὺς ἀγγέλους καὶ σὺν αὐτοῖς Χειρίσοφον τὸν Λάκωνα καὶ Μένωνα τὸν Θετταλόν: καὶ γὰρ αὐτὸς Μένων ἐβούλετο: ἦν γὰρ φίλος καὶ ξένος Ἀριαίου.

[1.6] οἱ μὲν ᾤχοντο, Κλέαρχος δὲ περιέμενε: τὸ δὲ στράτευμα ἐπορίζετο σῖτον, ὅπως ἐδύνατο, ἐκ τῶν ὑποζυγίων κόπτοντες τοὺς βοῦς καὶ ὄνους: ξύλοις δὲ ἐχρῶντο μικρὸν προϊόντες ἀπὸ τῆς φάλαγγος, οὗ ἡ μάχη ἐγένετο, τοῖς τε οἰστοῖς πολλοῖς οὖσιν, οὓς ἠνάγκαζον οἱ Ἕλληνες ἐκβάλλειν τοὺς αὐτομολοῦντας παρὰ βασιλέως, καὶ τοῖς γέρροις καὶ ταῖς ἀσπίσι ταῖς ξυλίναις ταῖς Αἰγυπτίαις: πολλαὶ δὲ καὶ πέλται καὶ ἅμαξαι ἦσαν φέρεσθαι ἔρημοι: οἷς πᾶσι χρώμενοι κρέα ἕψοντες ἤσθιον ἐκείνην τὴν ἡμέραν.

[1.7] καὶ ἤδη τε ἦν περὶ πλήθουσαν ἀγορὰν καὶ ἔρχονται παρὰ βασιλέως καὶ Τισσαφέρνους κήρυκες οἱ μὲν ἄλλοι βάρβαροι, ἦν δ᾽ αὐτῶν Φαλῖνος εἷς Ἕλλην, ὃς ἐτύγχανε παρὰ Τισσαφέρνει ὢν καὶ ἐντίμως ἔχων: καὶ γὰρ προσεποιεῖτο ἐπιστήμων εἶναι τῶν ἀμφὶ τάξεις τε καὶ ὁπλομαχίαν.

[1.8] οὗτοι δὲ προσελθόντες καὶ καλέσαντες τοὺς τῶν Ἑλλήνων ἄρχοντας λέγουσιν ὅτι βασιλεὺς κελεύει τοὺς Ἕλληνας, ἐπεὶ νικῶν τυγχάνει καὶ Κῦρον ἀπέκτονε, παραδόντας τὰ ὅπλα ἰόντας ἐπὶ βασιλέως θύρας εὑρίσκεσθαι ἄν τι δύνωνται ἀγαθόν.

[1.9] ταῦτα μὲν εἶπον οἱ βασιλέως κήρυκες: οἱ δὲ Ἕλληνες βαρέως μὲν ἤκουσαν, ὅμως δὲ Κλέαρχος τοσοῦτον εἶπεν, ὅτι οὐ τῶν νικώντων εἴη τὰ ὅπλα παραδιδόναι: ἀλλ᾽, ἔφη, ὑμεῖς μέν, ὦ ἄνδρες στρατηγοί, τούτοις ἀποκρίνασθε ὅ τι κάλλιστόν τε καὶ ἄριστον ἔχετε: ἐγὼ δὲ αὐτίκα ἥξω. ἐκάλεσε γάρ τις αὐτὸν τῶν ὑπηρετῶν, ὅπως ἴδοι τὰ ἱερὰ ἐξῃρημένα: ἔτυχε γὰρ θυόμενος.

[1.10] ἔνθα δὴ ἀπεκρίνατο Κλεάνωρ ὁ Ἀρκάς, πρεσβύτατος ὤν, ὅτι πρόσθεν ἂν ἀποθάνοιεν ἢ τὰ ὅπλα παραδοίησαν: Πρόξενος δὲ ὁ Θηβαῖος, –ἀλλ᾽ ἐγώ, ἔφη, ὦ Φαλῖνε, θαυμάζω πότερα ὡς κρατῶν βασιλεὺς αἰτεῖ τὰ ὅπλα ἢ ὡς διὰ φιλίαν δῶρα. εἰ μὲν γὰρ ὡς κρατῶν, τί δεῖ αὐτὸν αἰτεῖν καὶ οὐ λαβεῖν ἐλθόντα; εἰ δὲ πείσας βούλεται λαβεῖν, λεγέτω τί ἔσται τοῖς στρατιώταις, ἐὰν αὐτῷ ταῦτα χαρίσωνται.

[1.11] πρὸς ταῦτα Φαλῖνος εἶπε:

–βασιλεὺς νικᾶν ἡγεῖται, ἐπεὶ Κῦρον ἀπέκτεινε. τίς γὰρ αὐτῷ ἔστιν ὅστις τῆς ἀρχῆς ἀντιποιεῖται; νομίζει δὲ καὶ ὑμᾶς ἑαυτοῦ εἶναι, ἔχων ἐν μέσῃ τῇ ἑαυτοῦ χώρᾳ καὶ ποταμῶν ἐντὸς ἀδιαβάτων καὶ πλῆθος ἀνθρώπων ἐφ᾽ ὑμᾶς δυνάμενος ἀγαγεῖν, ὅσον οὐδ᾽ εἰ παρέχοι

 [1.12] μετὰ τοῦτον Θεόπομπος Ἀθηναῖος εἶπεν:

–ὦ Φαλῖνε, νῦν, ὡς σὺ ὁρᾷς, ἡμῖν οὐδὲν ἔστιν ἀγαθὸν ἄλλο εἰ μὴ ὅπλα καὶ ἀρετή. ὅπλα μὲν οὖν ἔχοντες οἰόμεθα ἂν καὶ τῇ ἀρετῇ χρῆσθαι, παραδόντες δ᾽ ἂν ταῦτα καὶ τῶν σωμάτων στερηθῆναι. μὴ οὖν οἴου τὰ μόνα ἀγαθὰ ἡμῖν ὄντα ὑμῖν παραδώσειν, ἀλλὰ σὺν τούτοις

 [1.13] ἀκούσας δὲ ταῦτα ὁ Φαλῖνος ἐγέλασε καὶ εἶπεν:

.–ἀλλὰ φιλοσόφῳ μὲν ἔοικας, ὦ νεανίσκε, καὶ λέγεις οὐκ ἀχάριστα: ἴσθι μέντοι ἀνόητος ὤν, εἰ οἴει τὴν ὑμετέραν ἀρετὴν περιγενέσθαι ἂν τῆς βασιλέως δυνάμεως.

 [1.14] ἄλλους δέ τινας ἔφασαν λέγειν ὑπομαλακιζομένους, ὡς καὶ Κύρῳ πιστοὶ ἐγένοντο καὶ βασιλεῖ ἂν πολλοῦ ἄξιοι γένοιντο, εἰ βούλοιτο φίλος γενέσθαι: καὶ εἴτε ἄλλο τι θέλοι χρῆσθαι εἴτ᾽ ἐπ᾽ Αἴγυπτον στρατεύειν, συγκαταστρέψαιντ᾽ ἂν αὐτῷ.

 [1.15] ἐν τούτῳ Κλέαρχος ἧκε, καὶ ἠρώτησεν εἰ ἤδη ἀποκεκριμένοι εἶεν. Φαλῖνος δὲ ὑπολαβὼν εἶπεν:

.–οὗτοι μέν, ὦ Κλέαρχε, ἄλλος ἄλλα λέγει:

 [1.16] σὺ δ᾽ ἡμῖν εἰπὲ τί λέγεις. ὁ δ᾽ εἶπεν:

.–ἐγώ σε, ὦ Φαλῖνε, ἄσμενος ἑόρακα, οἶμαι δὲ καὶ οἱ ἄλλοι πάντες: σύ τε γὰρ Ἕλλην εἶ καὶ ἡμεῖς τοσοῦτοι ὄντες ὅσους σὺ ὁρᾷς: ἐν τοιούτοις δὲ ὄντες πράγμασι συμβουλευόμεθά σοι τί χρὴ ποιεῖν περὶ ὧν λέγεις. 

 [1.17] σὺ οὖν πρὸς θεῶν συμβούλευσον ἡμῖν ὅ τι σοι δοκεῖ κάλλιστον καὶ ἄριστον εἶναι, καὶ ὅ σοι τιμὴν οἴσει εἰς τὸν ἔπειτα χρόνον [ἀνα]λεγόμενον, ὅτι Φαλῖνός ποτε πεμφθεὶς παρὰ βασιλέως κελεύσων τοὺς Ἕλληνας τὰ ὅπλα παραδοῦναι συμβουλευομένοις συνεβούλευσεν αὐτοῖς τάδε. οἶσθα δὲ ὅτι ἀνάγκη λέγεσθαι ἐν τῇ Ἑλλάδι ἃ ἂν συμβουλεύσῃς.

 [1.18] ὁ δὲ Κλέαρχος ταῦτα ὑπήγετο βουλόμενος καὶ αὐτὸν τὸν παρὰ βασιλέως πρεσβεύοντα συμβουλεῦσαι μὴ παραδοῦναι τὰ ὅπλα, ὅπως εὐέλπιδες μᾶλλον εἶεν οἱ Ἕλληνες. Φαλῖνος δὲ ὑποστρέψας παρὰ τὴν δόξαν αὐτοῦ εἶπεν:

 [1.19]

.–ἐγώ, εἰ μὲν τῶν μυρίων ἐλπίδων μία τις ὑμῖν ἐστι σωθῆναι πολεμοῦντας βασιλεῖ, συμβουλεύω μὴ παραδιδόναι τὰ ὅπλα: εἰ δέ τοι μηδεμία σωτηρίας ἐστὶν ἐλπὶς ἄκοντος βασιλέως, συμβουλεύω σᾐζεσθαι ὑμῖν ὅπῃ δυνατόν.

 [1.20] Κλέαρχος δὲ πρὸς ταῦτα εἶπεν:

–ἀλλὰ ταῦτα μὲν δὴ σὺ λέγεις: παρ᾽ ἡμῶν δὲ ἀπάγγελλε τάδε, ὅτι ἡμεῖς οἰόμεθα, εἰ μὲν δέοι βασιλεῖ φίλους εἶναι, πλείονος ἂν ἄξιοι εἶναι φίλοι ἔχοντες τὰ ὅπλα ἢ παραδόντες ἄλλῳ, εἰ δὲ δέοι πολεμεῖν, ἄμεινον ἂν πολεμεῖν ἔχοντες τὰ ὅπλα ἢ ἄλλῳ παραδόντες. 

 [1.21] ὁ δὲ Φαλῖνος εἶπε:

.–ταῦτα μὲν δὴ ἀπαγγελοῦμεν: ἀλλὰ καὶ τάδε ὑμῖν εἰπεῖν ἐκέλευσε βασιλεύς, ὅτι μένουσι μὲν ὑμῖν αὐτοῦ σπονδαὶ εἴησαν, προϊοῦσι δὲ καὶ ἀπιοῦσι πόλεμος. εἴπατε οὖν καὶ περὶ τούτου πότερα μενεῖτε καὶ σπονδαί εἰσιν ἢ ὡς πολέμου ὄντος παρ᾽ ὑμῶν ἀπαγγελῶ.

 [1.22] Κλέαρχος δ᾽ ἔλεξεν:

  ἀπάγγελλε τοίνυν καὶ περὶ τούτου ἔτι καὶ μέν ταὐτὰ δοκεῖ περὶ καὶ βασιλεῖ.

–τί οὖν ταῦτά ἐστιν; ἔφη ὁ Φαλῖνος. ἀπεκρίνατο Κλέαρχος:

–ἢν μὲν μένωμεν, σπονδαί, ἀπιοῦσι δὲ καὶ προϊοῦσι πόλεμος.  And Clearchus replied: “Pray answer that we hold precisely the same views on this point as the king.”–”How say you the same views?” asked Phalinus. Clearchus made answer: “As long as we stay he

 [1.23] ὁ δὲ πάλιν ἠρώτησε:

–σπονδὰς ἢ πόλεμον ἀπαγγελῶ; Κλέαρχος δὲ ταὐτὰ πάλιν ἀπεκρίνατο:

.–σπονδαὶ μὲν μένουσιν, ἀπιοῦσι δὲ καὶ προϊοῦσι πόλεμος. ὅ τι δὲ ποιήσοι οὐ διεσήμηνε.

2

 [2.1] Φαλῖνος μὲν δὴ ᾤχετο καὶ οἱ σὺν αὐτῷ. οἱ δὲ παρὰ Ἀριαίου ἧκον Προκλῆς καὶ Χειρίσοφος: Μένων δὲ αὐτοῦ ἔμενε παρὰ Ἀριαίῳ: οὗτοι δὲ ἔλεγον ὅτι πολλοὺς φαίη Ἀριαῖος εἶναι Πέρσας ἑαυτοῦ βελτίους, οὓς οὐκ ἂν ἀνασχέσθαι αὐτοῦ βασιλεύοντος: ἀλλ᾽ εἰ βούλεσθε συναπιέναι, ἥκειν ἤδη κελεύει τῆς νυκτός. εἰ δὲ μή, αὔριον πρῲ ἀπιέναι φησίν.

 [2.2] ὁ δὲ Κλέαρχος εἶπεν:

.–ἀλλ᾽ οὕτω χρὴ ποιεῖν: ἐὰν μὲν ἥκωμεν, ὥσπερ λέγετε: εἰ δὲ μή, πράττετε ὁποῖον ἄν τι ὑμῖν οἴησθε μάλιστα συμφέρειν. ὅ τι δὲ ποιήσοι οὐδὲ τούτοις εἶπε.

 [2.3] μετὰ ταῦτα ἤδη ἡλίου δύνοντος συγκαλέσας στρατηγοὺς καὶ λοχαγοὺς ἔλεξε τοιάδε.

–ἐμοί, ὦ ἄνδρες, θυομένῳ ἰέναι ἐπὶ βασιλέα οὐκ ἐγίγνετο τὰ ἱερά. καὶ εἰκότως ἄρα οὐκ ἐγίγνετο: ὡς γὰρ ἐγὼ νῦν πυνθάνομαι, ἐν μέσῳ ἡμῶν καὶ βασιλέως ὁ Τίγρης ποταμός ἐστι ναυσίπορος, ὃν οὐκ ἂν δυναίμεθα ἄνευ πλοίων διαβῆναι: πλοῖα δὲ ἡμεῖς οὐκ ἔχομεν. οὐ

 [2.4] ὧδε οὖν χρὴ ποιεῖν: ἀπιόντας δειπνεῖν ὅ τι τις ἔχει: ἐπειδὰν δὲ σημήνῃ τῷ κέρατι ὡς ἀναπαύεσθαι, συσκευάζεσθε: ἐπειδὰν δὲ τὸ δεύτερον, ἀνατίθεσθε ἐπὶ τὰ ὑποζύγια: ἐπὶ δὲ τῷ τρίτῳ ἕπεσθε τῷ ἡγουμένῳ, τὰ μὲν ὑποζύγια ἔχοντες πρὸς τοῦ ποταμοῦ, τὰ δὲ ὅπλα ἔξω.

 [2.5] ταῦτ᾽ ἀκούσαντες οἱ στρατηγοὶ καὶ λοχαγοὶ ἀπῆλθον καὶ ἐποίουν οὕτω. καὶ τὸ λοιπὸν ὁ μὲν ἦρχεν, οἱ δὲ ἐπείθοντο, οὐχ ἑλόμενοι, ἀλλὰ ὁρῶντες ὅτι μόνος ἐφρόνει οἷα δεῖ τὸν ἄρχοντα, οἱ δ᾽ ἄλλοι ἄπειροι ἦσαν.
 
 [2.6] [ἀριθμὸς τῆς ὁδοῦ ἣν ἦλθον ἐξ Ἐφέσου τῆς Ἰωνίας μέχρι τῆς μάχης σταθμοὶ τρεῖς καὶ ἐνενήκοντα, παρασάγγαι πέντε καὶ τριάκοντα καὶ πεντακόσιοι, στάδιοι πεντήκοντα καὶ ἑξακισχίλιοι καὶ μύριοι: ἀπὸ δὲ τῆς μάχης ἐλέγοντο εἶναι εἰς Βαβυλῶνα στάδιοι ἑξήκοντα καὶ τριακόσιοι.]  

 [2.7] ἐντεῦθεν ἐπεὶ σκότος ἐγένετο Μιλτοκύθης μὲν ὁ Θρᾷξ ἔχων τούς τε ἱππέας τοὺς μεθ᾽ ἑαυτοῦ εἰς τετταράκοντα καὶ τῶν πεζῶν Θρᾳκῶν ὡς τριακοσίους ηὐτομόλησε πρὸς βασιλέα.

 [2.8] Κλέαρχος δὲ τοῖς ἄλλοις ἡγεῖτο κατὰ τὰ παρηγγελμένα, οἱ δ᾽ εἵποντο: καὶ ἀφικνοῦνται εἰς τὸν πρῶτον σταθμὸν παρ᾽ Ἀριαῖον καὶ τὴν ἐκείνου στρατιὰν ἀμφὶ μέσας νύκτας: καὶ ἐν τάξει θέμενοι τὰ ὅπλα συνῆλθον οἱ στρατηγοὶ καὶ λοχαγοὶ τῶν Ἑλλήνων παρ᾽ Ἀριαῖον: καὶ ὤμοσαν οἵ τε Ἕλληνες καὶ ὁ Ἀριαῖος καὶ τῶν σὺν αὐτῷ οἱ κράτιστοι μήτε προδώσειν ἀλλήλους σύμμαχοί τε ἔσεσθαι: οἱ δὲ βάρβαροι προσώμοσαν καὶ ἡγήσεσθαι ἀδόλως.

 [2.9] ταῦτα δ᾽ ὤμοσαν, σφάξαντες ταῦρον καὶ κάπρον καὶ κριὸν εἰς ἀσπίδα, οἱ μὲν Ἕλληνες βάπτοντες ξίφος, οἱ δὲ βάρβαροι λόγχην.

 [2.10] ἐπεὶ δὲ τὰ πιστὰ ἐγένετο, εἶπεν ὁ Κλέαρχος:

.–ἄγε δή, ὦ Ἀριαῖε, ἐπείπερ ὁ αὐτὸς ὑμῖν στόλος ἐστὶ καὶ ἡμῖν, εἰπὲ τίνα γνώμην ἔχεις περὶ τῆς πορείας, πότερον ἄπιμεν ἥνπερ ἤλθομεν ἢ ἄλλην τινὰ ἐννενοηκέναι δοκεῖς ὁδὸν κρείττω.

 [2.11] ὁ δ᾽ εἶπεν:

–ἣν μὲν ἤλθομεν ἀπιόντες παντελῶς ἂν ὑπὸ λιμοῦ ἀπολοίμεθα: ὑπάρχει γὰρ νῦν ἡμῖν οὐδὲν τῶν ἐπιτηδείων. ἑπτακαίδεκα γὰρ σταθμῶν τῶν ἐγγυτάτω οὐδὲ δεῦρο ἰόντες ἐκ τῆς χώρας οὐδὲν εἴχομεν λαμβάνειν: ἔνθα δέ τι ἦν, ἡμεῖς διαπορευόμενοι κατεδαπανήσαμεν. νῦν δ᾽

 [2.12] πορευτέον δ᾽ ἡμῖν τοὺς πρώτους σταθμοὺς ὡς ἂν δυνώμεθα μακροτάτους, ἵνα ὡς πλεῖστον ἀποσπάσωμεν τοῦ βασιλικοῦ στρατεύματος: ἢν γὰρ ἅπαξ δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν ὁδὸν ἀπόσχωμεν, οὐκέτι μὴ δύνηται βασιλεὺς ἡμᾶς καταλαβεῖν. ὀλίγῳ μὲν γὰρ στρατεύματι οὐ τολμήσει ἐφέπεσθαι: πολὺν δ᾽ ἔχων δ᾽ ἔχων στόλον οὐ δυνήσεται ταχέως πορεύεσθαι: ἴσως δὲ καὶ τῶν ἐπιτηδείων σπανιεῖ. ταύτην, ἔφη, τὴν γνώμην ἔχω ἔγωγε.

 [2.13] ἦν δὲ αὕτη ἡ στρατηγία οὐδὲν ἄλλο δυναμένη ἢ ἀποδρᾶναι ἢ ἀποφυγεῖν: ἡ δὲ τύχη ἐστρατήγησε κάλλιον. ἐπεὶ γὰρ ἡμέρα ἐγένετο, ἐπορεύοντο ἐν δεξιᾷ ἔχοντες τὸν ἥλιον, λογιζόμενοι ἥξειν ἅμα ἡλίῳ δύνοντι εἰς κώμας τῆς Βαβυλωνίας χώρας: καὶ τοῦτο μὲν οὐκ ἐψεύσθησαν.

 [2.14] ἔτι δὲ ἀμφὶ δείλην ἔδοξαν πολεμίους ὁρᾶν ἱππέας: καὶ τῶν τε Ἑλλήνων οἳ μὴ ἔτυχον ἐν ταῖς τάξεσιν ὄντες εἰς τὰς τάξεις ἔθεον, καὶ Ἀριαῖος (ἐτύγχανε γὰρ ἐφ᾽ ἁμάξης πορευόμενος διότι ἐτέτρωτο) καταβὰς ἐθωρακίζετο καὶ οἱ σὺν αὐτῷ.

 [2.15] ἐν ᾧ δὲ ὡπλίζοντο ἧκον λέγοντες οἱ προπεμφθέντες σκοποὶ ὅτι οὐχ ἱππεῖς εἰσιν, ἀλλ᾽ ὑποζύγια νέμοιντο. καὶ εὐθὺς ἔγνωσαν πάντες ὅτι ἐγγύς που ἐστρατοπεδεύετο βασιλεύς: καὶ γὰρ καπνὸς ἐφαίνετο ἐν κώμαις οὐ πρόσω.

 [2.16] Κλέαρχος δὲ ἐπὶ μὲν τοὺς πολεμίους οὐκ ἦγεν: ᾔδει γὰρ καὶ ἀπειρηκότας τοὺς στρατιώτας καὶ ἀσίτους ὄντας: ἤδη δὲ καὶ ὀψὲ ἦν: οὐ μέντοι οὐδὲ ἀπέκλινε, φυλαττόμενος μὴ δοκοίη φεύγειν, ἀλλ᾽ εὐθύωρον ἄγων ἅμα τῷ ἡλίῳ δυομένῳ εἰς τὰς ἐγγυτάτω κώμας τοὺς πρώτους ἄγων κατεσκήνωσεν, ἐξ ὧν διήρπαστο ὑπὸ τοῦ βασιλικοῦ στρατεύματος καὶ αὐτὰ τὰ ἀπὸ τῶν οἰκιῶν ξύλα.

 [2.17] οἱ μὲν οὖν πρῶτοι ὅμως τρόπῳ τινὶ ἐστρατοπεδεύσαντο, οἱ δὲ ὕστεροι σκοταῖοι προσιόντες ὡς ἐτύγχανον ἕκαστοι ηὐλίζοντο, καὶ κραυγὴν πολλὴν ἐποίουν καλοῦντες ἀλλήλους, ὥστε καὶ τοὺς πολεμίους ἀκούειν: ὥστε οἱ μὲν ἐγγύτατα τῶν πολεμίων καὶ ἔφυγον ἐκ τῶν σκηνωμάτων.

 [2.18] δῆλον δὲ τοῦτο τῇ ὑστεραίᾳ ἐγένετο: οὔτε γὰρ ὑποζύγιον ἔτ᾽ οὐδὲν ἐφάνη οὔτε στρατόπεδον οὔτε καπνὸς οὐδαμοῦ πλησίον. ἐξεπλάγη δέ, ὡς ἔοικε, καὶ βασιλεὺς τῇ ἐφόδῳ τοῦ στρατεύματος. ἐδήλωσε δὲ τοῦτο οἷς τῇ ὑστεραίᾳ ἔπραττε. 

 [2.19] προϊούσης μέντοι τῆς νυκτὸς ταύτης καὶ τοῖς Ἕλλησι φόβος ἐμπίπτει, καὶ θόρυβος καὶ δοῦπος ἦν οἷον εἰκὸς φόβου ἐμπεσόντος γενέσθαι.

 [2.20] Κλέαρχος δὲ Τολμίδην Ἠλεῖον, ὃν ἐτύγχανεν ἔχων παρ᾽ ἑαυτῷ κήρυκα ἄριστον τῶν τότε, ἀνειπεῖν ἐκέλευσε σιγὴν κηρύξαντα ὅτι προαγορεύουσιν οἱ ἄρχοντες, ὃς ἂν τὸν ἀφέντα τὸν ὄνον εἰς τὰ ὅπλα μηνύσῃ, ὅτι λήψεται μισθὸν τάλαντον.

 [2.21] ἐπεὶ δὲ ταῦτα ἐκηρύχθη, ἔγνωσαν οἱ στρατιῶται ὅτι κενὸς ὁ φόβος εἴη καὶ οἱ ἄρχοντες σῷοι. ἅμα δὲ ὄρθρῳ παρήγγειλεν ὁ Κλέαρχος εἰς τάξιν τὰ ὅπλα τίθεσθαι τοὺς Ἕλληνας ᾗπερ εἶχον ὅτε ἦν ἡ μάχη.

Βιβλίον Β, 3-4

3

 [3.1] ὃ δὲ δὴ ἔγραψα ὅτι βασιλεὺς ἐξεπλάγη τῇ ἐφόδῳ, τῷδε δῆλον ἦν. τῇ μὲν γὰρ πρόσθεν ἡμέρᾳ πέμπων τὰ ὅπλα παραδιδόναι ἐκέλευε, τότε δὲ ἅμα ἡλίῳ ἀνατέλλοντι κήρυκας ἔπεμψε περὶ σπονδῶν.

 [3.2] οἱ δ᾽ ἐπεὶ ἦλθον πρὸς τοὺς προφύλακας, ἐζήτουν τοὺς ἄρχοντας. ἐπειδὴ δὲ ἀπήγγελλον οἱ προφύλακες, Κλέαρχος τυχὼν τότε τὰς τάξεις ἐπισκοπῶν εἶπε τοῖς προφύλαξι κελεύειν τοὺς κήρυκας περιμένειν ἄχρι ἂν σχολάσῃ.

 [3.3] ἐπεὶ δὲ κατέστησε τὸ στράτευμα ὡς καλῶς ἔχειν ὁρᾶσθαι πάντῃ φάλαγγα πυκνήν, ἐκ τῶν ὅπλων δὲ μηδένα καταφανῆ εἶναι, ἐκάλεσε τοὺς ἀγγέλους, καὶ αὐτός τε προῆλθε τούς τε εὐοπλοτάτους ἔχων καὶ εὐειδεστάτους τῶν αὑτοῦ στρατιωτῶν καὶ τοῖς ἄλλοις στρατηγοῖς ταὐτὰ ἔφρασεν.

 [3.4] ἐπεὶ δὲ ἦν πρὸς τοῖς ἀγγέλοις, ἀνηρώτα [πρῶτα] τί βούλοιντο. οἱ δ᾽ ἔλεγον ὅτι περὶ σπονδῶν ἥκοιεν ἄνδρες οἵτινες ἱκανοὶ ἔσονται τά τε παρὰ βασιλέως τοῖς Ἕλλησιν ἀπαγγεῖλαι καὶ τὰ παρὰ τῶν Ἑλλήνων βασιλεῖ.

 [3.5] ὁ δὲ ἀπεκρίνατο:

.–ἀπαγγέλλετε τοίνυν αὐτῷ ὅτι μάχης δεῖ πρῶτον: ἄριστον γὰρ οὐκ ἔστιν οὐδ᾽ ὁ τολμήσων περὶ σπονδῶν λέγειν τοῖς Ἕλλησι μὴ πορίσας ἄριστον.

 [3.6] ταῦτα ἀκούσαντες οἱ ἄγγελοι ἀπήλαυνον, καὶ ἧκον ταχύ: ᾧ καὶ δῆλον ἦν ὅτι ἐγγύς που βασιλεὺς ἦν ἢ ἄλλος τις ᾧ ἐπετέτακτο ταῦτα πράττειν: ἔλεγον δὲ ὅτι εἰκότα δοκοῖεν λέγειν βασιλεῖ, καὶ ἥκοιεν ἡγεμόνας ἔχοντες οἳ αὐτούς, ἐὰν σπονδαὶ γένωνται, ἄξουσιν ἔνθεν ἕξουσι τὰ ἐπιτήδεια.

 [3.7] ὁ δὲ ἠρώτα εἰ αὐτοῖς τοῖς ἀνδράσι σπένδοιτο τοῖς ἰοῦσι καὶ ἀπιοῦσιν, ἢ καὶ τοῖς ἄλλοις ἔσοιντο σπονδαί. οἱ δέ,

.–ἅπασιν, ἔφασαν, μέχρι ἂν βασιλεῖ τὰ παρ᾽ ὑμῶν διαγγελθῇ.

 [3.8] ἐπεὶ δὲ ταῦτα εἶπον, μεταστησάμενος αὐτοὺς ὁ Κλέαρχος ἐβουλεύετο: καὶ ἐδόκει ταχὺ τὰς σπονδὰς ποιεῖσθαι καὶ καθ᾽ ἡσυχίαν ἐλθεῖν τε ἐπὶ τὰ ἐπιτήδεια καὶ λαβεῖν.

 [3.9] ὁ δὲ Κλέαρχος εἶπε:

–δοκεῖ μὲν κἀμοὶ ταῦτα: οὐ μέντοι ταχύ γε ἀπαγγελῶ, ἀλλὰ διατρίψω ἔστ᾽ ἂν ὀκνήσωσιν οἱ ἄγγελοι μὴ ἀποδόξῃ ἡμῖν τὰς σπονδὰς ποιήσασθαι: οἶμαί γε μέντοι, ἔφη, καὶ τοῖς ἡμετέροις στρατιώταις τὸν αὐτὸν φόβον παρέσεσθαι. ἐπεὶ δὲ ἐδόκει καιρὸς εἶναι, ἀπήγγελλε

 [3.10] καὶ οἱ μὲν ἡγοῦντο, Κλέαρχος μέντοι ἐπορεύετο τὰς μὲν σπονδὰς ποιησάμενος, τὸ δὲ στράτευμα ἔχων ἐν τάξει, καὶ αὐτὸς ὠπισθοφυλάκει. καὶ ἐνετύγχανον τάφροις καὶ αὐλῶσιν ὕδατος πλήρεσιν, ὡς μὴ δύνασθαι διαβαίνειν ἄνευ γεφυρῶν: ἀλλ᾽ ἐποιοῦντο διαβάσεις ἐκ τῶν φοινίκων οἳ ἦσαν ἐκπεπτωκότες, τοὺς δὲ καὶ ἐξέκοπτον. 

 [3.11] καὶ ἐνταῦθα ἦν Κλέαρχον καταμαθεῖν ὡς ἐπεστάτει, ἐν μὲν τῇ ἀριστερᾷ χειρὶ τὸ δόρυ ἔχων, ἐν δὲ τῇ δεξιᾷ βακτηρίαν: καὶ εἴ τις αὐτῷ δοκοίη τῶν πρὸς τοῦτο τεταγμένων βλακεύειν, ἐκλεγόμενος τὸν ἐπιτήδειον ἔπαισεν ἄν, καὶ ἅμα αὐτὸς προσελάμβανεν εἰς τὸν πηλὸν ἐμβαίνων: ὥστε πᾶσιν αἰσχύνην εἶναι μὴ οὐ συσπουδάζειν.

 [3.12] καὶ ἐτάχθησαν πρὸς αὐτὸ οἱ <εἰς> τριάκοντα ἔτη γεγονότες: ἐπεὶ δὲ Κλέαρχον ἑώρων σπουδάζοντα, προσελάμβανον καὶ οἱ πρεσβύτεροι.

 [3.13] πολὺ δὲ μᾶλλον ὁ Κλέαρχος ἔσπευδεν, ὑποπτεύων μὴ αἰεὶ οὕτω πλήρεις εἶναι τὰς τάφρους ὕδατος (οὐ γὰρ ἦν ὥρα οἵα τὸ πεδίον ἄρδειν), ἀλλ᾽ ἵνα ἤδη πολλὰ προφαίνοιτο τοῖς Ἕλλησι δεινὰ εἰς τὴν πορείαν, τούτου ἕνεκα βασιλέα ὑπώπτευεν ἐπὶ τὸ πεδίον τὸ ὕδωρ ἀφεικέναι.

 [3.14] πορευόμενοι δὲ ἀφίκοντο εἰς κώμας ὅθεν ἀπέδειξαν οἱ ἡγεμόνες λαμβάνειν τὰ ἐπιτήδεια. ἐνῆν δὲ σῖτος πολὺς καὶ οἶνος φοινίκων καὶ ὄξος ἑψητὸν ἀπὸ τῶν αὐτῶν.

 [3.15] αὐταὶ δὲ αἱ βάλανοι τῶν φοινίκων οἵας μὲν ἐν τοῖς Ἕλλησιν ἔστιν ἰδεῖν τοῖς οἰκέταις ἀπέκειντο, αἱ δὲ τοῖς δεσπόταις ἀποκείμεναι ἦσαν ἀπόλεκτοι, θαυμάσιαι τοῦ κάλλους καὶ μεγέθους, ἡ δὲ ὄψις ἠλέκτρου οὐδὲν διέφερεν: τὰς δέ τινας ξηραίνοντες τραγήματα ἀπετίθεσαν. καὶ ἦν καὶ παρὰ πότον ἡδὺ μέν, κεφαλαλγὲς δέ. 

 [3.16] ἐνταῦθα καὶ τὸν ἐγκέφαλον τοῦ φοίνικος πρῶτον ἔφαγον οἱ στρατιῶται, καὶ οἱ πολλοὶ ἐθαύμασαν τό τε εἶδος καὶ τὴν ἰδιότητα τῆς ἡδονῆς. ἦν δὲ σφόδρα καὶ τοῦτο κεφαλαλγές. ὁ δὲ φοῖνιξ ὅθεν ἐξαιρεθείη ὁ ἐγκέφαλος ὅλος ηὐαίνετο. 

 [3.17] ἐνταῦθα ἔμειναν ἡμέρας τρεῖς: καὶ παρὰ μεγάλου βασιλέως ἧκε Τισσαφέρνης καὶ ὁ τῆς βασιλέως γυναικὸς ἀδελφὸς καὶ ἄλλοι Πέρσαι τρεῖς: δοῦλοι δὲ πολλοὶ εἵποντο. ἐπεὶ δὲ ἀπήντησαν αὐτοῖς οἱ τῶν Ἑλλήνων στρατηγοί, ἔλεγε πρῶτος Τισσαφέρνης δι᾽ ἑρμηνέως τοιάδε.

 [3.18] –ἐγώ, ὦ ἄνδρες Ἕλληνες, γείτων οἰκῶ τῇ Ἑλλάδι, καὶ ἐπεὶ ὑμᾶς εἶδον εἰς πολλὰ καὶ ἀμήχανα πεπτωκότας, εὕρημα ἐποιησάμην εἴ πως δυναίμην παρὰ βασιλέως αἰτήσασθαι δοῦναι ἐμοὶ ἀποσῶσαι ὑμᾶς εἰς τὴν Ἑλλάδα. οἶμαι γὰρ ἂν οὐκ ἀχαρίστως μοι ἔχειν οὔτε πρὸς ὑμῶν οὔτε πρὸς τῆς πάσης Ἑλλάδος.

 [3.19] ταῦτα δὲ γνοὺς ᾐτούμην βασιλέα, λέγων αὐτῷ ὅτι δικαίως ἄν μοι χαρίζοιτο, ὅτι αὐτῷ Κῦρόν τε ἐπιστρατεύοντα πρῶτος ἤγγειλα καὶ βοήθειαν ἔχων ἅμα τῇ ἀγγελίᾳ ἀφικόμην, καὶ μόνος τῶν κατὰ τοὺς Ἕλληνας τεταγμένων οὐκ ἔφυγον, ἀλλὰ διήλασα καὶ συνέμειξα βασιλεῖ ἐν τῷ ὑμετέρῳ στρατοπέδῳ ἔνθα βασιλεὺς ἀφίκετο, ἐπεὶ Κῦρον ἀπέκτεινε καὶ τοὺς ξὺν Κύρῳ βαρβάρους ἐδίωξε σὺν τοῖσδε τοῖς παροῦσι νῦν μετ᾽ ἐμοῦ, οἵπερ αὐτῷ εἰσι πιστότατοι. καὶ περὶ μὲν τούτων ὑπέσχετό μοι βουλεύσεσθαι:

 [3.20] ἐρέσθαι δέ με ὑμᾶς ἐκέλευεν ἐλθόντα τίνος ἕνεκεν ἐστρατεύσατε ἐπ᾽ αὐτόν. καὶ συμβουλεύω ὑμῖν μετρίως ἀποκρίνασθαι, ἵνα μοι εὐπρακτότερον ᾖ ἐάν τι δύνωμαι ἀγαθὸν ὑμῖν παρ᾽ αὐτοῦ διαπράξασθαι.

 [3.21] πρὸς ταῦτα μεταστάντες οἱ Ἕλληνες ἐβουλεύοντο: καὶ ἀπεκρίναντο, Κλέαρχος δ᾽ ἔλεγεν:

.–ἡμεῖς οὔτε συνήλθομεν ὡς βασιλεῖ πολεμήσοντες οὔτε ἐπορευόμεθα ἐπὶ βασιλέα, ἀλλὰ πολλὰς προφάσεις Κῦρος ηὕρισκεν, ὡς καὶ σὺ εὖ οἶσθα, ἵνα ὑμᾶς τε ἀπαρασκεύους λάβοι καὶ ἡμᾶς ἐνθάδε ἀγάγοι.

 [3.22] ἐπεὶ μέντοι ἤδη αὐτὸν ἑωρῶμεν ἐν δεινῷ ὄντα, ᾐσχύνθημεν καὶ θεοὺς καὶ ἀνθρώπους προδοῦναι αὐτόν, ἐν τῷ πρόσθεν χρόνῳ παρέχοντες ἡμᾶς αὐτοὺς εὖ ποιεῖν. 

 [3.23] ἐπεὶ δὲ Κῦρος τέθνηκεν, οὔτε βασιλεῖ ἀντιποιούμεθα τῆς ἀρχῆς οὔτ᾽ ἔστιν ὅτου ἕνεκα βουλοίμεθα ἂν τὴν βασιλέως χώραν κακῶς ποιεῖν, οὐδ᾽ αὐτὸν ἀποκτεῖναι ἂν ἐθέλοιμεν, πορευοίμεθα δ᾽ ἂν οἴκαδε, εἴ τις ἡμᾶς μὴ λυποίη: ἀδικοῦντα μέντοι πειρασόμεθα σὺν τοῖς θεοῖς ἀμύνασθαι: ἐὰν μέντοι τις ἡμᾶς καὶ εὖ ποιῶν ὑπάρχῃ, καὶ τούτου εἴς γε δύναμιν οὐχ ἡττησόμεθα εὖ ποιοῦντες.

 [3.24] ὁ μὲν οὕτως εἶπεν: ἀκούσας δὲ ὁ Τισσαφέρνης,

.-.-ταῦτα, ἔφη, ἐγὼ ἀπαγγελῶ βασιλεῖ καὶ ὑμῖν πάλιν τὰ παρ᾽ ἐκείνου: μέχρι δ᾽ ἂν ἐγὼ ἥκω αἱ σπονδαὶ μενόντων: ἀγορὰν δὲ ἡμεῖς παρέξομεν.

 [3.25] καὶ εἰς μὲν τὴν ὑστεραίαν οὐχ ἧκεν: ὥσθ᾽ οἱ Ἕλληνες ἐφρόντιζον: τῇ δὲ τρίτῃ ἥκων ἔλεγεν ὅτι διαπεπραγμένος ἥκοι παρὰ βασιλέως δοθῆναι αὐτῷ σᾐζειν τοὺς Ἕλληνας, καίπερ πάνυ πολλῶν ἀντιλεγόντων ὡς οὐκ ἄξιον εἴη βασιλεῖ ἀφεῖναι τοὺς ἐφ᾽ ἑαυτὸν στρατευσαμένους.

 [3.26] τέλος δὲ εἶπε:

.–καὶ νῦν ἔξεστιν ὑμῖν πιστὰ λαβεῖν παρ᾽ ἡμῶν ἦ μὴν φιλίαν παρέξειν ὑμῖν τὴν χώραν καὶ ἀδόλως ἀπάξειν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀγορὰν παρέχοντας: ὅπου δ᾽ ἂν μὴ ᾖ πρίασθαι, λαμβάνειν ὑμᾶς ἐκ τῆς χώρας ἐάσομεν τὰ ἐπιτήδεια.

 [3.27] ὑμᾶς δὲ αὖ ἡμῖν δεήσει ὀμόσαι ἦ μὴν πορεύσεσθαι ὡς διὰ φιλίας ἀσινῶς σῖτα καὶ ποτὰ λαμβάνοντας ὁπόταν μὴ ἀγορὰν παρέχωμεν, ἐὰν δὲ παρέχωμεν ἀγοράν, ὠνουμένους ἕξειν τὰ ἐπιτήδεια.

 [3.28] ταῦτα ἔδοξε, καὶ ὤμοσαν καὶ δεξιὰς ἔδοσαν Τισσαφέρνης καὶ ὁ τῆς βασιλέως γυναικὸς ἀδελφὸς τοῖς τῶν Ἑλλήνων στρατηγοῖς καὶ λοχαγοῖς καὶ ἔλαβον παρὰ τῶν Ἑλλήνων.

 [3.29] μετὰ δὲ ταῦτα Τισσαφέρνης εἶπε:

.–νῦν μὲν δὴ ἄπειμι ὡς βασιλέα: ἐπειδὰν δὲ διαπράξωμαι ἃ δέομαι, ἥξω συσκευασάμενος ὡς ἀπάξων ὑμᾶς εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ αὐτὸς ἀπιὼν ἐπὶ τὴν ἐμαυτοῦ ἀρχήν.

4

 [4.1] μετὰ ταῦτα περιέμενον Τισσαφέρνην οἵ τε Ἕλληνες καὶ ὁ Ἀριαῖος ἐγγὺς ἀλλήλων ἐστρατοπεδευμένοι ἡμέρας πλείους ἢ εἴκοσιν. ἐν δὲ ταύταις ἀφικνοῦνται πρὸς Ἀριαῖον καὶ οἱ ἀδελφοὶ καὶ οἱ ἄλλοι ἀναγκαῖοι καὶ πρὸς τοὺς σὺν ἐκείνῳ Περσῶν τινες, <οἳ> παρεθάρρυνόν τε καὶ δεξιὰς ἐνίοις παρὰ βασιλέως ἔφερον μὴ μνησικακήσειν βασιλέα αὐτοῖς τῆς σὺν Κύρῳ ἐπιστρατείας μηδὲ ἄλλου μηδενὸς τῶν παροιχομένων.

[4.2] τούτων δὲ γιγνομένων ἔνδηλοι ἦσαν οἱ περὶ Ἀριαῖον ἧττον προσέχοντες τοῖς Ἕλλησι τὸν νοῦν: ὥστε καὶ διὰ τοῦτο τοῖς μὲν πολλοῖς τῶν Ἑλλήνων οὐκ ἤρεσκον, ἀλλὰ προσιόντες τῷ Κλεάρχῳ ἔλεγον καὶ τοῖς ἄλλοις στρατηγοῖς:

[4.3] –τί μένομεν; ἢ οὐκ ἐπιστάμεθα ὅτι βασιλεὺς ἡμᾶς ἀπολέσαι ἂν περὶ παντὸς ποιήσαιτο, ἵνα καὶ τοῖς ἄλλοις Ἕλλησι φόβος εἴη ἐπὶ βασιλέα μέγαν στρατεύειν; καὶ νῦν μὲν ἡμᾶς ὑπάγεται μένειν διὰ τὸ διεσπάρθαι αὐτοῦ τὸ στράτευμα: ἐπὰν δὲ πάλιν ἁλισθῇ αὐτῷ ἡ στρατ

[4.4] ἴσως δέ που ἢ ἀποσκάπτει τι ἢ ἀποτειχίζει, ὡς ἄπορος εἴη ἡ ὁδός. οὐ γάρ ποτε ἑκών γε βουλήσεται ἡμᾶς ἐλθόντας εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀπαγγεῖλαι ὡς ἡμεῖς τοσοίδε ὄντες ἐνικῶμεν τὸν βασιλέα ἐπὶ ταῖς θύραις αὐτοῦ καὶ καταγελάσαντες ἀπήλθομεν.

 [4.5] Κλέαρχος δὲ ἀπεκρίνατο τοῖς ταῦτα λέγουσιν: ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι μὲν καὶ ταῦτα πάντα: ἐννοῶ δ᾽ ὅτι εἰ νῦν ἄπιμεν, δόξομεν ἐπὶ πολέμῳ ἀπιέναι καὶ παρὰ τὰς σπονδὰς ποιεῖν. ἔπειτα πρῶτον μὲν ἀγορὰν οὐδεὶς παρέξει ἡμῖν οὐδὲ ὅθεν ἐπισιτιούμεθα: αὖθις δὲ ὁ ἡγησόμενος οὐδεὶς ἔσται: καὶ ἅμα ταῦτα ποιούντων ἡμῶν

[4.6] ποταμὸς δ᾽ εἰ μέν τις καὶ ἄλλος ἄρα ἡμῖν ἐστι διαβατέος οὐκ οἶδα: τὸν δ᾽ οὖν Εὐφράτην ἴσμεν ὅτι ἀδύνατον διαβῆναι κωλυόντων πολεμίων. οὐ μὲν δὴ ἂν μάχεσθαί γε δέῃ, ἱππεῖς εἰσιν ἡμῖν ξύμμαχοι, τῶν δὲ πολεμίων ἱππεῖς εἰσιν οἱ πλεῖστοι καὶ πλείστου ἄξιοι: ὥστε νικῶντες μὲν τίνα ἂν ἀποκτείναιμεν; ἡττωμένων δὲ οὐδένα οἷόν τε σωθῆναι.

 [4.7] ἐγὼ μὲν οὖν βασιλέα, ᾧ οὕτω πολλά ἐστι τὰ σύμμαχα, εἴπερ προθυμεῖται ἡμᾶς ἀπολέσαι, οὐκ οἶδα ὅ τι δεῖ αὐτὸν ὀμόσαι καὶ δεξιὰν δοῦναι καὶ θεοὺς ἐπιορκῆσαι καὶ τὰ ἑαυτοῦ πιστὰ ἄπιστα ποιῆσαι Ἕλλησί τε καὶ βαρβάροις. τοιαῦτα πολλὰ ἔλεγεν.

 [4.8] ἐν δὲ τούτῳ ἧκε Τισσαφέρνης ἔχων τὴν ἑαυτοῦ δύναμιν ὡς εἰς οἶκον ἀπιὼν καὶ Ὀρόντας τὴν ἑαυτοῦ δύναμιν: ἦγε δὲ καὶ τὴν θυγατέρα τὴν βασιλέως ἐπὶ γάμῳ.

 [4.9] ἐντεῦθεν δὲ ἤδη Τισσαφέρνους ἡγουμένου καὶ ἀγορὰν παρέχοντος ἐπορεύοντο: ἐπορεύετο δὲ καὶ Ἀριαῖος τὸ Κύρου βαρβαρικὸν ἔχων στράτευμα ἅμα Τισσαφέρνει καὶ Ὀρόντᾳ καὶ ξυνεστρατοπεδεύετο σὺν ἐκείνοις.

 [4.10] οἱ δὲ Ἕλληνες ὑφορῶντες τούτους αὐτοὶ ἐφ᾽ ἑαυτῶν ἐχώρουν ἡγεμόνας ἔχοντες. ἐστρατοπεδεύοντο δὲ ἑκάστοτε ἀπέχοντες ἀλλήλων παρασάγγην καὶ πλέον: ἐφυλάττοντο δὲ ἀμφότεροι ὥσπερ πολεμίους ἀλλήλους, καὶ εὐθὺς τοῦτο ὑποψίαν παρεῖχεν.

 [4.11] ἐνίοτε δὲ καὶ ξυλιζόμενοι ἐκ τοῦ αὐτοῦ καὶ χόρτον καὶ ἄλλα τοιαῦτα ξυλλέγοντες πληγὰς ἐνέτεινον ἀλλήλοις: ὥστε καὶ τοῦτο ἔχθραν παρεῖχε.

 [4.12] διελθόντες δὲ τρεῖς σταθμοὺς ἀφίκοντο πρὸς τὸ Μηδίας καλούμενον τεῖχος, καὶ παρῆλθον εἴσω αὐτοῦ. ἦν δὲ ᾠκοδομημένον πλίνθοις ὀπταῖς ἐν ἀσφάλτῳ κειμέναις, εὖρος εἴκοσι ποδῶν, ὕψος δὲ ἑκατόν: μῆκος δ᾽ ἐλέγετο εἶναι εἴκοσι παρασάγγαι: ἀπέχει δὲ Βαβυλῶνος οὐ πολύ.

 [4.13] ἐντεῦθεν δ᾽ ἐπορεύθησαν σταθμοὺς δύο παρασάγγας ὀκτώ: καὶ διέβησαν διώρυχας δύο, τὴν μὲν ἐπὶ γεφύρας, τὴν δὲ ἐζευγμένην πλοίοις ἑπτά: αὗται δ᾽ ἦσαν ἀπὸ τοῦ Τίγρητος ποταμοῦ: κατετέτμηντο δὲ ἐξ αὐτῶν καὶ τάφροι ἐπὶ τὴν χώραν, αἱ μὲν πρῶται μεγάλαι, ἔπειτα δὲ ἐλάττους: τέλος δὲ καὶ μικροὶ ὀχετοί, ὥσπερ ἐν τῇ Ἑλλάδι ἐπὶ τὰς μελίνας: καὶ ἀφικνοῦνται ἐπὶ τὸν Τίγρητα ποταμόν: πρὸς ᾧ πόλις ἦν μεγάλη καὶ πολυάνθρωπος ᾗ ὄνομα Σιττάκη, ἀπέχουσα τοῦ ποταμοῦ σταδίους πεντεκαίδεκα.

 [4.14] οἱ μὲν οὖν Ἕλληνες παρ᾽ αὐτὴν ἐσκήνησαν ἐγγὺς παραδείσου μεγάλου καὶ καλοῦ καὶ δασέος παντοίων δένδρων, οἱ δὲ βάρβαροι διαβεβηκότες τὸν Τίγρητα: οὐ μέντοι καταφανεῖς ἦσαν. 

 [4.15] μετὰ δὲ τὸ δεῖπνον ἔτυχον ἐν περιπάτῳ ὄντες πρὸ τῶν ὅπλων Πρόξενος καὶ Ξενοφῶν: καὶ προσελθὼν ἄνθρωπός τις ἠρώτησε τοὺς προφύλακας ποῦ ἂν ἴδοι Πρόξενον ἢ Κλέαρχον: Μένωνα δὲ οὐκ ἐζήτει, καὶ ταῦτα παρ᾽ Ἀριαίου ὢν τοῦ Μένωνος ξένου.

 [4.16] ἐπεὶ δὲ Πρόξενος εἶπεν ὅτι αὐτός εἰμι ὃν ζητεῖς, εἶπεν ὁ ἄνθρωπος τάδε.

ἔπεμψέ με Ἀριαῖος καὶ Ἀρτάοζος, πιστοὶ ὄντες Κύρῳ καὶ ὑμῖν εὖνοι, καὶ κελεύουσι φυλάττεσθαι μὴ ὑμῖν ἐπιθῶνται τῆς νυκτὸς οἱ βάρβαροι: ἔστι δὲ στράτευμα πολὺ ἐν τῷ πλησίον παραδείσῳ.

 [4.17] καὶ παρὰ τὴν γέφυραν τοῦ Τίγρητος ποταμοῦ πέμψαι κελεύουσι φυλακήν, ὡς διανοεῖται αὐτὴν λῦσαι Τισσαφέρνης τῆς νυκτός, ἐὰν δύνηται, ὡς μὴ διαβῆτε ἀλλ᾽ ἐν μέσῳ ἀποληφθῆτε τοῦ ποταμοῦ καὶ τῆς διώρυχος. 

 [4.18] ἀκούσαντες ταῦτα ἄγουσιν αὐτὸν παρὰ τὸν Κλέαρχον καὶ φράζουσιν ἃ λέγει. ὁ δὲ Κλέαρχος ἀκούσας ἐταράχθη σφόδρα καὶ ἐφοβεῖτο.

 [4.19] νεανίσκος δέ τις τῶν παρόντων ἐννοήσας εἶπεν ὡς οὐκ ἀκόλουθα εἴη τό τε ἐπιθήσεσθαι καὶ λύσειν τὴν γέφυραν. δῆλον γὰρ ὅτι ἐπιτιθεμένους ἢ νικᾶν δεήσει ἢ ἡττᾶσθαι. ἐὰν μὲν οὖν νικῶσι, τί δεῖ λύειν αὐτοὺς τὴν γέφυραν; οὐδὲ γὰρ ἂν πολλαὶ γέφυραι ὦσιν ἔχοιμεν ἂν ὅποι φυγόντες ἡμεῖς σωθῶμεν.

 [4.20] ἐὰν δὲ ἡμεῖς νικῶμεν, λελυμένης τῆς γεφύρας οὐχ ἕξουσιν ἐκεῖνοι ὅποι φύγωσιν: οὐδὲ μὴν βοηθῆσαι πολλῶν ὄντων πέραν οὐδεὶς αὐτοῖς δυνήσεται λελυμένης τῆς γεφύρας. 

 [4.21] ἀκούσας δὲ ὁ Κλέαρχος ταῦτα ἤρετο τὸν ἄγγελον πόση τις εἴη χώρα ἡ ἐν μέσῳ τοῦ Τίγρητος καὶ τῆς διώρυχος. ὁ δὲ εἶπεν ὅτι πολλὴ καὶ κῶμαι ἔνεισι καὶ πόλεις πολλαὶ καὶ μεγάλαι.

 [4.22] τότε δὴ καὶ ἐγνώσθη ὅτι οἱ βάρβαροι τὸν ἄνθρωπον ὑποπέμψειαν, ὀκνοῦντες μὴ οἱ Ἕλληνες διελόντες τὴν γέφυραν μείναιεν ἐν τῇ νήσῳ ἐρύματα ἔχοντες ἔνθεν μὲν τὸν Τίγρητα, ἔνθεν δὲ τὴν διώρυχα: τὰ δ᾽ ἐπιτήδεια ἔχοιεν ἐκ τῆς ἐν μέσῳ χώρας πολλῆς καὶ ἀγαθῆς οὔσης καὶ τῶν ἐργασομένων ἐνόντων: εἶτα δὲ καὶ ἀποστροφὴ γένοιτο εἴ τις βούλοιτο βασιλέα κακῶς ποιεῖν.

 [4.23] μετὰ δὲ ταῦτα ἀνεπαύοντο: ἐπὶ μέντοι τὴν γέφυραν ὅμως φυλακὴν ἔπεμψαν: καὶ οὔτε ἐπέθετο οὐδεὶς οὐδαμόθεν οὔτε πρὸς τὴν γέφυραν οὐδεὶς ἦλθε τῶν πολεμίων, ὡς οἱ φυλάττοντες ἀπήγγελλον.

 [4.24] ἐπειδὴ δὲ ἕως ἐγένετο, διέβαινον τὴν γέφυραν ἐζευγμένην πλοίοις τριάκοντα καὶ ἑπτὰ ὡς οἷόν τε μάλιστα πεφυλαγμένως: ἐξήγγελλον γάρ τινες τῶν παρὰ Τισσαφέρνους Ἑλλήνων ὡς διαβαινόντων μέλλοιεν ἐπιθήσεσθαι. ἀλλὰ ταῦτα μὲν ψευδῆ ἦν: διαβαινόντων μέντοι ὁ Γλοῦς [αὐτῶν] ἐπεφάνη μετ᾽ ἄλλων σκοπῶν εἰ διαβαίνοιεν τὸν ποταμόν: ἐπειδὴ δὲ εἶδεν, ᾤχετο ἀπελαύνων.

 [4.25] ἀπὸ δὲ τοῦ Τίγρητος ἐπορεύθησαν σταθμοὺς τέτταρας παρασάγγας εἴκοσιν ἐπὶ τὸν Φύσκον ποταμόν, τὸ εὖρος πλέθρου: ἐπῆν δὲ γέφυρα. καὶ ἐνταῦθα ᾠκεῖτο πόλις μεγάλη ὄνομα Ὦπις: πρὸς ἣν ἀπήντησε τοῖς Ἕλλησιν ὁ Κύρου καὶ Ἀρταξέρξου νόθος ἀδελφὸς ἀπὸ Σούσων καὶ Ἐκβατάνων στρατιὰν πολλὴν ἄγων ὡς βοηθήσων βασιλεῖ: καὶ ἐπιστήσας τὸ ἑαυτοῦ στράτευμα παρερχομένους τοὺς Ἕλληνας ἐθεώρει.

 [4.26] ὁ δὲ Κλέαρχος ἡγεῖτο μὲν εἰς δύο, ἐπορεύετο δὲ ἄλλοτε καὶ ἄλλοτε ἐφιστάμενος: ὅσον δὲ [ἂν] χρόνον τὸ ἡγούμενον τοῦ στρατεύματος ἐπιστήσειε, τοσοῦτον ἦν ἀνάγκη χρόνον δι᾽ ὅλου τοῦ στρατεύματος γίγνεσθαι τὴν ἐπίστασιν: ὥστε τὸ στράτευμα καὶ αὐτοῖς τοῖς Ἕλλησι δόξαι πάμπολυ εἶναι, καὶ τὸν Πέρσην ἐκπεπλῆχθαι θεωροῦντα.

 [4.27] ἐντεῦθεν δ᾽ ἐπορεύθησαν διὰ τῆς Μηδίας σταθμοὺς ἐρήμους ἓξ παρασάγγας τριάκοντα εἰς τὰς Παρυσάτιδος κώμας τῆς Κύρου καὶ βασιλέως μητρός. ταύτας Τισσαφέρνης Κύρῳ ἐπεγγελῶν διαρπάσαι τοῖς Ἕλλησιν ἐπέτρεψε πλὴν ἀνδραπόδων. ἐνῆν δὲ σῖτος πολὺς καὶ πρόβατα καὶ ἄλλα χρήματα.

 [4.28] ἐντεῦθεν δ᾽ ἐπορεύθησαν σταθμοὺς ἐρήμους τέτταρας παρασάγγας εἴκοσι τὸν Τίγρητα ποταμὸν ἐν ἀριστερᾷ ἔχοντες. ἐν δὲ τῷ πρώτῳ σταθμῷ πέραν τοῦ ποταμοῦ πόλις ᾠκεῖτο μεγάλη καὶ εὐδαίμων ὄνομα Καιναί, ἐξ ἧς οἱ βάρβαροι διῆγον ἐπὶ σχεδίαις διφθερίναις ἄρτους, τυρούς, οἶνον.

Βιβλίον Β, 5-6

 [5.1] μετὰ ταῦτα ἀφικνοῦνται ἐπὶ τὸν Ζαπάταν ποταμόν, τὸ εὖρος τεττάρων πλέθρων. καὶ ἐνταῦθα ἔμειναν ἡμέρας τρεῖς: ἐν δὲ ταύταις ὑποψίαι μὲν ἦσαν, φανερὰ δὲ οὐδεμία ἐφαίνετο ἐπιβουλή.

 [5.2] ἔδοξεν οὖν τῷ Κλεάρχῳ ξυγγενέσθαι τῷ Τισσαφέρνει καὶ εἴ πως δύναιτο παῦσαι τὰς ὑποψίας πρὶν ἐξ αὐτῶν πόλεμον γενέσθαι. καὶ ἔπεμψέν τινα ἐροῦντα ὅτι ξυγγενέσθαι αὐτῷ χρῄζει.

 [5.3] ὁ δὲ ἑτοίμως ἐκέλευεν ἥκειν. ἐπειδὴ δὲ ξυνῆλθον, λέγει ὁ Κλέαρχος τάδε.

ἐγώ, ὦ Τισσαφέρνη, οἶδα μὲν ἡμῖν ὅρκους γεγενημένους καὶ δεξιὰς δεδομένας μὴ ἀδικήσειν ἀλλήλους: φυλαττόμενον δὲ σέ τε ὁρῶ ὡς πολεμίους ἡμᾶς καὶ ἡμεῖς ὁρῶντες ταῦτα ἀντιφυλαττόμεθα.

[5.4] ἐπεὶ δὲ σκοπῶν οὐ δύναμαι οὔτε σὲ αἰσθέσθαι πειρώμενον ἡμᾶς κακῶς ποιεῖν ἐγώ τε σαφῶς οἶδα ὅτι ἡμεῖς γε οὐδὲ ἐπινοοῦμεν τοιοῦτον οὐδέν, ἔδοξέ μοι εἰς λόγους σοι ἐλθεῖν, ὅπως εἰ δυναίμεθα ἐξέλοιμεν ἀλλήλων τὴν ἀπιστίαν.

 [5.5] καὶ γὰρ οἶδα ἀνθρώπους ἤδη τοὺς μὲν ἐκ διαβολῆς τοὺς δὲ καὶ ἐξ ὑποψίας οἳ φοβηθέντες ἀλλήλους φθάσαι βουλόμενοι πρὶν παθεῖν ἐποίησαν ἀνήκεστα κακὰ τοὺς οὔτε μέλλοντας οὔτ᾽ αὖ βουλομένους τοιοῦτον οὐδέν.

 [5.6] τὰς οὖν τοιαύτας ἀγνωμοσύνας νομίζων συνουσίαις μάλιστα παύεσθαι ἥκω καὶ διδάσκειν σε βούλομαι ὡς σὺ ἡμῖν οὐκ ὀρθῶς ἀπιστεῖς.

 [5.7] πρῶτον μὲν γὰρ καὶ μέγιστον οἱ θεῶν ἡμᾶς ὅρκοι κωλύουσι πολεμίους εἶναι ἀλλήλοις: ὅστις δὲ τούτων σύνοιδεν αὑτῷ παρημεληκώς, τοῦτον ἐγὼ οὔποτ᾽ ἂν εὐδαιμονίσαιμι. τὸν γὰρ θεῶν πόλεμον οὐκ οἶδα οὔτ᾽ ἀπὸ ποίου ἂν τάχους οὔτε ὅποι ἄν τις φεύγων ἀποφύγοι οὔτ᾽ εἰς ποῖον ἂν σκότος ἀποδραίη οὔθ᾽ ὅπως ἂν εἰς ἐχυρὸν χωρίον ἀποσταίη. πάντῃ γὰρ πάντα τοῖς θεοῖς ὕποχα καὶ πάντων ἴσον οἱ θεοὶ κρατοῦσι

 [5.8] περὶ μὲν δὴ τῶν θεῶν τε καὶ τῶν ὅρκων οὕτω γιγνώσκω, παρ᾽ οὓς ἡμεῖς τὴν φιλίαν συνθέμενοι κατεθέμεθα: τῶν δ᾽ ἀνθρωπίνων σὲ ἐγὼ ἐν τῷ παρόντι νομίζω μέγιστον εἶναι ἡμῖν ἀγαθόν.

 [5.9] σὺν μὲν γὰρ σοὶ πᾶσα μὲν ὁδὸς εὔπορος, πᾶς δὲ ποταμὸς διαβατός, τῶν τε ἐπιτηδείων οὐκ ἀπορία: ἄνευ δὲ σοῦ πᾶσα μὲν διὰ σκότους ἡ ὁδός: οὐδὲν γὰρ αὐτῆς ἐπιστάμεθα: πᾶς δὲ ποταμὸς δύσπορος, πᾶς δὲ ὄχλος φοβερός, φοβερώτατον δ᾽ ἐρημία: μεστὴ γὰρ πολλῆς ἀπορίας ἐστίν.

 [5.10] εἰ δὲ δὴ καὶ μανέντες σε κατακτείναιμεν, ἄλλο τι ἂν ἢ τὸν εὐεργέτην κατακτείναντες πρὸς βασιλέα τὸν μέγιστον ἔφεδρον ἀγωνιζοίμεθα; ὅσων δὲ δὴ καὶ οἵων ἂν ἐλπίδων ἐμαυτὸν στερήσαιμι, εἰ σέ τι κακὸν ἐπιχειρήσαιμι ποιεῖν, ταῦτα λέξω.

 [5.11] ἐγὼ γὰρ Κῦρον ἐπεθύμησά μοι φίλον γενέσθαι, νομίζων τῶν τότε ἱκανώτατον εἶναι εὖ ποιεῖν ὃν βούλοιτο: σὲ δὲ νῦν ὁρῶ τήν τε Κύρου δύναμιν καὶ χώραν ἔχοντα καὶ τὴν σαυτοῦ [χώραν] σᾐζοντα, τὴν δὲ βασιλέως δύναμιν, ᾗ Κῦρος πολεμίᾳ ἐχρῆτο, σοὶ ταύτην ξύμμαχον οὖσαν.

 [5.12] τούτων δὲ τοιούτων ὄντων τίς οὕτω μαίνεται ὅστις οὐ βούλεται σοὶ φίλος εἶναι; ἀλλὰ μὴν ἐρῶ γὰρ καὶ ταῦτα ἐξ ὧν ἔχω ἐλπίδας καὶ σὲ βουλήσεσθαι φίλον ἡμῖν εἶναι.

 [5.13] οἶδα μὲν γὰρ ὑμῖν Μυσοὺς λυπηροὺς ὄντας, οὓς νομίζω ἂν σὺν τῇ παρούσῃ δυνάμει ταπεινοὺς ὑμῖν παρασχεῖν: οἶδα δὲ καὶ Πισίδας: ἀκούω δὲ καὶ ἄλλα ἔθνη πολλὰ τοιαῦτα εἶναι, ἃ οἶμαι ἂν παῦσαι ἐνοχλοῦντα ἀεὶ τῇ ὑμετέρᾳ εὐδαιμονίᾳ. Αἰγυπτίους δέ, οἷς μάλιστα ὑμᾶς γιγνώσκω τεθυμωμένους, οὐχ ὁρῶ ποίᾳ δυνάμει συμμάχῳ χρησάμενοι μᾶλλον ἂν κολάσαισθε τῆς νῦν σὺν ἐμοὶ οὔσης.

 [5.14] ἀλλὰ μὴν ἔν γε τοῖς πέριξ οἰκοῦσι σὺ εἰ μὲν βούλοιο φίλος ὡς μέγιστος ἂν εἴης, εἰ δέ τίς σε λυποίη, ὡς δεσπότης <ἂν> ἀναστρέφοιο ἔχων ἡμᾶς ὑπηρέτας, οἵ σοι οὐκ ἂν μισθοῦ ἕνεκα ὑπηρετοῖμεν ἀλλὰ καὶ τῆς χάριτος ἣν σωθέντες ὑπὸ σοῦ σοὶ ἂν ἔχοιμεν δικαίως.

 [5.15] ἐμοὶ μὲν ταῦτα πάντα ἐνθυμουμένῳ οὕτω δοκεῖ θαυμαστὸν εἶναι τὸ σὲ ἡμῖν ἀπιστεῖν ὥστε καὶ ἥδιστ᾽ ἂν ἀκούσαιμι τὸ ὄνομα τίς οὕτως ἐστὶ δεινὸς λέγειν ὥστε σε πεῖσαι λέγων ὡς ἡμεῖς σοι ἐπιβουλεύομεν. Κλέαρχος μὲν οὖν τοσαῦτα εἶπε: Τισσαφέρνης δὲ ὧδε ἀπημείφθη.

 [5.16] –ἀλλ᾽ ἥδομαι μέν, ὦ Κλέαρχε, ἀκούων σου φρονίμους λόγους: ταῦτα γὰρ γιγνώσκων εἴ τι ἐμοὶ κακὸν βουλεύοις, ἅμα ἄν μοι δοκεῖς καὶ σαυτῷ κακόνους εἶναι. ὡς δ᾽ ἂν μάθῃς ὅτι οὐδ᾽ ἂν ὑμεῖς δικαίως οὔτε βασιλεῖ οὔτ᾽ ἐμοὶ ἀπιστοίητε, ἀντάκουσον.

 [5.17] εἰ γὰρ ὑμᾶς ἐβουλόμεθα ἀπολέσαι, πότερά σοι δοκοῦμεν ἱππέων πλήθους ἀπορεῖν ἢ πεζῶν ἢ ὁπλίσεως ἐν ᾗ ὑμᾶς μὲν βλάπτειν ἱκανοὶ εἴημεν ἄν, ἀντιπάσχειν δὲ οὐδεὶς κίνδυνος;

 [5.18] ἀλλὰ χωρίων ἐπιτηδείων ὑμῖν ἐπιτίθεσθαι ἀπορεῖν ἄν σοι δοκοῦμεν; οὐ τοσαῦτα μὲν πεδία ἃ ὑμεῖς φίλια ὄντα σὺν πολλῷ πόνῳ διαπορεύεσθε, τοσαῦτα δὲ ὄρη ὁρᾶτε ὑμῖν ὄντα πορευτέα, ἃ ἡμῖν ἔξεστι προκαταλαβοῦσιν ἄπορα ὑμῖν παρέχειν, τοσοῦτοι δ᾽ εἰσὶ ποταμοὶ ἐφ᾽ ὧν ἔξεστιν ἡμῖν ταμιεύεσθαι ὁπόσοις ἂν ὑμῶν βουλώμεθα μάχεσθαι; εἰσὶ δ᾽ αὐτῶν οὓς οὐδ᾽ ἂν παντάπασι διαβαίητε, εἰ μὴ ἡμεῖς ὑμᾶς διαπορεύοιμεν.

 [5.19] εἰ δ᾽ ἐν πᾶσι τούτοις ἡττᾐμεθα, ἀλλὰ τό γέ τοι πῦρ κρεῖττον τοῦ καρποῦ ἐστιν: ὃν ἡμεῖς δυναίμεθ᾽ ἂν κατακαύσαντες λιμὸν ὑμῖν ἀντιτάξαι, ᾧ ὑμεῖς οὐδ᾽ εἰ πάνυ ἀγαθοὶ εἴητε μάχεσθαι ἂν δύναισθε.

 [5.20] πῶς ἂν οὖν ἔχοντες τοσούτους πόρους πρὸς τὸ ὑμῖν πολεμεῖν, καὶ τούτων μηδένα ἡμῖν ἐπικίνδυνον, ἔπειτα ἐκ τούτων πάντων τοῦτον ἂν τὸν τρόπον ἐξελοίμεθα ὃς μόνος μὲν πρὸς θεῶν ἀσεβής, μόνος δὲ πρὸς ἀνθρώπων αἰσχρός;

 [5.21] παντάπασι δὲ ἀπόρων ἐστὶ καὶ ἀμηχάνων καὶ ἐν ἀνάγκῃ ἐχομένων, καὶ τούτων πονηρῶν, οἵτινες ἐθέλουσι δι᾽ ἐπιορκίας τε πρὸς θεοὺς καὶ ἀπιστίας πρὸς ἀνθρώπους πράττειν τι. οὐχ οὕτως ἡμεῖς, ὦ Κλέαρχε, οὔτε ἀλόγιστοι οὔτε ἠλίθιοί ἐσμεν.

 [5.22] ἀλλὰ τί δὴ ὑμᾶς ἐξὸν ἀπολέσαι οὐκ ἐπὶ τοῦτο ἤλθομεν; εὖ ἴσθι ὅτι ὁ ἐμὸς ἔρως τούτου αἴτιος τὸ τοῖς Ἕλλησιν ἐμὲ πιστὸν γενέσθαι, καὶ ᾧ Κῦρος ἀνέβη ξενικῷ διὰ μισθοδοσίας πιστεύων τούτῳ ἐμὲ καταβῆναι δι᾽ εὐεργεσίαν ἰσχυρόν.

 [5.23] ὅσα δ᾽ ἐμοὶ χρήσιμοι ὑμεῖς ἐστε τὰ μὲν καὶ σὺ εἶπας, τὸ δὲ μέγιστον ἐγὼ οἶδα: τὴν μὲν γὰρ ἐπὶ τῇ κεφαλῇ τιάραν βασιλεῖ μόνῳ ἔξεστιν ὀρθὴν ἔχειν, τὴν δ᾽ ἐπὶ τῇ καρδίᾳ ἴσως ἂν ὑμῶν παρόντων καὶ ἕτερος εὐπετῶς ἔχοι. 

 [5.24] ταῦτα εἰπὼν ἔδοξε τῷ Κλεάρχῳ ἀληθῆ λέγειν: καὶ εἶπεν:

οὐκοῦν, ἔφη, οἵτινες τοιούτων ἡμῖν εἰς φιλίαν ὑπαρχόντων πειρῶνται διαβάλλοντες ποιῆσαι πολεμίους ἡμᾶς ἄξιοί εἰσι τὰ ἔσχατα παθεῖν;

 [5.25] –καὶ ἐγὼ μέν γε, ἔφη ὁ Τισσαφέρνης, εἰ βούλεσθέ μοι οἵ τε στρατηγοὶ καὶ οἱ λοχαγοὶ ἐλθεῖν, ἐν τῷ ἐμφανεῖ λέξω τοὺς πρὸς ἐμὲ λέγοντας ὡς σὺ ἐμοὶ ἐπιβουλεύεις καὶ τῇ σὺν ἐμοὶ στρατιᾷ.

 [5.26] –ἐγὼ δέ, ἔφη ὁ Κλέαρχος, ἄξω πάντας, καὶ σοὶ αὖ δηλώσω ὅθεν ἐγὼ περὶ σοῦ ἀκούω.

 [5.27] ἐκ τούτων δὴ τῶν λόγων ὁ Τισσαφέρνης φιλοφρονούμενος τότε μὲν μένειν τε αὐτὸν ἐκέλευε καὶ σύνδειπνον ἐποιήσατο. τῇ δὲ ὑστεραίᾳ ὁ Κλέαρχος ἐλθὼν ἐπὶ τὸ στρατόπεδον δῆλός τ᾽ ἦν πάνυ φιλικῶς οἰόμενος διακεῖσθαι τῷ Τισσαφέρνει καὶ ἃ ἔλεγεν ἐκεῖνος ἀπήγγελλεν, ἔφη τε χρῆναι ἰέναι παρὰ Τισσαφέρνην οὓς ἐκέλευεν, καὶ οἳ ἂν ἐλεγχθῶσι διαβάλλοντες τῶν Ἑλλήνων, ὡς προδότας αὐτοὺς καὶ κακόνους τοῖς Ἕλλησιν ὄντας τιμωρηθῆναι.

 [5.28] ὑπώπτευε δὲ εἶναι τὸν διαβάλλοντα Μένωνα, εἰδὼς αὐτὸν καὶ συγγεγενημένον Τισσαφέρνει μετ᾽ Ἀριαίου καὶ στασιάζοντα αὐτῷ καὶ ἐπιβουλεύοντα, ὅπως τὸ στράτευμα ἅπαν πρὸς αὑτὸν λαβὼν φίλος ᾖ Τισσαφέρνει. 

 [5.29] ἐβούλετο δὲ καὶ Κλέαρχος ἅπαν τὸ στράτευμα πρὸς ἑαυτὸν ἔχειν τὴν γνώμην καὶ τοὺς παραλυποῦντας ἐκποδὼν εἶναι. τῶν δὲ στρατιωτῶν ἀντέλεγόν τινες αὐτῷ μὴ ἰέναι πάντας τοὺς λοχαγοὺς καὶ στρατηγοὺς μηδὲ πιστεύειν Τισσαφέρνει.

 [5.30] ὁ δὲ Κλέαρχος ἰσχυρῶς κατέτεινεν, ἔστε διεπράξατο πέντε μὲν στρατηγοὺς ἰέναι, εἴκοσι δὲ λοχαγούς: συνηκολούθησαν δὲ ὡς εἰς ἀγορὰν καὶ τῶν ἄλλων στρατιωτῶν ὡς διακόσιοι.

 [5.31] ἐπεὶ δὲ ἦσαν ἐπὶ θύραις ταῖς Τισσαφέρνους, οἱ μὲν στρατηγοὶ παρεκλήθησαν εἴσω, Πρόξενος Βοιώτιος, Μένων Θετταλός, Ἀγίας Ἀρκάς, Κλέαρχος Λάκων, Σωκράτης Ἀχαιός: οἱ δὲ λοχαγοὶ ἐπὶ ταῖς θύραις ἔμενον.

 [5.32] οὐ πολλῷ δὲ ὕστερον ἀπὸ τοῦ αὐτοῦ σημείου οἵ τ᾽ ἔνδον ξυνελαμβάνοντο καὶ οἱ ἔξω κατεκόπησαν. μετὰ δὲ ταῦτα τῶν βαρβάρων τινὲς ἱππέων διὰ τοῦ πεδίου ἐλαύνοντες ᾧτινι ἐντυγχάνοιεν Ἕλληνι ἢ δούλῳ ἢ ἐλευθέρῳ πάντας ἔκτεινον.

 [5.33] οἱ δὲ Ἕλληνες τήν τε ἱππασίαν ἐθαύμαζον ἐκ τοῦ στρατοπέδου ὁρῶντες καὶ ὅ τι ἐποίουν ἠμφεγνόουν, πρὶν Νίκαρχος Ἀρκὰς ἧκε φεύγων τετρωμένος εἰς τὴν γαστέρα καὶ τὰ ἔντερα ἐν ταῖς χερσὶν ἔχων, καὶ εἶπε πάντα τὰ γεγενημένα.

 [5.34] ἐκ τούτου δὴ οἱ Ἕλληνες ἔθεον ἐπὶ τὰ ὅπλα πάντες ἐκπεπληγμένοι καὶ νομίζοντες αὐτίκα ἥξειν αὐτοὺς ἐπὶ τὸ στρατόπεδον.

 [5.35] οἱ δὲ πάντες μὲν οὐκ ἦλθον, Ἀριαῖος δὲ καὶ Ἀρτάοζος καὶ Μιθραδάτης, οἳ ἦσαν Κύρῳ πιστότατοι: ὁ δὲ τῶν Ἑλλήνων ἑρμηνεὺς ἔφη καὶ τὸν Τισσαφέρνους ἀδελφὸν σὺν αὐτοῖς ὁρᾶν καὶ γιγνώσκειν: ξυνηκολούθουν δὲ καὶ ἄλλοι Περσῶν τεθωρακισμένοι εἰς τριακοσίους.

 [5.36] οὗτοι ἐπεὶ ἐγγὺς ἦσαν, προσελθεῖν ἐκέλευον εἴ τις εἴη τῶν Ἑλλήνων στρατηγὸς ἢ λοχαγός, ἵνα ἀπαγγείλωσι τὰ παρὰ βασιλέως.

 [5.37] μετὰ ταῦτα ἐξῆλθον φυλαττόμενοι τῶν Ἑλλήνων στρατηγοὶ μὲν Κλεάνωρ Ὀρχομένιος καὶ Σοφαίνετος Στυμφάλιος, ξὺν αὐτοῖς δὲ Ξενοφῶν Ἀθηναῖος, ὅπως μάθοι τὰ περὶ Προξένου: Χειρίσοφος δὲ ἐτύγχανεν ἀπὼν ἐν κώμῃ τινὶ ξὺν ἄλλοις ἐπισιτιζομένοις.

 [5.38] ἐπειδὴ δὲ ἔστησαν εἰς ἐπήκοον, εἶπεν Ἀριαῖος τάδε. Κλέαρχος μέν, ὦ ἄνδρες Ἕλληνες, ἐπεὶ ἐπιορκῶν τε ἐφάνη καὶ τὰς σπονδὰς λύων, ἔχει τὴν δίκην καὶ τέθνηκε, Πρόξενος δὲ καὶ Μένων, ὅτι κατήγγειλαν αὐτοῦ τὴν ἐπιβουλήν, ἐν μεγάλῃ τιμῇ εἰσιν. ὑμᾶς δὲ βασιλεὺς τὰ ὅπλα ἀπαιτεῖ: αὑτοῦ γὰρ εἶναί φησιν, ἐπείπερ Κύρου ἦσαν τοῦ ἐκείνου δούλου. 

 [5.39] πρὸς ταῦτα ἀπεκρίναντο οἱ Ἕλληνες, ἔλεγε δὲ Κλεάνωρ ὁ Ὀρχομένιος:

–ὦ κάκιστε ἀνθρώπων Ἀριαῖε καὶ οἱ ἄλλοι ὅσοι ἦτε Κύρου φίλοι, οὐκ αἰσχύνεσθε οὔτε θεοὺς οὔτ᾽ ἀνθρώπους, οἵτινες ὀμόσαντες ἡμῖν τοὺς αὐτοὺς φίλους καὶ ἐχθροὺς νομιεῖν, προδόντες ἡμᾶς σὺν Τισσαφέρνει τῷ ἀθεωτάτῳ τε καὶ πανουργοτάτῳ τούς τε ἄνδρας αὐτοὺς οἷ

 [5.40] ὁ δὲ Ἀριαῖος εἶπε: Κλέαρχος γὰρ πρόσθεν ἐπιβουλεύων φανερὸς ἐγένετο Τισσαφέρνει τε καὶ Ὀρόντᾳ, καὶ πᾶσιν ἡμῖν τοῖς ξὺν τούτοις. ἐπὶ τούτοις Ξενοφῶν τάδε εἶπε.

 [5.41] Κλέαρχος μὲν τοίνυν εἰ παρὰ τοὺς ὅρκους ἔλυε τὰς σπονδάς, τὴν δίκην ἔχει: δίκαιον γὰρ ἀπόλλυσθαι τοὺς ἐπιορκοῦντας: Πρόξενος δὲ καὶ Μένων ἐπείπερ εἰσὶν ὑμέτεροι μὲν εὐεργέται, ἡμέτεροι δὲ στρατηγοί, πέμψατε αὐτοὺς δεῦρο: δῆλον γὰρ ὅτι φίλοι γε ὄντες ἀμφοτέροις πειράσονται καὶ ὑμῖν καὶ ἡμῖν τὰ βέλτιστα ξυμβουλεῦσαι.

 [5.42] πρὸς ταῦτα οἱ βάρβαροι πολὺν χρόνον διαλεχθέντες ἀλλήλοις ἀπῆλθον οὐδὲν ἀποκρινάμενοι.

6 [6.1] οἱ μὲν δὴ στρατηγοὶ οὕτω ληφθέντες ἀνήχθησαν ὡς βασιλέα καὶ ἀποτμηθέντες τὰς κεφαλὰς ἐτελεύτησαν, εἷς μὲν αὐτῶν Κλέαρχος ὁμολογουμένως ἐκ πάντων τῶν ἐμπείρως αὐτοῦ ἐχόντων δόξας γενέσθαι ἀνὴρ καὶ πολεμικὸς καὶ φιλοπόλεμος ἐσχάτως.

 [6.2] καὶ γὰρ δὴ ἕως μὲν πόλεμος ἦν τοῖς Λακεδαιμονίοις πρὸς τοὺς Ἀθηναίους παρέμενεν, ἐπειδὴ δὲ εἰρήνη ἐγένετο, πείσας τὴν αὑτοῦ πόλιν ὡς οἱ Θρᾷκες ἀδικοῦσι τοὺς Ἕλληνας καὶ διαπραξάμενος ὡς ἐδύνατο παρὰ τῶν ἐφόρων ἐξέπλει ὡς πολεμήσων τοῖς ὑπὲρ Χερρονήσου καὶ Περίνθου Θρᾳξίν.

 [6.3] ἐπεὶ δὲ μεταγνόντες πως οἱ ἔφοροι ἤδη ἔξω ὄντος ἀποστρέφειν αὐτὸν ἐπειρῶντο ἐξ Ἰσθμοῦ, ἐνταῦθα οὐκέτι πείθεται, ἀλλ᾽ ᾤχετο πλέων εἰς Ἑλλήσποντον.

 [6.4] ἐκ τούτου καὶ ἐθανατώθη ὑπὸ τῶν ἐν Σπάρτῃ τελῶν ὡς ἀπειθῶν. ἤδη δὲ φυγὰς ὢν ἔρχεται πρὸς Κῦρον, καὶ ὁποίοις μὲν λόγοις ἔπεισε Κῦρον ἄλλῃ γέγραπται, δίδωσι δὲ αὐτῷ Κῦρος μυρίους δαρεικούς:

 [6.5] ὁ δὲ λαβὼν οὐκ ἐπὶ ῥᾳθυμίαν ἐτράπετο, ἀλλ᾽ ἀπὸ τούτων τῶν χρημάτων συλλέξας στράτευμα ἐπολέμει τοῖς Θρᾳξί, καὶ μάχῃ τε ἐνίκησε καὶ ἀπὸ τούτου δὴ ἔφερε καὶ ἦγε τούτους καὶ πολεμῶν διεγένετο μέχρι Κῦρος ἐδεήθη τοῦ στρατεύματος: τότε δὲ ἀπῆλθεν ὡς ξὺν ἐκείνῳ αὖ πολεμήσων.

 [6.6] ταῦτα οὖν φιλοπολέμου μοι δοκεῖ ἀνδρὸς ἔργα εἶναι, ὅστις ἐξὸν μὲν εἰρήνην ἄγειν ἄνευ αἰσχύνης καὶ βλάβης αἱρεῖται πολεμεῖν, ἐξὸν δὲ ῥᾳθυμεῖν βούλεται πονεῖν ὥστε πολεμεῖν, ἐξὸν δὲ χρήματα ἔχειν ἀκινδύνως αἱρεῖται πολεμῶν μείονα ταῦτα ποιεῖν: ἐκεῖνος δὲ ὥσπερ εἰς παιδικὰ ἢ εἰς ἄλλην τινὰ ἡδονὴν ἤθελε δαπανᾶν εἰς πόλεμον.

 [6.7] οὕτω μὲν φιλοπόλεμος ἦν: πολεμικὸς δὲ αὖ ταύτῃ ἐδόκει εἶναι ὅτι φιλοκίνδυνός τε ἦν καὶ ἡμέρας καὶ νυκτὸς ἄγων ἐπὶ τοὺς πολεμίους καὶ ἐν τοῖς δεινοῖς φρόνιμος, ὡς οἱ παρόντες πανταχοῦ πάντες ὡμολόγουν. 

 [6.8] καὶ ἀρχικὸς δ᾽ ἐλέγετο εἶναι ὡς δυνατὸν ἐκ τοῦ τοιούτου τρόπου οἷον κἀκεῖνος εἶχεν. ἱκανὸς μὲν γὰρ ὥς τις καὶ ἄλλος φροντίζειν ἦν ὅπως ἔχοι ἡ στρατιὰ αὐτῷ τὰ ἐπιτήδεια καὶ παρασκευάζειν ταῦτα, ἱκανὸς δὲ καὶ ἐμποιῆσαι τοῖς παροῦσιν ὡς πειστέον εἴη Κλεάρχῳ.

 [6.9] τοῦτο δ᾽ ἐποίει ἐκ τοῦ χαλεπὸς εἶναι: καὶ γὰρ ὁρᾶν στυγνὸς ἦν καὶ τῇ φωνῇ τραχύς, ἐκόλαζέ τε ἰσχυρῶς, καὶ ὀργῇ ἐνίοτε, ὡς καὶ αὐτῷ μεταμέλειν ἔσθ᾽ ὅτε.

 [6.10] καὶ γνώμῃ δ᾽ ἐκόλαζεν: ἀκολάστου γὰρ στρατεύματος οὐδὲν ἡγεῖτο ὄφελος εἶναι, ἀλλὰ καὶ λέγειν αὐτὸν ἔφασαν ὡς δέοι τὸν στρατιώτην φοβεῖσθαι μᾶλλον τὸν ἄρχοντα ἢ τοὺς πολεμίους, εἰ μέλλοι ἢ φυλακὰς φυλάξειν ἢ φίλων ἀφέξεσθαι ἢ ἀπροφασίστως ἰέναι πρὸς τοὺς πολεμίους.

 [6.11] ἐν μὲν οὖν τοῖς δεινοῖς ἤθελον αὐτοῦ ἀκούειν σφόδρα καὶ οὐκ ἄλλον ᾑροῦντο οἱ στρατιῶται: καὶ γὰρ τὸ στυγνὸν τότε φαιδρὸν αὐτοῦ ἐν τοῖς ἄλλοις προσώποις ἔφασαν φαίνεσθαι καὶ τὸ χαλεπὸν ἐρρωμένον πρὸς τοὺς πολεμίους ἐδόκει εἶναι, ὥστε σωτήριον, οὐκέτι χαλεπὸν ἐφαίνετο:

 [6.12] ὅτε δ᾽ ἔξω τοῦ δεινοῦ γένοιντο καὶ ἐξείη πρὸς ἄλλον ἀρξομένους ἀπιέναι, πολλοὶ αὐτὸν ἀπέλειπον: τὸ γὰρ ἐπίχαρι οὐκ εἶχεν, ἀλλ᾽ ἀεὶ χαλεπὸς ἦν καὶ ὠμός: ὥστε διέκειντο πρὸς αὐτὸν οἱ στρατιῶται ὥσπερ παῖδες πρὸς διδάσκαλον.

 [6.13] καὶ γὰρ οὖν φιλίᾳ μὲν καὶ εὐνοίᾳ ἑπομένους οὐδέποτε εἶχεν: οἵτινες δὲ ἢ ὑπὸ πόλεως τεταγμένοι ἢ ὑπὸ τοῦ δεῖσθαι ἢ ἄλλῃ τινὶ ἀνάγκῃ κατεχόμενοι παρείησαν αὐτῷ, σφόδρα πειθομένοις ἐχρῆτο.

 [6.14] ἐπεὶ δὲ ἄρξαιντο νικᾶν ξὺν αὐτῷ τοὺς πολεμίους, ἤδη μεγάλα ἦν τὰ χρησίμους ποιοῦντα εἶναι τοὺς ξὺν αὐτῷ στρατιώτας: τό τε γὰρ πρὸς τοὺς πολεμίους θαρραλέως ἔχειν παρῆν καὶ τὸ τὴν παρ᾽ ἐκείνου τιμωρίαν φοβεῖσθαι εὐτάκτους ἐποίει.

 [6.15] τοιοῦτος μὲν δὴ ἄρχων ἦν: ἄρχεσθαι δὲ ὑπὸ ἄλλων οὐ μάλα ἐθέλειν ἐλέγετο. ἦν δὲ ὅτε ἐτελεύτα ἀμφὶ τὰ πεντήκοντα ἔτη.

 [6.16] Πρόξενος δὲ ὁ Βοιώτιος εὐθὺς μὲν μειράκιον ὢν ἐπεθύμει γενέσθαι ἀνὴρ τὰ μεγάλα πράττειν ἱκανός: καὶ διὰ ταύτην τὴν ἐπιθυμίαν ἔδωκε Γοργίᾳ ἀργύριον τῷ Λεοντίνῳ.

 [6.17] ἐπεὶ δὲ συνεγένετο ἐκείνῳ, ἱκανὸς νομίσας ἤδη εἶναι καὶ ἄρχειν καὶ φίλος ὢν τοῖς πρώτοις μὴ ἡττᾶσθαι εὐεργετῶν, ἦλθεν εἰς ταύτας τὰς σὺν Κύρῳ πράξεις: καὶ ᾤετο κτήσεσθαι ἐκ τούτων ὄνομα μέγα καὶ δύναμιν μεγάλην καὶ χρήματα πολλά: 

 [6.18] τοσούτων δ᾽ ἐπιθυμῶν σφόδρα ἔνδηλον αὖ καὶ τοῦτο εἶχεν, ὅτι τούτων οὐδὲν ἂν θέλοι κτᾶσθαι μετὰ ἀδικίας, ἀλλὰ σὺν τῷ δικαίῳ καὶ καλῷ ᾤετο δεῖν τούτων τυγχάνειν, ἄνευ δὲ τούτων μή.

 [6.19] ἄρχειν δὲ καλῶν μὲν καὶ ἀγαθῶν δυνατὸς ἦν: οὐ μέντοι οὔτ᾽ αἰδῶ τοῖς στρατιώταις ἑαυτοῦ οὔτε φόβον ἱκανὸς ἐμποιῆσαι, ἀλλὰ καὶ ᾐσχύνετο μᾶλλον τοὺς στρατιώτας ἢ οἱ ἀρχόμενοι ἐκεῖνον: καὶ φοβούμενος μᾶλλον ἦν φανερὸς τὸ ἀπεχθάνεσθαι τοῖς στρατιώταις ἢ οἱ στρατιῶται τὸ ἀπιστεῖν ἐκείνῳ.

 [6.20] ᾤετο δὲ ἀρκεῖν πρὸς τὸ ἀρχικὸν εἶναι καὶ δοκεῖν τὸν μὲν καλῶς ποιοῦντα ἐπαινεῖν, τὸν δὲ ἀδικοῦντα μὴ ἐπαινεῖν. τοιγαροῦν αὐτῷ οἱ μὲν καλοί τε καὶ ἀγαθοὶ τῶν συνόντων εὖνοι ἦσαν, οἱ δὲ ἄδικοι ἐπεβούλευον ὡς εὐμεταχειρίστῳ ὄντι. ὅτε δὲ ἀπέθνῃσκεν ἦν ἐτῶν ὡς τριάκοντα.

 [6.21] Μένων δὲ ὁ Θετταλὸς δῆλος ἦν ἐπιθυμῶν μὲν πλουτεῖν ἰσχυρῶς, ἐπιθυμῶν δὲ ἄρχειν, ὅπως πλείω λαμβάνοι, ἐπιθυμῶν δὲ τιμᾶσθαι, ἵνα πλείω κερδαίνοι: φίλος τε ἐβούλετο εἶναι τοῖς μέγιστα δυναμένοις, ἵνα ἀδικῶν μὴ διδοίη δίκην.

 [6.22] ἐπὶ δὲ τὸ κατεργάζεσθαι ὧν ἐπιθυμοίη συντομωτάτην ᾤετο ὁδὸν εἶναι διὰ τοῦ ἐπιορκεῖν τε καὶ ψεύδεσθαι καὶ ἐξαπατᾶν, τὸ δ᾽ ἁπλοῦν καὶ ἀληθὲς τὸ αὐτὸ τῷ ἠλιθίῳ εἶναι.

 [6.23] στέργων δὲ φανερὸς μὲν ἦν οὐδένα, ὅτῳ δὲ φαίη φίλος εἶναι, τούτῳ ἔνδηλος ἐγίγνετο ἐπιβουλεύων. καὶ πολεμίου μὲν οὐδενὸς κατεγέλα, τῶν δὲ συνόντων πάντων ὡς καταγελῶν ἀεὶ διελέγετο.

 [6.24] καὶ τοῖς μὲν τῶν πολεμίων κτήμασιν οὐκ ἐπεβούλευε: χαλεπὸν γὰρ ᾤετο εἶναι τὰ τῶν φυλαττομένων λαμβάνειν: τὰ δὲ τῶν φίλων μόνος ᾤετο εἰδέναι ῥᾷστον ὂν ἀφύλακτα λαμβάνειν.

 [6.25] καὶ ὅσους μὲν αἰσθάνοιτο ἐπιόρκους καὶ ἀδίκους ὡς εὖ ὡπλισμένους ἐφοβεῖτο, τοῖς δὲ ὁσίοις καὶ ἀλήθειαν ἀσκοῦσιν ὡς ἀνάνδροις ἐπειρᾶτο χρῆσθαι.

 [6.26] ὥσπερ δέ τις ἀγάλλεται ἐπὶ θεοσεβείᾳ καὶ ἀληθείᾳ καὶ δικαιότητι, οὕτω Μένων ἠγάλλετο τῷ ἐξαπατᾶν δύνασθαι, τῷ πλάσασθαι ψεύδη, τῷ φίλους διαγελᾶν: τὸν δὲ μὴ πανοῦργον τῶν ἀπαιδεύτων ἀεὶ ἐνόμιζεν εἶναι. καὶ παρ᾽ οἷς μὲν ἐπεχείρει πρωτεύειν φιλίᾳ, διαβάλλων τοὺς πρώτους τοῦτο ᾤετο δεῖν κτήσασθαι.

 [6.27] τὸ δὲ πειθομένους τοὺς στρατιώτας παρέχεσθαι ἐκ τοῦ συναδικεῖν αὐτοῖς ἐμηχανᾶτο. τιμᾶσθαι δὲ καὶ θεραπεύεσθαι ἠξίου ἐπιδεικνύμενος ὅτι πλεῖστα δύναιτο καὶ ἐθέλοι ἂν ἀδικεῖν. εὐεργεσίαν δὲ κατέλεγεν, ὁπότε τις αὐτοῦ ἀφίσταιτο, ὅτι χρώμενος αὐτῷ οὐκ ἀπώλεσεν αὐτόν.

 [6.28] καὶ τὰ μὲν δὴ ἀφανῆ ἔξεστι περὶ αὐτοῦ ψεύδεσθαι, ἃ δὲ πάντες ἴσασι τάδ᾽ ἐστί. παρὰ Ἀριστίππου μὲν ἔτι ὡραῖος ὢν στρατηγεῖν διεπράξατο τῶν ξένων, Ἀριαίῳ δὲ βαρβάρῳ ὄντι, ὅτι μειρακίοις καλοῖς ἥδετο, οἰκειότατος [ἔτι ὡραῖος ὢν] ἐγένετο, αὐτὸς δὲ παιδικὰ εἶχε Θαρύπαν ἀγένειος ὢν γενειῶντα. 

 [6.29] ἀποθνῃσκόντων δὲ τῶν συστρατήγων ὅτι ἐστράτευσαν ἐπὶ βασιλέα ξὺν Κύρῳ, ταὐτὰ πεποιηκὼς οὐκ ἀπέθανε, μετὰ δὲ τὸν τῶν ἄλλων θάνατον στρατηγῶν τιμωρηθεὶς ὑπὸ βασιλέως ἀπέθανεν, οὐχ ὥσπερ Κλέαρχος καὶ οἱ ἄλλοι στρατηγοὶ ἀποτμηθέντες τὰς κεφαλάς, ὅσπερ τάχιστος θάνατος δοκεῖ εἶναι, ἀλλὰ ζῶν αἰκισθεὶς ἐνιαυτὸν ὡς πονηρὸς λέγεται τῆς τελευτῆς τυχεῖν. 

 [6.30] Ἀγίας δὲ ὁ Ἀρκὰς καὶ Σωκράτης ὁ Ἀχαιὸς καὶ τούτω ἀπεθανέτην. τούτων δὲ οὔθ᾽ ὡς ἐν πολέμῳ κακῶν οὐδεὶς κατεγέλα οὔτ᾽ εἰς φιλίαν αὐτοὺς ἐμέμφετο. ἤστην δὲ ἄμφω ἀμφὶ τὰ πέντε καὶ τριάκοντα ἔτη ἀπὸ γενεᾶς.

Ιανουαρίου 26, 2009 Αναρτήθηκε από τον/την | "Greek National Pride" blog | Γράψτε ένα σχόλιο

- ΟΡΚΟΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΑΧΗ –

ΟΡΚΟΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΑΧΗ

 

 

ΟΥ ΠΟΙΗΣΟΜΑΙ ΠΕΡΙ ΠΛΕΙΟΝΟΣ ΤΟ ΖΗΝ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΟΥΔΕ ΚΑΤΑΛΕΙΨΩ ΤΟΥΣ ΗΓΕΜΟΝΑΣ ΟΥΤΕ ΖΩΝΤΑΣ ΟΥΤΕ ΑΠΟΘΑΝΟΝΤΑΣ ΑΛΛΑ ΤΟΥΣ ΕΝ ΤΗΙ ΜΑΧΗι ΤΕΛΕΥΤΗΣΑΝΤΕΣ ΤΩΝ ΣΥΜΜΑΧΩΝ  ΑΠΑΝΤΑΣ ΘΑΨΩ ΚΑΙ ΚΡΑΤΗΣΑΣ ΤΩι ΠΟΛΕΜΩι ΤΟΥΣ ΒΑΡΒΑΡΟΥΣ ΤΩΝ ΜΕΝ ΜΑΧΕΣΑΜΕΝΩΝ ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΠΟΛΕΩΝ ΟΥΔΕΜΙΑΝ ΑΝΑΣΤΑΤΟΝ ΠΟΙΗΣΩ ΤΑΣ ΔΕ ΤΑ ΤΟΥ ΒΑΡΒΑΡΟΥ ΠΡΟΕΛΟΜΕΝΑΣ  ΑΠΑΣΑΣ ΔΕΚΑΤΕΥΣΩ ΚΑΙ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΤΩΝ ΕΜΠΡΗΣΘΕΝΤΩΝ ΚΑΙ ΚΑΤΑΒΛΗΘΕΝΤΩΝ ΥΠΟ ΤΩΝ  ΒΑΡΒΑΡΩΝ ΟΥΔΕΝ ΑΝΟΙΚΟΔΟΜΗΣΩ ΠΑΝΤΑΠΑΣΙΝ ΑΛΛ ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΤΟΙΣ ΕΠΙΓΙΓΝΟΜΕΝΟΙΣ ΕΑΣΩ  ΚΑΤΑΛΕΙΠΕΣΘΑΙ ΤΗΣ ΤΩΝ ΒΑΡΒΑΡΩΝ ΑΣΕΒΕΙΑΣ

Μετάφραση.

Δε θα προτιμήσω τη ζωή από την ελευθέρια, ούτε τους αρχηγούς μου θα παρατήσω, είτε ζωντανούς είτε νεκρούς, αλλά όσους συμπολεμιστές μου σκοτωθούν στη μάχη θα τους θάψω.

Και, νικητής στον πόλεμο κατά των βαρβάρων, δεν θα βλάψω καμία από τις πόλεις που πολέμησαν για την Ελλάδα, εκείνες όμως που πήραν το μέρος του βαρβάρου θα τις κάνω φόρου υποτελείς.

Και κανένα απ’ τα ιερά, που οι βάρβαροι πυρπόλησαν ή γκρέμισαν, δεν θ’ ανοικοδομήσω αλλά θα τ’ αφήσω να μένουν στους μεταγενέστερους, ως μνημεία της βαρβαρικής ασέβειας.

………………………………………………………………………………………………………………. 

Σπουδαία για την ιστορία, και μη αφήνοντας καμμία αμφιβολία για την κοινή των Ελλήνων καταγωγή, ήταν η απάντηση των Αθηναίων προς τους Σπαρτιάτες, όταν οι τελευταίοι φοβήθηκαν πιθανή αποχώρησή τους, λόγω του όγκου των εχθρικών δυνάμεων:

 

Το μέν δείσαι Λακεδαιμονίους…

ούτε χρυσός γης εστι ουδαμόθι τοσούτος

ούτε χώρη κάλλεει και αρετή μέγα υπερφέρουσα

τα ημείς δεξάμενοι

εθέλοιμεν άν μηδίσαντες

καταδουλώσαι την Ελλάδα. …

αύτις δε   τ ό   Ε λ λ η ν ι κ ό ν

ε ό ν   ό μ α ι μ ό ν   τ ε   κ α ί   ο μ ό γ λ ω σ σ ο ν,

κ α ί   Θ ε ώ ν   ι δ ρ ύ μ α τ α   κ ο ι ν ά   κ α ί   θ υ σ ί α ι

ή θ ε ά  τ ε   ο μ ό τ ρ ο π α.

των προδότας γενέσθαι Αθηναίους ουκ αν ευ έχοι. …

έστί άν και εις περιή Αθηναίων

μηδαμά ομολογήσοντας ημέας Ξέρξη

( Το ότι οι Λακεδαιμόνιοι φοβήθηκαν μήπως έλθομε σε συμφωνία με τον βάρβαρο είναι απολύτως ανθρώπινο. Όμως είναι αναμφιβόλως επαίσχυντο, που φαίνεστε να φοβάστε σχετικά  με το φρόνημα των Αθηναίων ενώ αυτό το γνωρίζετε άριστα,ότι δηλαδή πουθενά στη γη δεν υπάρχει τόσο χρυσάφι  ούτε χώρα, που να υπερέχει εξαιρετικά ώς προς την ομορφιά και την αρετή, τα οποία δεχόμενοι θα θέλαμε να ταχθούμε με το μέρος των Μήδων και να υποδουλώσουμε εντελώς την Ελλάδα.Διότι είναι πολλά και σημαντικά  αυτά που μας εμποδίζουν να πράξωμε τούτα,ακόμη κι αν το επιθυμούσαμε, και πρώτα και μέγιστα είναι τα αγάλματα και τα οικήματα των θεών, που είναι 

πυρπολημένα και θαμμένα στο χώμα, για τα οποία είναι ανάγκη να επιβάλωμε τη μεγίστη τιμωρία παρά να συμμαχήσωμε μέ αυτόν που διέπραξε αυτά, και επιπλέον η ελληνικότητα, που είναι το όμαιμο, το ομόγλωσσο, τα κοινά ιδρύματα τα αφιερωμένα στους θεούς και οι θυσίες, καθώς και τα ομοειδή ήθη, που δεν θα ήτο ποτέ ανδρείο να τα προδώσουν οι Αθηναίοι.

Να γνωρίζετε λοιπόν καλά, άν έτυχε στο παρελθόν να μήν το γνωρίζετε, ότι, έως ότου σώζεται έστω και ένας Αθηναίος, με κανένα τρόπο δεν πρόκειται να συνομολογήσωμε με τον Ξέρξη.. ).

Ιανουαρίου 26, 2009 Αναρτήθηκε από τον/την | "Greek National Pride" blog, ΕΛΛΑΔΑ, ΙΣΤΟΡΙΚΑ | 4 σχόλια

- ΠΑΡΘΕΝΩΝ. ΕΓΚΑΙΝΙΑ τού ΝΑΟΥ (- 438 π.Χ) -

ΠΑΡΘΕΝΩΝ – ΕΓΚΑΙΝΙΑ τού ΝΑΟΥ

 

Εγκαίνια τού ΠΑΡΘΕΝΩΝΟΣ κατά τήν εορτή τής ΑΘΗΝΑΣ, το 438 .Ο ναός ήταν έτοιμος εκτός από τά μεγάλα αετώματα καί διάφορες λεπτομέρειες, πού θά τελειώσουν τό -432.

Αρχιτέκτων καί σχεδιαστής αυτού τού αριστουργήματος, θά είναι ο Ικτίνος, γιά τόν οποίον υπάρχουν αμφιβολίες εάν ήταν Αθηναίος, ( λέγεται ότι ήταν Ηλείος καί ότι τόν γνώρισε ο Φειδίας στην Ολυμπία ), καί εκτελεστής τών σχεδίων του, κάτι σάν εργολάβος δηλαδή, ο Καλλικράτης, αλλά τό σύνολο τών έργων κατασκευάστηκε υπό τήν εποπτεία τού Φειδία γιού τού Χαρμίδη, γλύπτη αλλά καί μέ γνώμη πάνω σέ αρχιτεκτονικά ζητήματα.

Τό χρονικό διάστημα πού χρειάστηκαν οι Αθηναίοι ( 9 έτη ), γιά τήν κατασκευή αυτού τού αριστουργήματος, είναι από μόνο του ένα μεγάλο επίτευγμα, άν τό συνδυάσουμε δέ καί μέ τά μέσα τής εποχής, είναι κάτι τό απίστευτο.

Ο ναός είναι Δωρικού ρυθμού σέ συνδυασμό μέ αρκετά στοιχεία Ιωνικού, αμφιπρόστυλος καί ο μοναδικός δωρικός ναός, τουλάχιστον στήν ηπειρωτική Ελλάδα, μέ 8 κίονες στίς στενές του πλευρές καί όχι 6 πού είναι καί ο κανόνας.

Εάν τόν εξετάσουμε από κάτω πρός τά επάνω, θά δούμε ότι χωρίζεται σέ τρία κύρια μέρη. 

1) Τήν ΚΡΗΠΙΔΑ ( βάση ), 2) τό ΠΤΕΡΟΝ ( κιονοστοιχία ) καί 3) τόν ΘΡΙΓΚΟ ( δηλαδή όλα τά μέρη τού ναού πού βρίσκονται πάνω από τούς κίονες ).

1) Η Κρηπίς: Είναι χωρισμένη σέ 3 βαθμίδες σάν σκάλα, όχι βέβαια γιά νά χρησιμοποιείται γιά τόν σκοπό αυτό, αφού τό ύψος κάθε βαθμίδας είναι 55 εκατοστά, αλλά γιατί όλο τό μνημείο καθώς υψώνεται έχει μία ροπή πρός τά μέσα. Η επιφάνεια τής κρηπίδος πού επάνω της πατούν οι κίονες, δηλαδή ο Στυλοβάτης, δέν είναι  απολύτως οριζόντια αλλά καμπυλώνει πρός τό κέντρο.

Άλλωστε σέ όλο τό οικοδόμημα λείπουν παντελώς οι ευθείες. Όλες οι γραμμές είναι, ανεπαίσθητα βέβαια, καμπύλες.

2) Το Πτερόν: Η κιονοστοιχία τού οικοδομήματος, τό φέρον στοιχείο, αυτό δηλαδή, πού συγκρατεί όλα τά αρχιτεκτονικά μέλη πού βρίσκονται πάνω από τά κιονόκρανα.Οι κίονες 46 στόν αριθμό ( 8+8 στίς δύο προσόψεις καί 17+17 στίς δύο μακριές πλευρές τού ναού ) πατούν στόν στυλοβάτη καί καταλήγουν στόν Άβακα, στόν οποίο πατά τό επάνω μέρος τού οικοδομήματος, δηλαδή ο θριγκός.

Αποτελούνται από 11 κομμάτια μαρμάρου, τούς Σπονδύλους τοποθετημένους τόν ένα επάνω στόν άλλο καί εφαπτόμενους τόσο τέλεια, ώστε ο κίονας δείχνει σάν ένα ενιαίο κομμάτι. Οι αυλακώσεις τού αφαιρούν ύλη, κάνοντάς τον κομψότερο, ενώ μέ τίς Ακμές πού σχηματίζουν, τού δίνουν μία αίσθηση στιβαρότητος.

Το ύψος καί τό πάχος τού κίονος είναι αισθητικά, καί όχι μόνο μηχανικά, ανάλογο μέ τό βάρος πού θά κρατήσει. Τό στένεμά του πρός τά επάνω, δίνει τήν αίσθηση τής σταθερότητος τής πλατύτερης βάσης, καί μέ τόν Εχίνο πού στηρίζει τό Κιονόκρανο παίρνει πάλι τά χαρακτηριστικά αυτής, ( τής βάσης ).Στενεύοντας όμως πρός τά επάνω στά 2/3 τού ύψους του, ο κίονας παίρνει ένα φούσκωμα ώς δύο πόντους.  Είναι η λεγόμενη Ένταση τής κολόνας, η οποία τήν ενισχύει στήν στήριξη τού τεραστίου βάρους τού θριγκού. Οι ακμές αρμαθιάζονται κάτω από τό κιονόκρανο μέ τούς Ιμάντες, τρείς χαρακιές πού συνδέουν τίς ραβδώσεις σέ δέσμη.

Τέλος καταλήγουν στόν εχίνο καί τό λιτό καί συνάμα τόσο στιβαρό, Δωρικό κιονόκρανο.

3) Ο ΘΡΙΓΚΟΣ: Χωρισμένος από τό κιονόκρανο μέ μία επίπεδη πλάκα τόν άβακα χωρίζεται στό ύψος τού σέ τρία μέρη: α)Τό ΕΠΙΣΤΥΛΙΟ, β)τό ΔΙΑΖΩΜΑ καί γ)τό ΓΕΙΣΟ, πού προβάλλεται πρός τά έξω σάν στεφάνι τού οικοδομήματος.

α) Τό Επιστύλιο: Αποτελούμενο από τετραγωνισμένα κομμάτια μαρμάρου, τά οποία ακουμπούν τίς δύο άκρες τους επάνω σέ δύο κίονες, γεφυρώνοντας αυτούς καί συγχρόνως δημιουργώντας τό βάθρο ολόκληρου τού θριγκού.

Είναι αδιακόσμητο καί στό ανατολικό μέρος του είχαν κρεμαστεί (καί οι τρύπες φαίνονται ακόμα) οι 26 από τίς 300 περσικές ασπίδες πού είχε στείλει δώρο στή Θεά καί τό ναό της ο ΜΕΓΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ τό -334 μετά τήν ΜΑΧΗ τού ΓΡΑΝΙΚΟΥ γράφοντας καί τό περίφημο:

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΛΗΝ ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΩΝ EK ΤΩΝ ΒΑΡΒΑΡΩΝ ΤΩΝ ΤΗΝ ΑΣΙΑ ΟΙΚΟΥΝΤΩΝ.

β) Τό Διάζωμα: Χωρισμένο κατά μήκος, σέ β1) ΤΡΙΓΛΥΦΑ καί β2) ΜΕΤΟΠΕΣ.

β1) Τά Τρίγλυφα: Τοποθετημένα επάνω από τό κιονάκρανο, αλλά καί στό διάστημα μεταξύ δύο κιόνων δέν είναι απλά πλαίσια τών μετοπών, αλλά όπως βγαίνουν πιό έξω από αυτές παίζουν τό λειτουργικό τους ρόλο, επεκτείνοντας πρός τά επάνω τήν ενέργεια τού κίονα καί διαιρώντας στό 1/2 τό μετακιόνιο διάστημα.

β2) Οί Μετόπες: Ανάγλυφες μαρμάρινες πλάκες 1,20 τ.μ.τοποθετημένες συρταρωτά καί χωρισμένες μεταξύ τους από τά τρίγλυφα. Είναι τά πρώτα γλυπτά πού τοποθετήθηκαν στόν Παρθενώνα, 92 στόν αριθμό καί εικονίζουν σκηνές παρμένες κυρίως από τήν μυθολογία. Στήν ανατολική πλευρά, πάνω από τήν είσοδο τού ναού, σκηνές από τήν γιγαντομαχία, παρουσίαζαν δηλαδή τούς ίδιους τούς Ολύμπιους Θεούς στόν νικηφόρο αγώνα τους ενάντια τής ανταρσίας τών Γιγάντων. Καί στόν αγώνα αυτό είχε θριαμβεύσει κυρίως η Αθηνά. Στήν δυτική πλευρά Αμαζονομαχία, ένας θρίαμβος τών Αθηναίων καί τού εθνικού τους ήρωα, τού Θησέα. Στήν νότια πλευρά εικονίζονταν Κενταυρομαχία όπου πάλι είχε αγωνιστεί ο Θησεύς καί στήν βορινή, σκηνές από τόν Τρωικό πόλεμο.

γ) Τό Γείσο: Στεφάνι τού οικοδομήματος κάτω από τήν στέγη. Στήν κάτω πλευρά του είναι τοποθετημένες πάνω από τά Τρίγλυφα καί τό μεσοδιάστημα αυτών  ( διαιρώντας καί πάλι τό μετακιόνιο στό 1/2 ) μαρμάρινες πλάκες, οι Πρόμοχθοι μέ 18 εξογκώματα στήν κάτω πλευρά, τίς Σταγόνες.

Επάνω από τόν θριγκό πέφτει η δίρριχτη στέγη, σχηματίζοντας στίς στενές πλευρές τού οικοδομήματος ένα ισοσκελές τρίγωνο, πού τό έφραζαν όρθιες μαρμάρινες πλάκες.

Είναι τό Τύμπανο τού τριγωνικού Αετώματος. Επάνω από τά εναέτια γείσα τής στέγης ήταν οι Σίμες, λούκια γιά τά νερά τής βροχής καί στίς τέσσερις γωνίες υπήρχαν γιά διακοσμητικούς λόγους, ισάριθμες, θαυμάσιες μαρμάρινες λεοντοκεφαλές από τίς οποίες σώζονται οι δύο στήν ΒΑ καί ΒΔ γωνία.

Τά τρίγωνα τών αετωμάτων έχουν πλάτος 28,35 μ. κεντρικό ύψος 3,46 μ. καί βάθος 91 πόντους.

Υπολογίζεται ότι τά γέμιζαν 50 περίπου ολόγλυφα αγάλματα σέ υπερφυσικές διαστάσεις. Σώθηκαν μόνο 11 σχετικά διατηρημένα σέ καλή κατάσταση καί μερικά κεφάλια αλόγων.

Στό ανατολικό αέτωμα, επάνω δηλαδή από τήν είσοδο τού ναού, εικονίζονταν τό μεγάλο θαύμα τής γέννησης τής Αθηνάς από τό κεφάλι τού Δία.

Στό αναπάντεχο αυτό θαύμα παρίστανται καί οι υπόλοιποι Θεοί τού Ολύμπου, έκπληκτοι καί αυτοί, από τό καταπληκτικό γεγονός. Αυτός ήταν ο κορυφαίος μύθος τής κλασσικής Αθήνας.

Στό δυτικό αέτωμα εικονίζονταν ένας άλλος μύθος πού συγκινούσε πολύ τούς Αθηναίους.Η έρις μεταξύ τής Αθηνάς καί τού Ποσειδώνα γιά τήν κατοχή τού κλεινού καί ιοστέφανου άστεως.

Όλος αυτός ο διάκοσμος είναι ήδη πλουσιώτερος από οποιονδήποτε άλλο αρχαίο ναό, αλλά ο Φειδίας είχε μεγαλοπρεπή οράματα. Μέσα στήν στοά πού σχηματίζεται πίσω από τήν εξωτερική κιονοστοιχία, στόν τοίχο τού κυρίως ναού καί στό υψηλότερο σημείο του ( 12 μέτρα από τό δάπεδο τής στοάς ) αναπτύσσεται ομαλά σέ μήκος 160 μέτρων η περίφημη ΖΩΦΟΡΟΣ τού ΠΑΡΘΕΝΩΝΑ, πού αγκαλιάζει καί τίς τέσσερες πλευρές τού κεντρικού κτηρίου. Η ανάγλυφη αυτή ταινία ύψους 1.05 μ. είναι μία τεράστια σύνθεση 360 προσώπων καί 220 ζώων καί είναι πλαισιωμένη από επάνω μέ ένα πλούσια διακοσμημένο Λέσβιο κυμάτιο καί μία συνεχή ταινία από κάτω.

Η πλαισίωση αυτή τονίζει τή συνοχή καί τή φορά τής ζωφόρου καί δέν τήν αφήνει νά διαλυθεί σέ ανεξάρτητες σκηνές.

Είναι η πρώτη φορά πού τόλμησαν σέ αρχαίο ναό νά χρησιμοποιήσουν θέμα παρμένο από τήν σύγχρονη ζωή. Τό θέμα τής ζωφόρου τού Παρθενώνος είναι η πομπή τών Παναθηναίων, πού κύριος σκοπός της ήταν η μεταφορά από τήν κάτω πόλη, τό άστυ, τού καινούργιου πέπλου πού θά έντυνε τό ουρανοκατέβατο παλιό ξόανο τής Θεάς.

Ο πέπλος αυτός είχε κεντημένο μέ γαλάζιο χρώμα σέ φόντο κρόκου, τόν αγώνα τής Αθηνάς μέ τόν Εγκέλαδο κατά τήν Γιγαντομαχία. Όπως είναι γνωστό,από τήν μυθολογία, τόν έθαψε στήν Σικελία πετώντας από πάνω του τήν Αίτνα.

Ο ΚΥΡΙΩΣ ΝΑΟΣ:  Αποτελούνταν από:

1) τόν  ΠΡΟΝΑΟ 

2) τόν  ΣΗΚΟ 

3) τό  ΔΥΤΙΚΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ( ΠΑΡΘΕΝΩΝ ) καί 

4) τόν  ΟΠΙΣΘΟΔΟΜΟ.

Η είσοδος τού ναού ήταν από τήν ανατολική πλευρά, τόν πρόναο, άν καί δέν διέφερε σέ τίποτα από τήν δυτική, τόν οπισθόδομο. Τά δύο αυτά μέρη τού ναού ήταν ανοιχτές στοές, αλλά ανάμεσα στίς κολώνες υπήρχε κιγκλίδωμα, γιά νά φυλάγονται τά αφιερώματα πού υπήρχαν εκεί.

Στήν μέση τού αντικρυνού τοίχου ήταν η μεγάλη πύλη, 10 Χ 4,92 μ. πού έφερνε στόν Σηκό.

Ο χώρος αυτός είχε εξωτερικό μάκρος 32,84 καί πλάτος 19,10 μ. καί ήταν οργανωμένος από δύο κιονοστοιχίες, μέ δέκα κολώνες η κάθε μία, πού χώριζαν τό εσωτερικό του σέ τρία μέρη ( Κλίτη ), από τά οποία τό μεσαίο ήταν πολύ φαρδύ ( 10,23 ) μ. ενώ τά πλάγια ήταν σχετικά στενά. Οί δύο κιονοστοιχίες ενώνονταν μεταξύ τους μέ άλλες τρείς κολώνες, σχηματίζοντας ένα Π ανοιχτό πρός τήν είσοδο τού ναού ( ανατολικά ), καί μαζί μέ τό κιγκλίδωμα πού υπήρχε ανάμεσά τους καί ένα θωράκιο τοποθετημένο πρός τά ανατολικά, έκλειναν τό χώρο πού προοριζόταν γιά τό άγαλμα τής Θεάς. Τό εσωτερικό ύψος τού σηκού υπολογίζεται ότι ήταν περίπου 13,60 μ. καί η οροφή του ήταν επίπεδη από πολύτιμο ξύλο, μέ σκαλισμένα φατνώματα, χρωματισμένα καί διακοσμημένα μέ μετάλλινους ρόδακες.

Τό μεγάλο ύψος τού σηκού έφερνε αντιμέτωπο τόν αρχιτέκτονα μέ ένα σοβαρό πρόβλημα.

Οι κίονες πού θά τόν στήριζαν, θά είχαν καί αυτοί μεγάλο ύψος, άρα καί μεγάλο πάχος, κάτι τό ανάρμοστο σέ σχέση μέ τήν εξωτερική κιονοστοιχία. Άν πάλι ήταν λεπτές δέν θά ταίριαζαν καθόλου μέ τόν αυστηρό δωρικό ρυθμό τού όλου οικοδομήματος.

Η λύση πού δόθηκε ήταν μεγαλοφυής. Οι κίονες έγιναν δίτονοι, δηλαδή έφθαναν μέχρι τό μέσο περίπου τού ύψους, στηρίζοντας ένα επιστύλιο. Στό επιστύλιο αυτό πατούσαν άλλοι κίονες πού έφθαναν μέχρι τήν οροφή. Έτσι οι 23 κίονες έγιναν 46 κρατώντας όμως, τό ύφος καί τίς αναλογίες τού ρυθμού.

Ένα άλλο πρόβλημα ήταν ο φωτισμός τού σηκού, αφού δέν υπήρχαν παράθυρα.

Άν καί οι Αθηναίοι σπάνια είχαν τήν ευκαιρία νά αντικρύσουν τό περίφημο άγαλμα τής Αθηνάς, εν τούτοις θά έπρεπε νά φωτίζεται επαρκώς. Στήν στέγη υπήρχε ένας φεγγίτης, αλλά τό λιγοστό φώς πού έφθανε από αυτόν δέν ήταν αρκετό. Έτσι εμπρός από τό βάθρο του κατασκεύασαν ένα ορθογώνιο κοίλωμα πού συγκρατούσε μία ποσότητα νερού. Αυτό αντανακλούσε τό φώς τού φεγγίτη, καί μαζί μέ τήν λάμψη από τόν χρυσό τού αγάλματος, έδιναν ένα ικανοποιητικό φωτισμό, αλλά καί διατηρούσε τήν απαραίτητη υγρασία, ώστε νά μήν στεγνώνει ο ξύλινος σκελετός του.

Τό περίφημο αυτό άγαλμα τής Αθηνάς, πατούσε σέ ένα βάθρο ύψους 1.20 μ. καί μαζί μέ αυτό έφθανε τά 11 μ. Όλα τά γυμνά μέρη τού σώματος, πρόσωπο, λαιμός, χέρια καί πόδια, ήταν από ελαφαντόδοντο κι ολόκληρο τό φόρεμα από χρυσό σέ φύλλα πάχους 7,5 χιλιοστών.

Όλο τό χρυσάφι ζύγιζε 44 τάλαντα, δηλαδή πολύ περισσότερο από ένα τόννο καί αντιπροσώπευε ένα μεγάλο ποσοστό τού αποθεματικού τής πόλης.

Ήταν ανεκτίμητης καλλιτεχνικής αξίας καί αυτό μπορούμε νά τό δούμε, στό πλησιέστερο αντίγραφό του πού είναι η λεγόμενη ΑΘΗΝΑ τού ΒΑΡΒΑΚΕΙΟΥ.

Βλέπουμε σ΄αυτό ορθή καί πάνοπλη τήν Αθηνά, όχι όμως ορμητική κι΄επιθετική, αλλά ειρηνική καί γαλήνια, εκφράζοντας ένα θεικό υπερκόσμιο μεγαλείο.Ο κορμός ευθύς καί αλύγιστος, στηρίζεται κυρίως στό τεντωμένο δεξί της σκέλος, ενώ τό αριστερό κάμπτεται λίγο στό γόνατο. Φοράει δωρικό χιτώνα ζωσμένο ψηλά στή μέση καί στό στήθος υπάρχει η αιγίδα μέ τό γοργόνειο. Στό κεφάλι φοράει τό αττικό κράνος, μέ μία σφίγγα στό κέντρο καί δεξιά καί αριστερά έναν πήγασο. Τό αριστερό της χέρι ακουμπάει πάνω στήν ασπίδα της, καί τό δεξί κρατάει μία Νίκη. Τό δόρυ της στηρίζεται στή γη, καί ακουμπάει στόν ώμο της χωρίς νά τό κρατάει. Στήν ασπίδα της, τό κέντρο κατείχε ένα γοργόνειο, καί γύρω από αυτό αναπτύσσονταν σέ κυκλική φορά, αμαζονομαχία. Στό κάτω μέρος τής ασπίδος διακρίνεται ένας φαλακρός πολεμιστής, καί δίπλα του ένας άλλος, ο οποίος κάλυπτε αρκετά τό πρόσωπό του.

Είναι γνωστό ότι ο Φειδίας κατηγορήθηκε από τούς Αθηναίους, ότι στήν πρώτη μορφή εικόνιζε τόν εαυτό του καί στήν δεύτερη τόν Περικλή, καί αυτό βέβαια, κρίθηκε ώς μεγάλη ασέβεια.

Πίσω από τό σηκό υπήρχε ένα μεγάλο δωμάτιο διαστάσεων 19,19 χ 13,37 μ. μέ τέσσερις ιωνικούς κίονες στήν μέση πού λεγόταν ΠΑΡΘΕΝΩΝ, καί τό οποίο, αργότερα έδωσε τό όνομά του σέ ολόκληρο τό ναό, ενώ οι Αθηναίοι τής εποχής, όταν αναφέρονταν σέ αυτόν, έλεγαν ” ο ναός της   Αθηνάς”.

Ως τί χρησιμοποιόταν αυτό τό δωμάτιο, είναι άγνωστο καί μόνο υποθέσεις μπορούμε νά κάνουμε  σήμερα.Τό πιθανότερο είναι νά φυλάγονταν εδώ πολύτιμα αντικείμενα. Υπήρχε μία χάλκινη στήλη, πού περιέγραφε τό χρυσελεφάντινο άγαλμα τής Αθηνάς καί τό βάρος τών υλικών του, έτσι πού οποιαδήποτε στιγμή, νά είναι εφικτός ο έλεγχος.  Εδώ φυλάγονταν καί 10 αγάλματα Νικών πού είχαν αφιερώσει στήν Αθηνά οι 10 φυλές τής Αττικής, τά χρυσά στεφάνια πού τής πρόσφεραν κάθε χρόνο, σ’ ανάμνηση τής νίκης της κατά τών Γιγάντων, καί τά λάφυρα από την ΜΑΧΗ τών ΠΛΑΤΑΙΩΝ.

Τό πολυτιμότερο όμως λάφυρο γιά τούς Αθηναίους, πού τό είχαν αφιερώσει στήν Θεά ήταν ο θρόνος μέ τά ασημένια πόδια, πού είχε χρησιμοποιήσει ο Ξέρξης γιά νά παρακολουθήσει τήν ΝΑΥΜΑΧΙΑ τής ΣΑΛΑΜΙΝΟΣ, καί φυσικά τήν συντριβή τού στόλου του.

Αυτά όλα βέβαια τά χρυσά καί πολύτιμα αντικείμενα, μαζί μέ τόν χρυσό τού αγάλματος τής Θεάς, αντιπροσώπευαν ένα σημαντικό ποσοστό τού κρατικού αποθεματικού, καί υπήρξαν στιγμές στήν ιστορία τής Αθήνας, πού γιά στρατιωτικούς κυρίως σκοπούς, αναγκάσθηκαν οι Αθηναίοι νά χρησιμοποιήσουν ακόμη καί αυτά τά ιερά γι’ αυτούς αφιερώματα, αντικαθιστώντας τα βέβαια, όταν έρχονταν καλύτερες μέρες.

Ο ΠΑΡΘΕΝΩΝ τό μοναδικό αυτό αριστούργημα τής αρχιτεκτονικής, ανώτερο καί από τά 7 θαύματα τού αρχαίου κόσμου, άν καί δεν συμπεριελήφθει σέ αυτά, θά ζήσει τίς καλές καί τίς κακές ημέρες τής Αθήνας, αποτελώντας τήν ψυχή καί τό σημείο αναφοράς αυτής.

Η πρώτη καταστροφή τού υπέρλαμπρου μνημείου, ήρθε από τούς συνήθεις ύποπτους, τούς χριστιανούς. Τά τελευταία χρόνια τής βασιλείας τού Ιουστινιανού θά μετατραπεί σέ χριστιανικό   ναό, αφιερωμένο στήν τού  Θεού Σοφία. Έκλεισαν τήν ανατολική είσοδο διαμορφώνοντας τό ιερό καί συγχρόνως κατέστρεψαν τό αέτωμα καί τά αριστουργηματικά γλυπτά του, ανοίγοντας παράθυρα, γιά τό φωτισμό του.

Τά εγκαίνια τού ναού τους έγιναν τό 580 μετά τό θάνατο τού Ιουστινιανού, πού δέν ευτύχησε νά καμαρώσει τό θεάρεστο έργο του.

Και η ηγεσία τής χριστιανικής εκκλησίας, όπλο καί όργανο τής εκάστοτε εξουσίας, πού σχίζει τά  ιμάτιά της γιά μία ασήμαντη ζημιά στό τελευταίο πετραδάκι τού τελευταίου ναίσκου της, ποιούσε καί ποιεί τήν νύσσαν, όταν τήν κατηγορήσει κάποιος γιά τούς βανδαλισμούς πού υπέστησαν τά ελληνικά ιερά από τούς μισαλλόδοξους οπαδούς της, οι οποίοι βέβαια ενεργούσαν υπό τήν καθοδήγησή της, καί βάσει οργανωμένου σχεδίου.

Αργότερα οι Αθηναίοι, άνθρωποι λογικοί, μή πιστεύοντας σέ αφηρημένες έννοιες, όπως δήλωνε τό όνομα τού ναού τους, θά τόν μετονομάσουν σέ ναό τής Παναγίας τής Αθηνιώτισσας, όνομα περισσότερο συμβατό μέ τήν ιδιοσυγκρασία τους, καί κυρίως, όνομα πού τούς θύμιζε τήν Παρθένο Αθηνά.Το 1204 οι σταυροφόροι τής Δ’ σταυροφορίας τόν μετατρέπουν σέ καθολικό ναό, καί τό 1456 μετά τήν κατάληψη τής Αθήνας από τούς Τούρκους, μετατρέπεται σέ τζαμί, τό λαμπρότερο σέ όλη τήν οικουμένη, κατά τόν Τούρκο περιηγητή Εβλιά Τσελεπή.

Ο ναός όμως, άν εξαιρέσουμε τήν καταστροφή τού ανατολικού αετώματος καί τών μετοπών κάτω από αυτό, από τόν Ιουστινιανό, εκτός από μερικές μικροζημιές καί τήν φθορά τών 22 περίπου αιώνων τής ζωής του, διατηρούνταν σχεδόν ανέπαφος, μεχρι τήν αποφράδα εκείνη νύχτα τής 16ης  πρός τήν 17ην Σεπτεμβρίου τού 1687. Οι Τούρκοι αμυνόμενοι στήν πολιορκία τών Βενετών τού αρχιστρατήγου Μοροζίνι, είχαν αποθηκεύσει τά πυρομαχικά τους μέσα στό ναό γιατί η μαρμάρινη στέγη του άντεχε στίς βολές τών κανονιών.

Μία όμως οβίδα πέρασε από ένα μικρό άνοιγμα τής στέγης, πυροδοτώντας τό μπαρούτι τών πολιορκημένων Τούρκων καί μία τρομερή ομοβροντία τίναξε στόν αέρα τά μάρμαρα τού Παρθενώνος καταστρέφοντας απελπιστικά τό αριστούργημα αυτό τής αρχιτεκτονικης καί γλυπτικής.

Οι Τούρκοι αφού σκοτώθηκαν 300 περίπου από αυτούς αναγκάσθηκαν νά παραδοθούν.

Νικητές καί ηττημένοι, δέν σκέφθηκαν ούτε στιγμή τί έγκλημα είχαν διαπράξει, καί ειδικά οι Βενετοί, πού υποτίθεται ότι ήταν περισσότερο πολιτισμένοι. Αντιθέτως αυτοί, τρελλοί από τή χαρά τους πανηγύριζαν τήν εύκολη νίκη τους. Ακόμη καί οι Αθηναίοι γλεντούσαν μαζί τους γιά πολλές ημέρες, ζητώντας όπλα καί ένταξή τους στόν στρατό τού Μοροζίνι, αδιαφορώντας γιά τήν καταστροφή τού ναού, πού υπήρξε τό στολίδι τής πόλεώς τους,αλλά καί η μνήμη τής τρισένδοξης ιστορίας τους. Αργότερα θά καταλάβουν τό τί αντιπροσώπευε γι’ αυτούς ο Παρθενών, αλλά καί τό Νεοελληνικό κράτος, ελάχιστα θά ενδιαφερθεί γι’ αυτόν.

Σάν νά μήν έφθαναν όλα αυτά, ο Μοροζίνι θαυμάζοντας τά γλυπτά, πού βρίσκονταν γύρω από τό ναό, ακρωτηριασμένα από τήν φοβερή έκρηξη, αποφάσισε νά προσφέρει ένα υπέροχο δώρο στήν πατρίδα του, ξηλώνοντας τά γλυπτά τού δυτικού αετώματος, τόν Ποσειδώνα καί τίς θαυμάσιες κεφαλές αλόγων, πού βρίσκονταν άθικτα στή θέση τους μετά από 22 αιώνες.

Μή γνωρίζοντας όμως, τόν τρόπο συναρμολόγησής τους, οι αδαείς καί άξεστοι στρατιώτες του,τό μόνο πού κατάφεραν ήταν, νά καταρρεύσει τό αέτωμα καί νά θρυμματισθούν αυτά τά αριστουργήματα καί αφού τού ήταν αδύνατο νά τά αποσπάσει ακέραια, έκλεψε τά μαρμάρινα λεοντάρια τής Ακρόπολης καί τού Πειραιά, καί τά έστειλε στήν Βενετία, στολίζοντας τό ναύσταθμό της, καί όπου αυτά τουλάχιστον σώζονται μέχρι σήμερα.

Τόν Ιούλιο τού 1799, φθάνουν στήν Αθήνα άνθρωποι τού λόρδου Έλγιν, πρεσβευτή τής Βρεταννίας στήν Οθωμανική αυτοκρατορία, μέ πληρεξουσιότητα νά πραγματοποιήσουν ανασκαφές. Αυτοί, μέ εντολή του βέβαια, δέν περιορίστηκαν σ’ αυτό, αλλά άρχισαν νά ξηλώνουν τά γλυπτά τού Παρθενώνος καί τού Ερεχθείου.

Οι Έλληνες, ακόμη καί οι Τούρκοι κάτοικοι τής Αθήνας, παρακολουθούσαν καταγανακτισμένοι και, ανήμποροι νά αντιδράσουν, αυτή τή βάρβαρη πράξη, κατακρίνοντας ανοιχτά τό σουλτάνο γιά τήν χορήγηση αυτής τής αδείας.

Ακόμη καί συμπατριώτες αυτού τού ιερόσυλου, πού βρίσκονταν στήν Αθήνα τά χρόνια αυτά, θά συμμεριστούν τήν αγανάκτηση αυτή, καί αισθανόμενοι ντροπή γιά τό βανδαλισμό πού παρακολουθούσαν καθημερινώς, θά κατακρίνουν τόν Έλγιν.

Τό αποκορύφωμα τού βανδαλισμού, υπήρξε η αφαίρεση από τό Ερέχθειο, μίας από τίς Καρυάτιδες, καί ήταν τόσος ο φόβος, πού κατέλαβε τούς ανθρώπους τού Έλγιν, από τό φανερό πιά, μίσος τών Αθηναίων, ώστε εσπευσμένα τό μετέφεραν στόν Πειραιά καί τό μπάρκαραν σέ ένα από τά καράβια τους.

Ο λόρδος ΒΥΡΩΝ, στό έργο του ” Η κατάρα τής Αθηνάς ” θά αποκαλέσει τόν συμπατριώτη του, “καταραμένο στούς αιώνες”.

Αυτός ο ίδιος θά πεί ότι η βέβηλη αυτή πράξη, δέν είναι απλά μία ακόμη βαρβαρότητα, ανάμεσα    σέ αμέτρητες άλλες πού έχουν διαπραχθεί στήν ιστορία τής ανθρωπότητος, αλλά είναι ένα έγκλημα εναντίον τών Ελλήνων καί τής εθνικής τους κληρονομιάς.

Αυτός πρώτος θα βροντοφωνάξει:

” ΤΑ ΓΛΥΠΤΑ ΤΟΥ ΠΑΡΘΕΝΩΝΑ ΑΝΗΚΟΥΝ ΣΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ”

-444     ΙΔΡΥΣΗ τών ΘΟΥΡΙΩΝ

Ίδρυση της πανελλήνιας αποικίας Θηρεοί, κοντά στην κατεστραμμένη πόλη της νότιας Ιταλίας, Σύβαρη, μετά από πρόταση των Αθηναίων. Στην πόλη ήρθαν άποικοι από όλα τα μέρη της Ελλάδας  και μεγάλες προσωπικότητες όπως ο Ηρόδοτος και ο αρχιτέκτονας Ιππόδαμος από την Μίλητο (που είχε αναλάβει να κάνει τον χάρτη του Πειραιά) και ο Πρωταγόρας, από τον οποίο ο Περικλής ζήτησε να φτιάξει τους νόμους της νέας αποικίας.

Ιανουαρίου 26, 2009 Αναρτήθηκε από τον/την | "Greek National Pride" blog, ΕΛΛΑΔΑ, ΙΣΤΟΡΙΚΑ | 1 σχόλιο

- ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΛΟΓΟΣ (ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ) –

ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΛΟΓΟΣ

 

”Οι περισσότεροι από όσους ως τώρα έχουν μιλήσει από το βήμα αυτό συνηθίζουν να επαινούν εκείνον, ο οποίος στον νόμο που διέπει την ταφή των νεκρών πρόσθεσε την διάταξη αυτή περί επιταφίου λόγου, γιατί θεωρούν ότι αξίζει τον κόπο να απονέμεται μια τέτοια τιμή στους νεκρούς των πολέμων κατά τον ενταφιασμό τους. Σε μένα εν τούτοις θα φαινόταν ότι είναι προτιμότερο, οι τιμές που απονέμονται σε άνδρες, οι οποίοι αναδείχθηκαν γενναίοι με τα έργα τους, να εκδηλώνονται και αυτές με έργα μόνο, όπως είναι π.χ. αυτές, τις οποίες τώρα βλέπετε γύρω από τον ενταφιασμό τους, που έγινε δημοσία δαπάνη, και όχι να εξαρτώνται οι αρετές των πολλών από την ικανότητα ή την ανικανότητα ενός ανθρώπου, να κανονίζεται δηλαδή η περί αυτών εκτίμηση των ακροατών από την ευφράδεια ή μη ευφράδεια του ρήτορα.

Γιατί είναι δύσκολο πράγμα να μιλήσει κανείς αντικειμενικά (χωρίς δηλαδή να πει ούτε λιγότερα ούτε περισσότερα από ό,τι πρέπει) για κάποιο θέμα, για το οποίο είναι δύσκολο να εξακριβωθεί και αυτή ακόμα η απλή ιδέα, ότι τα λεγόμενα από τον ρήτορα είναι αληθινά. Γιατί ο ακροατής, ο οποίος γνωρίζει τα πράγματα και είναι ευνοϊκά διατεθειμένος προς αυτούς που τα έπραξαν, θα σχημάτιζε ίσως την ιδέα, ότι αυτά εκτέθηκαν κάπως κατώτερα από ό,τι αυτός γνωρίζει και επιθυμεί, ενώ αντίθετα, όποιος τα αγνοεί, θα σκεπτόταν ότι μερικά εκτέθηκαν αρκετά μεγαλοποιημένα, και αυτό από φθόνο, τον οποίο δοκιμάζει ο άνθρωπος, όταν ακούει κάτι το οποίο υπερβαίνει τις δικές του φυσικές δυνάμεις. Γιατί οι άνθρωποι ανέχονται τους επαίνους που λέγονται για άλλους μόνο εφόσον κάθε ακροατής έχει τη γνώμη, ότι και αυτός είναι ικανός να πράξει κάτι από αυτά που ακούει. Ενώ για κάθε τι, το οποίο είναι ανώτερο από τις δυνάμεις του, αισθάνεται δια μιας φθόνο και δυσπιστία. Εφόσον όμως οι πρόγονοί μας έκριναν ότι με αυτόν τον τρόπο πρέπει να γίνονται τα πράγματα αυτά, πρέπει κι εγώ να ακολουθήσω το έθιμο αυτό και να προσπαθήσω να ικανοποιήσω την επιθυμία και την γνώμη του καθενός σας όσο μπορέσω περισσότερο.Θα μιλήσω πρώτα πρώτα για τους προγόνους μας. Γιατί είναι δίκαιο, αλλά συγχρόνως και πρέπον, σε μια τέτοια περίσταση, κατά την οποία θρηνούμε και εγκωμιάζουμε τους νεκρούς μας, να τους απονέμεται η τιμή αυτή να μνημονεύονται πρώτοι. Γιατί δεν υπήρξαν ούτε μια στιγμή, κατά την οποία να έπαυσαν να κατοικούν την χώρα αυτή, και χάρις στην ανδρεία τους διαφύλατταν την ελευθερία της από γενεά σε γενεά μέχρι των ημερών μας και μας την παράδωσαν ελεύθερη. Και εκείνοι λοιπόν είναι άξιοι επαίνου αλλά ακόμη περισσότερο οι πατέρες μας. Γιατί επί πλέον εκείνων, τα οποία κληρονόμησαν, απέκτησαν με πολλούς κόπους και κληροδότησαν σε μας τους σημερινούς όλη αυτή την επικράτεια που κατέχουμε σήμερα. Το δε έργο της περαιτέρω βελτίωσης, το επιτελέσαμε εμείς οι ίδιοι που είμαστε συγκεντρωμένοι εδώ, οι οποίοι βρισκόμαστε ακόμη σε αυτήν ακριβώς την ηλικία μας, και εμείς εφοδιάσαμε την πόλη μας με όλα τα πράγματα, ώστε να είναι αυταρκέστατη και για πόλεμο και για ειρήνη. Από όλα δε αυτά εγώ όσα μεν αναφέρονται  σε πολεμικά κατορθώματα, με τα οποία έγινε η κάθε μια κατάκτηση, ή αφορούν την ενεργητικότητα, με την οποία αποκρούσαμε, είτε εμείς οι σημερινοί είτε οι πρόγονοί μας, τους εκάστοτε επελθόντες εναντίον μας Βαρβάρους ή Έλληνες, όλα αυτά, θα τα παραλείψω, γιατί δεν επιθυμώ να απεραντολογώ ενώπιον ανθρώπων, οι οποίοι τα γνωρίζουν.

Αλλά με ποιον τρόπο φθάσαμε στο σημείο αυτό της δύναμης που είμαστε σήμερα, και με ποια μορφή πολιτεύματος και με ποιες συνήθειες έγινε μεγάλη η δύναμή μας, όλα αυτά θα αναπτύξω πρώτα, και έπειτα θα προχωρήσω στο εγκώμιο αυτών εδώ των νεκρών, γιατί νομίζω ότι δεν είναι ανάρμοστο να λεχθούν αυτά και για την παρούσα περίσταση, και δεν είναι ανώφελο να τα ακούσουν όλοι οι παρευρισκόμενοι, αστοί και ξένοι. Έχουμε δηλαδή πολίτευμα, το οποίο δεν αντιγράφει τους νόμους άλλων, μάλλον δε εμείς οι ίδιοι είμαστε υπόδειγμα σε μερικούς παρά μιμούμαστε άλλους. Και ονομάζεται μεν δημοκρατία, γιατί η διοίκηση είναι στα χέρια των πολλών και όχι των ολίγων, έναντι δε των νόμων είναι όλοι ίσοι στις ιδιωτικές τους διαφορές, ενώ ως προς την θέση τους στον δημόσιο βίο κάθε ένας προτιμάται για ένα από τα δημόσια αξιώματα ανάλογα με την επίδοση την οποία σημειώνει σε αυτά,δηλαδή η δημόσιά του σταδιοδρομία εξαρτάται μάλλον  από την ατομική του αξία και όχι από την κοινωνική τάξη, από την οποία προέρχεται, ούτε πάλι ένας,ο οποίος είναι μεν φτωχός έχει όμως την ικανότητα να παράσχει κάποια υπηρεσία στην πατρίδα του, εμποδίζεται σε αυτό από το γεγονός ότι είναι άγνωστος. Ζούμε δε σαν ελεύθεροι άνθρωποι, και σαν πολίτες στον δημόσιο βίο και σαν άτομα στον ιδιωτικό, στις επιδιώξεις μας της καθημερινής ζωής, κατά τις οποίες δεν κοιτάμε ο ένας στον άλλον με καχυποψία, δεν θυμώνουμε  με τον γείτονά μας, όταν κάνει ό,τι του αρέσει, ούτε παίρνουμε μια φυσιογνωμία σκυθρωπή, η οποία μπορεί να μην βλάπτει τον άλλο, πάντως όμως είναι δυσάρεστη. Ενώ δε στην ιδιωτική μας ζωή συναναστρεφόμαστε μεταξύ μας χωρίς να ενοχλεί ο ένας τον άλλον, στην δημόσιά μας ζωή, σαν πολίτες, από σεβασμό προ πάντων δεν παραβαίνουμε τους νόμους, υπακούμε δε στους εκάστοτε κατέχοντες τα δημόσια αξιώματα και στους νόμους, προ περισσότερο σε εκείνους από τους νόμους, που έχουν θεσπιστεί για υποστήριξη των αδικούμενων, και σε άλλους, οι οποίοι αν και άγραφοι, η παράβασή τους φέρνει πανθομολογούμενη ντροπή στους παραβάτες. Αλλά και για το πνεύμα μας έχουμε εφεύρει πλείστους όσους τρόπους να το ανακουφίζουμε από τους κόπους, με εορταστικούς αγώνες και θυσίες, τις οποίες έχουμε καθιερώσει καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, και με ευπρεπή ιδιωτικά οικήματα, η δε ευχαρίστηση την οποία καθημερινά απολαμβάνουμε από όλα αυτά, διώχνει την μελαγχολία. Λόγω δε του μεγάλου αριθμού των κατοίκων της πόλης μας εισάγονται σε αυτήν προϊόντα όλου του κόσμου, και συμβαίνει να απολαμβάνουμε έτσι τα προϊόντα των άλλων χωρών με όση οικειότητα καταναλώνουμε τα προϊόντα της Αττικής (σαν να είναι δηλαδή δικά μας).

Υπερέχουμε δε από τους αντιπάλους μας και στην πολεμική προετοιμασία κατά τα εξής: Την πόλη μας π.χ. την παρέχουμε ανοιχτή σε όλον τον κόσμο, και ποτέ δεν αποκλείουμε κανέναν διώχνοντας τους ξένους από οποιοδήποτε ακρόαμα ή θέαμα, από το οποίο, αν δεν το κρατήσουμε μυστικό και το δεί κανείς από τους εχθρούς μας, είναι δυνατόν να ωφεληθεί, και αυτό γιατί έχουμε εμπιστοσύνη όχι τόσο στις πολεμικές προετοιμασίες και τα στρατηγήματα όσο στην έμφυτη γενναιότητά μας όσον αφορά τα έργα. Στο ζήτημα δε πάλι της αγωγής, ενώ εκείνοι υποβάλλονται από την νεαρή τους ακόμα ηλικία σε συνεχή και επίπονη άσκηση, με την οποία επιδιώκουν να γίνουν γενναίοι, εμείς ζούμε με όλες τις ανέσεις και όμως είμαστε εξ ίσου πρόθυμοι να αντιμετωπίσουμε τους κινδύνους, τους οποίους αντιμετωπίζουν και αυτοί. Και να η απόδειξη: ενώ οι Λακεδαιμόνιοι εκστρατεύουν κατά της χώρας μας με όλους τους τους συμμάχους και ποτέ μόνοι, εμείς επερχόμαστε κατά των άλλων εντελώς μόνοι, και τις περισσότερες φορές νικάμε χωρίς καμία δυσκολία τους αντιπάλους μας, μολονότι εκείνοι μεν μάχονται υπέρ βωμών και εστιών, εμείς δε είμαστε σε ξένο έδαφος. Και κανείς από τους εχθρούς μας δεν αντιμετώπισε μέχρι σήμερα τις δυνάμεις μας ενωμένες, γιατί αφ’ενός καταβάλλουμε πολλές φροντίδες ταυτόχρονα και για το ναυτικό μας, και αφ’ ετέρου κατατέμνουμε τις δυνάμεις μας του πεζικού και τις στέλνουμε σε πολλά σημεία της επικράτειάς μας. Αν δε κάπου με μέρος μόνο της δύναμής μας συμπλακούν οι αντίπαλοί μας, τότε, αν μεν νικήσουν, καυχώνται ότι μας νίκησαν όλους, αν δε νικηθούν, διακηρύσσουν ότι νικήθηκαν από όλους. Και βέβαια, αν εμείς αντιμετωπίζουμε με πολλή προθυμία τους κινδύνους, μάλλον με μια αφροντισία και άνεση παρά μετά από επίπονη άσκηση, και με ανδρεία, η οποία οφείλεται όχι τόσο στην επιβολή των νόμων όσο στην φυσική μας ευψυχία, έχουμε το πλεονέκτημα ότι δεν καταπονούμεθα προκαταβολικά για δεινά, τα οποία ανήκουν ακόμα στο μέλλον, και ότι, όταν φθάσει η ώρα των δεινών αυτών, αποδεικνυόμαστε ότι δεν είμαστε λιγότερο τολμηροί από εκείνους που μοχθούν αδιάκοπα. Δεν είναι δε σε αυτά μόνο αξιοθαύμαστη η πόλη μας αλλά και σε πολλά ακόμη.

Γιατί είμαστε λάτρεις του ωραίου, όμως χωρίς σπατάλη χρήματος, και καλλιεργούμε το πνεύμα χωρίς να χάνουμε την ανδρεία μας. Και μεταχειριζόμαστε τον πλούτο περισσότερο σαν μια ευκαιρία δράσης παρά σαν αφορμή κομπορρημοσύνης, το να ομολογεί δε κανείς την φτώχεια του δεν είναι ντροπή, είναι όμως αισχρότερο το να μην προσπαθεί να την αποφύγει με την εργασία.

Επί πλέον, οι ίδιοι εμείς όλοι είμαστε σε θέση να φροντίζουμε ταυτόχρονα για τις ιδιωτικές μας υποθέσεις και για τις υποθέσεις της πόλης μας, και όσοι από εμάς είναι απασχολημένοι με ιδιωτικές επιχειρήσεις και αυτοί ακόμα κατέχουν τα πολιτικά ζητήματα στην εντέλεια. Γιατί είμαστε ο μόνος λαός που τον μη αναμειγνυόμενο καθόλου στα κοινά δεν τον θεωρούμε φιλήσυχο αλλά άχρηστο,και οι μόνοι που όποτε δεν τα επινοούμε και δεν τα προτείνουμε οι ίδιοι πάντως έχουμε τη δύναμη να κρίνουμε σωστά τα λαμβανόμενα μέτρα, τους δε λόγους δεν τους θεωρούμε καθόλου εμπόδιο των έργων, αλλά μάλλον θεωρούμε σαν εμπόδιο το να μην έχουμε κατατοπισθεί προφορικά σε όσα έχουμε να κάνουμε, πριν καταπιαστούμε με αυτά. Γιατί υπερέχουμε από τους άλλους και ως προς αυτό ακόμη, ότι δηλαδή εμείς οι ίδιοι αποφασίζουμε για όσα πρόκειται να επιχειρήσουμε και εμείς οι ίδιοι τα επιχειρούμε. Ενώ ως προς αυτό οι άλλοι… σε αυτούς η μεν αμάθεια τους κάνει να αποφασίζουν η δε σκέψη τους κάνει να διστάζουν. Πιο τολμηροί όμως από όλους είναι σωστό να θεωρούνται όσοι γνωρίζουν με σαφήνεια ποιες είναι οι συμφορές και ποια τα ευχάριστα, και όμως η γνώση αυτή δεν τους κάνει να αποφεύγουν τους κινδύνους. Αλλά και στα ζητήματα της καλωσύνης διαφέρουμε από την πλειονότητα των ανθρώπων. Γιατί εμείς τους φίλους τους αποκτάμε μάλλον ευεργετώντας παρά ευεργετούμενοι από αυτούς.

Σταθερότερος δε φίλος είναι ο ευεργετών τον άλλον, γιατί είναι φυσικό να προσπαθεί να διατηρεί την ανάμνηση της ευεργεσίας με το να φέρεται πάντοτε καλά προς τον ευεργετούμενο. Ενώ αντιθέτως αυτός που οφείλει την ευεργεσία είναι ψυχρότερος στις σχέσεις του, γιατί γνωρίζει, ότι πρόκειται να ανταποδώσει την καλωσύνη σαν πληρωμή χρέους και όχι για να εξασφαλίσει την ευγνωμοσύνη του άλλου.Και είμαστε οι μόνοι που βοηθάμε τον άλλο χωρίς την ελάχιστη ανησυχία,και αυτό μάλλον από την εμπιστοσύνη που εμπνέει η ελευθερία παρά από συμφεροντολογικούς υπολογισμούς.

Ανακεφαλαιώνοντας λοιπόν τα παραπάνω τονίζω, ότι η όλη πόλη είναι σχολείο της Ελλάδας και ότι, κατά τη γνώμη μου, ο καθένας από εμάς έχει την ικανότητα να προσαρμοστεί προς τις πλέον διαφορετικές μορφές δράσεως με την μεγαλύτερη ευστροφία και χάρη. Και ότι αυτά είναι μάλλον η πραγματική αλήθεια και όχι απλή κομπορρημοσύνη, κατάλληλη για την παρούσα περίσταση, το αποδεικνύει αυτή η δύναμη της πόλης, την οποία αποκτήσαμε με τις ικανότητές μας αυτές.

Γιατί είναι η μόνη πόλη από τις σημερινές που όταν δοκιμάζεται αποδεικνύεται ανώτερη της φήμης της, και η μόνη, η οποία ούτε στον εχθρό, που της επιτίθεται, δίνει αφορμή να αγανακτήσει με όσα παθαίνει από τέτοιους αντιπάλους, ούτε στους υπηκόους της δίνει αφορμή για παράπονα,γιατί τάχα εξουσιάζονται από ανάξιους να έχουν την εξουσία. Η δύναμή μας δε αυτή δεν είναι βέβαια χωρίς αποδείξεις, αλλά υπάρχουν μεγαλοπρεπή μνημεία αυτής, για τα οποία μας θαυμάζουν» οι σύγχρονοί μας και θα μας θαυμάζουν και οι μελλοντικές γενιές, και μάλιστα χωρίς να χρειαζόμαστε τους επαίνους ούτε του Ομήρου ούτε κανενός άλλου, του οποίου οι στίχοι είναι δυνατόν να ευχαριστήσουν προς στιγμήν, θα έλθει όμως η πραγματικότητα, η οποία θα αποκαλύψει ψεύτικη την ιδέα που σχηματίστηκε για τα πράγματα, αλλά γιατί ολόκληρη τη θάλασσα και την ξηρά την εξαναγκάσαμε να γίνει προσιτή στην τόλμη μας, ιδρύσαμε δε παντού αιώνια μνημεία και της φιλίας μας και της έχθρας μας.Υπέρ αυτής λοιπόν της πόλης και αυτοί εδώ λοιπόν πολέμησαν γενναία και βρήκαν τον θάνατο,γιατί δεν μπορούσαν να ανεχθούν την στέρησή της, και από εμάς τους απομένοντες στην ζωή ο καθένας πρέπει να έχει την προθυμία να μοχθήσει γι’ αυτήν.

Γι’ αυτόν λοιπόν το λόγο μακρηγόρησα για όσα αφορούν την πόλη, αφ’ ενός μεν δηλαδή γιατί ήθελα να σας δείξω, ότι εμείς δεν αγωνιζόμαστε για τον ίδιο σκοπό, για τον οποίο αγωνίζονται όσοι δεν έχουν κανένα από αυτά τα πλεονεκτήματα σε ίσο βαθμό με μας, και αφ’ ετέρου γιατί με αυτόν τον τρόπο ήθελα να κάνω φανερό με αποδείξεις, ότι είναι δίκαιο το εγκώμιο των ανδρών αυτών, για τους οποίους μιλάω τώρα. Και έχω ήδη αναφέρει τα κυριότερα σημεία τούτου του εγκωμίου. Γιατί όσα είπα για την πόλη για να την εξυμνήσω, είναι στολίδια, με τα οποία την στόλισαν οι αρετές αυτών εδώ και άλλων ομοίων με αυτούς, και πολύ λίγοι Έλληνες υπάρχουν, για τους οποίους μπορεί να λεχθεί, ό,τι μπορεί να λεχθεί γι’ αυτούς εδώ, ότι δηλαδή φήμη τους ισοσταθμίζει τα έργα τους. Έχω δε τη γνώμη, ότι θάνατος σαν αυτόν εδώ των προκείμενων νεκρών παρέχει το αληθινό μέτρο της αξίας ενός ανθρώπου, και άλλοτε μεν είναι ο πρώτος που την προαναγγέλλει άλλοτε δε ο τελευταίος που την επισφραγίζει. Γιατί και εκείνοι ακόμη που υστερούν κατά τα άλλα, δικαιούνται να προβάλλουν για υπεράσπισή τους την ανδραγαθία, την οποία επέδειξαν κατά τους πολέμους, μαχόμενοι υπέρ της πατρίδας. Γιατί εξέλειψαν το κακό δια του καλού, και με τις καλές τους υπηρεσίες σαν υπερασπιστές της πατρίδας την ωφέλησαν περισσότερο απ’όσο την έβλαψαν με τα τυχόν σφάλματά τους στην ιδιωτική τους ζωή. Από αυτούς όμως εδώ κανείς δεν δείχθηκε δειλός μπροστά στον θάνατο εξ αιτίας του πλούτου του, δεν προτίμησε δηλαδή να συνεχίσει την απόλαυσή του, ούτε απέφυγε τον κίνδυνο εξ αιτίας της φτώχειας του, από την ελπίδα δηλαδή ότι μπορεί να την αποφύγει επί τέλους κάποτε και να γίνει πλούσιος.

Αλλά περισσότερο από όλα τα αγαθά πόθησαν την τιμωρία των εχθρών τους, και συνάμα θεώρησαν ότι δεν υπάρχει ενδοξότερος κίνδυνος από αυτόν εδώ, και για τούτο προθυμοποιήθηκαν να ριφθούν σε αυτόν, για να εκδικηθούν τους εχθρούς τους αφ’ ενός, και για να επιδιώξουν την απόκτηση των αγαθών αυτών αφ’ ετέρου, την μεν αβεβαιότητα δηλαδή της επιτυχίας την εμπιστεύθηκαν στην ελπίδα, ως προς δε τον κίνδυνο του θανάτου που βρισκόταν μπροστά τους κατά την μάχη ήταν αποφασισμένοι να στηριχθούν στον εαυτό τους και μόνο.

Και μέσα στη μάχη θεώρησαν πάντα προτιμότερο να αντισταθούν και να βρουν τον θάνατο παρά να σωθούν τρεπόμενοι σε φυγή, και γι’ αυτό απέφευγαν την αισχρή φήμη της δειλίας, και υπέβαλαν τα σώματά τους σε όλα τα δεινά της μάχης, σε μια δε κρίσιμη στιγμή, που ήταν στα χέρια της τύχης, στο ύψος της δόξας μάλλον παρά του τρόμου, βρήκαν τον θάνατο.

Και αυτοί μεν εδώ τέτοιου είδους άνθρωποι υπήρξαν, αντάξιοι της πατρίδας τους. Σεις δε οι επιζώντες πρέπει να εύχεσθε, το γενναίο σας φρόνημα απέναντι στους εχθρούς να είναι περισσότερο τυχερό από αυτό των προηγούμενων νεκρών, με κανέναν όμως τρόπο να καταδέχεσθε να είναι λιγότερο τολμηρό, και να μην κρίνετε την αξία του φρονήματος αυτού από τους επαίνους του ρήτορα μόνο, ο οποίος θα μπορούσε να την μεγαλοποιήσει όσο ήθελε ενώπιόν σας (αν και σεις τα ξέρετε το ίδιο καλά με αυτόν) αναφέροντας όλα τα καλά που υπάρχουν στην άμυνα εναντίον των εχθρών, αλλά μάλλον να παρατηρείτε καθημερινά τη δύναμη της πόλης, όπως αυτή παρουσιάζεται με έργα, και να κυριεύεσθε λίγο από έρωτα προς αυτήν, και όταν σας φανεί ότι είναι μεγάλη, να συλλογίζεσθε ότι όλα αυτά τα απέκτησαν άνθρωποι τολμηροί που είχαν συναίσθηση του καθήκοντός τους,και κατά την ώρα της μάχης είχαν πάντοτε μπροστά στα μάτια τους τον φόβο του ντροπιάσματος, όσες φορές δε αποτύγχαναν σε κάποια τους προσπάθεια, δεν νόμιζαν ότι για τον λόγο αυτό έπρεπε να στερήσουν και την πόλη από τις υπηρεσίες τους, αλλά συνεισέφεραν υπέρ αυτής την ωραιότερη συνεισφορά. Γιατί ενώ όλοι μαζί από κοινού πρόσφεραν στην υπηρεσία της πατρίδας τα σώματά τους, απελάμβαναν ατομικά κάθε ένας, σαν ανταμοιβή τρόπον τινά, τον έπαινο,ο οποίος δεν γερνάει ποτέ, και τον πιο επίσημο τάφο, που είναι δυνατόν να αποκτήσει άνθρωπος, δεν εννοώ δε τον τάφο, στον οποίο έχουν εναποτεθεί τα λείψανά τους, αλλά μάλλον τον τάφο, στον οποίο απομένει μετά θάνατον η δόξα τους και μνημονεύεται αιωνίως σε κάθε παρουσιαζόμενη κάθε φορά ευκαιρία είτε λόγου είτε έργου. Γιατί των επιφανών ανδρών τάφος είναι η Γη ολόκληρη, και την ύπαρξή τους δεν την φανερώνει μόνο η επιγραφή μιας στήλης σε κάποιο μέρος της πατρίδας τους, αλλά και στα ξένα μέρη είναι εγκατεστημένη μια άγραφη ανάμνηση αυτών σκαλισμένη όχι σε κάποιο έργο τέχνης αλλά μάλλον στις καρδιές ενός εκάστου των ανθρώπων. Αυτούς λοιπόν , εσείς τώρα να τους μιμηθείτε, και με τη σκέψη ότι ευδαιμονία είναι η ελευθερία, ελευθερία δε η τόλμη, μην τρομοκρατείσθε από τους κινδύνους του πολέμου.

Γιατί δεν θα ήταν δικαιότερο να αψηφούν την ζωή τους οι δυστυχούντες άνθρωποι, οι οποίοι δεν ελπίζουν να απολαύσουν κανέναν καλό, αλλά οι ευτυχισμένοι, οι οποίοι κατά την διάρκεια ακόμη της ζωής τους διατρέχουν τον κίνδυνο να δουν την κατάστασή τους να μεταβάλλεται στην αντίθετη, δηλαδή την δυστυχία, και για τους οποίους θα ήταν πολύ σημαντική η διαφορά, αν υποτεθεί ότι πάθαιναν κανένα ατύχημα. Γιατί προξενεί μεγαλύτερο πόνο, σε έναν βέβαια που έχει κάποια υψηλοφροσύνη, η εξαθλίωση που συνοδεύεται από εκφυλισμό, παρά ο θάνατος που του έρχεται ξαφνικά, χωρίς καν να γίνει αισθητός, επάνω στην ακμή της σωματικής του δύναμης και επάνω στις ελπίδες που τρέφει και ο κάθε θνητός.

Γι’ αυτόν λοιπόν τον λόγο και σας τους γονείς των ηρώων αυτών, όσοι είσθε παρόντες, δεν σας κλαίω την στιγμή αυτή, αλλά μάλλον θα προσπαθήσω να σας παρηγορήσω. Γιατί, όπως όλοι, γνωρίζουν και αυτοί ότι μεγάλωσαν μέσα σε ποικίλες εναλλαγές της τύχης, και ότι ευτυχισμένοι μπορεί να θεωρούνται μόνο εκείνοι, στους οποίους έλαχε η μεγίστη τιμή, είτε ένας έντιμος θάνατος είναι αυτή, όπως αυτών εδώ, είτε μια έντιμη λύπη, όπως η δική σας, και εκείνοι, των οποίων οι ημέρες της ζωής τους κανονίστηκαν κατά τέτοιον τρόπο, ώστε το τέρμα της ευτυχίας τους να συμπέσει με το τέρμα της ζωής τους. Γνωρίζω βέβαια ότι είναι δύσκολο να σας πείσω γι’ αυτά, μια τέτοια στιγμή κατά την οποία η ευτυχία των άλλων θα σας κάνει να θυμηθείτε πολλές φορές την ευτυχία, που κάποτε αισθανθήκατε και σεις. Και λύπη αισθάνεται κανείς όχι για την έλλειψη των αγαθών που δεν δοκίμασε ποτέ στην ζωή του, αλλά για την στέρηση εκείνων, τα οποία πριν του αφαιρεθούν αποτέλεσαν μέρος της ζωής του. Όσοι δε από εσάς είσθε σε ηλικία που επιτρέπει την τεκνοποιία, πρέπει να υποφέρετε τον πόνο σας με περισσότερη υπομονή, γιατί ελπίζετε να αποκτήσετε και άλλα παιδιά. Γιατί όχι μόνο για τον καθένα σας ιδιαίτερα εκείνα που θα γεννηθούν θα σας κάνουν να λησμονήσετε σιγά σιγά αυτά που χάσατε στον πόλεμο, αλλά και για την πόλη το κέρδος θα είναι διπλό, γιατί με αυτόν τον τρόπο, αφ’ ενός αποφεύγεται η απειλούμενη ερήμωση από την ελάττωση του πληθυσμού, και αφ’ ετέρου ενισχύεται η ασφάλειά της. Γιατί τίποτε το σωστό και δίκαιο δεν είναι σε θέση να σκεφθούν και να συμβουλεύσουν την πόλη όσοι δεν έχουν παιδιά να τα εκθέσουν στον κίνδυνο που εκτίθενται τα παιδιά όλων των άλλων. Όσοι δε πάλι έχετε προσπεράσει το όριο αυτό της ηλικίας, πρέπει να θεωρείτε κέρδος το ότι περάσατε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής σας ευτυχισμένοι, η δε περίοδος της λυπημένης ζωής σας θα είναι σύντομη, και να ανακουφίζεσθε από την δόξα αυτών εδώ των ηρωικώς πεσόντων παιδιών σας. Γιατί το μόνο πράγμα που δεν γερνάει ποτέ είναι η φιλοδοξία, και εκείνο που ευχαριστεί τον άνθρωπο στην γεροντική του ηλικία, όταν είναι άχρηστος πια, δεν είναι το κέρδος, όπως ισχυρίζονται μερικοί, αλλά η απόλαυση τιμών.

Ως προς σας δε εξ άλλου, τους γιους και αδελφούς τους, όσοι είσθε παρόντες, βλέπω ότι η προσπάθεια, την οποία θα πρέπει να καταβάλλετε, για να τους μιμείσθε, είναι τρομακτικά δύσκολη.

Γιατί όλοι συνηθίζουν να επαινούν εκείνον που δεν υπάρχει πλέον, οσοδήποτε δε υπέροχη και αν υποτεθεί ότι είναι η αρετή σας, μόλις και μετά βίας θα θεωρούσατε ότι είσθε, όχι όμοιοι, αλλά κατά τι κατώτεροι. Γιατί και μεταξύ των ζώντων υπάρχει φθόνος αμοιβαίος εκ μέρους των εκάστοτε αντιζήλων, όποιος δε πεθαίνει και δεν είναι εμπόδιο σε κανέναν τιμάται με μια εύνοια απαλλαγμένη από κάθε αντίδραση. Αν δε πρέπει να κάνω λόγο και για την γυναικεία αρετή, σχετικά με αυτές που θα ζουν ως εξής σαν χήρες, θα συμπεριλάβω όλα όσα έχω να πω σε μια σύντομη παραίνεση: θα είναι μεγάλη η δόξα σας, αν δεν δειχθείτε κατώτεροι του φυσικού σας χαρακτήρα, και μάλιστα αν για την κάθε μια σας γίνεται όσο το δυνατόν λιγότερος λόγος μεταξύ των ανδρών, είτε προς έπαινον είτε προς κατηγορία (είτε για καλό είτε για κακό).

Εκφώνησα λοιπόν κι εγώ, σύμφωνα με την επιταγή του νόμου, τον επιτάφιο, και είπα ό,τι είχα να πω κατάλληλο για την περίσταση, και με έργα δε αυτοί, τους οποίους θάπτουμε, εν μέρει μεν έχουν τιμηθεί τώρα αμέσως, εν μέρει δε θα τιμώνται στο μέλλον, γιατί η πόλη θα ανατρέφει τα παιδιά τους δημοσία δαπάνη μέχρι που να γίνουν έφηβοι, απονέμουσα έτσι και σε αυτούς εδώ και στους επιζώντες χρήσιμη αμοιβή, αντί στεφάνου τρόπον τινά, για αυτούς τους αγώνες τους υπέρ της πατρίδας. Γιατί όπου τα βραβεία της αρετής είναι τα πιο μεγάλα, εκεί συγκαταλέγονται μεταξύ των πολιτών και οι πιο ενάρετοι άνδρες. Και τώρα να χορτάσει ο καθένας θρηνώντας τον δικό του και έπειτα να αποχωρήσει».

Με αυτόν λοιπόν τον τρόπο τελέστηκε ο ενταφιασμός των πεσόντων κατά αυτόν τον χειμώνα, με το τέλος του οποίου συνέπεσε και το τέλος του πρώτου έτους του παρόντος πολέμου.

Ιανουαρίου 26, 2009 Αναρτήθηκε από τον/την | "Greek National Pride" blog, ΕΛΛΑΔΑ, ΙΣΤΟΡΙΚΑ | Γράψτε ένα σχόλιο

- ΗΡΟΔΟΤΟΣ (- 485 π.Χ_- 421 π.Χ / – 415 π.Χ) -

ΗΡΟΔΟΤΟΣ (Σύντομη βιογραφία)

 

Ο ΗΡΟΔΟΤΟΣ καταγόταν από εύπορη και φιλομαθή οικογένεια και ανατράφηκε σ’ ένα περιβάλλον σεβασμού του Ομήρου και παλαιών θρύλων. Όταν στην πατρίδα του την Αλικαρνασσό ήταν τύραννος ο Λύγδαμης, ο Ηρόδοτος πήρε μέρος σε συνωμοσία για την ανατροπή του, με αποτέλεσμα να εξοριστεί το 468 ή το 467 π.Χ. στη Σάμο. Από τη Σάμο γύρισε στην Αλικαρνασσό και πήρε μέρος στην ανατροπή του Λύγδαμη το 455 π.Χ., αλλά μετά από λίγο υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει και αυτός την πατρίδα του. Από τότε άρχισε ως περιηγητής και εξερευνητής, πιθανόν στα χρόνια 458-445 π.Χ. να επισκέπτεται διάφορα μέρη του τότε γνωστού κόσμου, μεταξύ άλλων τη χώρα των Κόλχων μέχρι τη Σκυθία, το εσωτερικό της Μικράς Ασίας και τον Πόντο μέχρι την Κριμαία, την Κύπρο και τις περιοχές της Συρίας, τη Βαβυλωνία, την Αίγυπτο, την Κυρηναϊκή και βεβαίως  όλη την Ελλάδα.

Έμεινε αρκετά χρόνια στην Αθήνα, όπου συνδέθηκε φιλικά με τους μεγάλους άνδρες της εποχής εκείνης, τον Περικλή και το Σοφοκλή. Μαζί με τον Πρωταγόρα ίδρυσαν περί το 443 την αποικία των Θουρίων στην κάτω Ιταλία. Στην αποικία αυτή, που ιδρύθηκε κοντά στην κατεστραμμένη Σίβαρη, ο Ηρόδοτος πέρασε τα περισσότερα χρόνια της υπόλοιπης ζωής του, γι’ αυτό και επονομάστηκε Θούριος. Για τα τελευταία χρόνια της ζωής του υπάρχουν ελάχιστες πληροφορίες. Πέθανε ανάμεσα στα χρόνια 421 και 415.

Ο Ηρόδοτος έγραψε μια «παγκόσμια» ιστορία. Οι Αλεξανδρινοί μελετητές τη χώρισαν σε εννέα βιβλία και έδωσαν στο καθένα το όνομα μιας από τις εννέα Μούσες. Στα πρώτα τέσσερα βιβλία παρουσιάζει το σχηματισμό και την αύξηση της περσικής δύναμης, στο πέμπτο και έκτο τις πρώτες συγκρούσεις των Περσών με τους Έλληνες της ηπειρωτικής Ελλάδας, στο τελευταίο μέρος του έκτου και σε ολόκληρα τα δύο επόμενα βιβλία περιγράφει τις δύο μεγάλες εκστρατείες των Περσών που κατέληξαν, η πρώτη στη μάχη του Μαραθώνα και η άλλη στη ναυμαχία της Σαλαμίνας.

Τέλος στο ένατο βιβλίο αναφέρεται στις άλλες πολεμικές δραστηριότητες των Ελλήνων εκείνης της εποχής. Για τη συγγραφή του έργου του χρησιμοποίησε τα έργα των λογογράφων, τα αρχεία των πόλεων και κάθε άλλη επίσημη αναγραφή και τέλος συλλογές χρησμών. Κύρια όμως πηγή του έργου του αποτέλεσαν οι προφορικές παραδόσεις και η προσωπικές αναζητήσεις. Πολλές φορές κατονομάζει την πηγή των πληροφοριών του, όπως γίνεται με το Θέρσανδρο τον Ορχομένιο, τον Τύμνη το Σκύθη κ.ά. Τα τέσσερα πρώτα βιβλία απομακρύνονται από την ιστορία και θεωρούνται περισσότερο πολιτικές πληροφορίες, μύθοι και ανέκδοτα. Μεγαλύτερη συνοχή έχουν τα πέντε υπόλοιπα βιβλία. 

Οπωσδήποτε το έργο του δεν περιορίζεται μόνο στην αφήγηση μαχών, αλλά αναλύει ήθη, έθιμα, θρησκευτικές δοξασίες και θεωρίες για τη διακυβέρνηση μιας πολιτείας, παράλληλα προβάλει δε τη σημασία της ελευθερίας των πολιτών στα πλαίσια του νόμου για τη σωστή λειτουργία του πολιτεύματος. Η γλώσσα του Ηρόδοτο είναι η νέα ιωνική που προήλθε από την επίδραση της ομηρικής γλώσσας, με την προσθήκη αττικών και δωρικών τύπων. Χρησιμοποιώντας ως βάση του έργου που ο ίδιος ονόμασε «Ιστορίης απόδεξις», την αυτοψία, την έρευνα και την κριτική, ο Ηρόδοτος πλησίασε πρώτος την ιστορία, χωρίς όμως να μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικός ιστορικός. Παρά το γεγονός αυτό, το έργο του συνολικά είναι μια αξιόπιστη πηγή και η μόνη συνεχής και πλήρης που είναι διαθέσιμη για μια τόσο σημαντική εποχή της ιστορίας. Ο Κικέρωνας τον ονόμασε πατέρα της ιστορίας. Παράλληλα μπορεί να θεωρηθεί πατέρας της γεωγραφίας και πρόδρομος όλων των περιηγητών.

Ιανουαρίου 26, 2009 Αναρτήθηκε από τον/την | "Greek National Pride" blog, ΕΛΛΑΔΑ, ΙΣΤΟΡΙΚΑ | Γράψτε ένα σχόλιο

- ΠΛΑΤΩΝ (- 427 π.Χ _- 347 π.Χ) –

ΠΛΑΤΩΝ (Σύντομη βιογραφία)

 

Ο Πλάτων είχε αριστοκρατική καταγωγή από την μεριά της μητέρας του και ονομαζόταν αρχικά Αριστοκλής, έμεινε όμως στην Ιστορία γνωστός με το προσωνύμιο Πλάτων. Σε νεαρή ηλικία είχε νικήσει σε αγώνες των Ισθμίων και πιθανόν είχε αποκτήσει το προσωνύμιο «Πλάτων» από το πλατύ στέρνο που διέθετε ως αθλητής. Στις βιογραφίες της ύστερης αρχαιότητας (Ολύμπιος Λαέρτιος κ.ά.) γίνεται αντιληπτή η προσπάθεια να περιγραφεί ο Πλάτων ως «θεϊκός άνθρωπος». Ο μετέπειτα φιλόσοφος έγραφε αρχικά τραγωδίες και δράματα. Οι βιογράφοι του Πλάτωνα αναφέρουν ότι η συνάντησή του με το Σωκράτη άλλαξε τόσο πολύ τη ζωή του μαθητή, ώστε αυτός έκαψε τα πρώτα έργα του. 

Μετά την εκτέλεση του Σωκράτη (399) κατέφυγε ο Πλάτων φοβισμένος για λίγο καιρό στα Μέγαρα, κοντά στο συμμαθητή του Ευκλείδη (συνώνυμο του Μαθηματικού). Ύστερα γύρισε στην Αθήνα,όπου για 10 χρόνια ασχολήθηκε με τη συγγραφή φιλοσοφικών έργων, τα οποία φέρουν τη σφραγίδα της σωκρατικής φιλοσοφίας. Στη συνέχεια ταξίδεψε ο Πλάτων στην Αίγυπτο και στην Κυρήνη, όπου σχετίστηκε με το μαθηματικό Θεόδωρο και στη συνέχεια στον Τάραντα της Ιταλίας, όπου γνώρισε τη διδασκαλία μαθητών του Πυθαγόρα, από τη φιλοσοφική σκέψη των οποίων επηρεάστηκε αποφασιστικά. Στην αυλή του βασιλιά των Συρακουσών Διονυσίου Α΄ γνώρισε ο Πλάτων το βασιλικό γυναικάδελφο Δίωνα,με τον οποίο συνδέθηκε φιλικά. Η φιλία αυτή προκάλεσε όμως τις υποψίες του βασιλιά για εξυφαινόμενη συνωμοσία, γι’αυτό εκδιώχτηκε ο επισκέπτης από τη Σικελία.  Στην Αίγινα κινδύνεψε ο Πλάτων να πουληθεί ως δούλος αλλά τον διέσωσε ο Κυρηναίος φίλος του Αννίκερης. Μετά την επιστροφή του στην Αθήνα ίδρυσε στο άλσος του ήρωα Ακάδημου τη λεγόμενη «Ακαδημία Πλάτωνος», από την οποία ο σημαντικότερος μαθητής που ξεπήδησε ήταν ο Αριστοτέλης και είχε ως στόχο να εκπαιδεύσει «φιλοσόφους πολιτικούς», οι οποίοι θα είχαν τα κατάλληλα εφόδια για να κυβερνήσουν, σύμφωνα με την πολιτική θεωρία του Πλάτωνα. Αυτή η σχολή λειτούργησε επί σχεδόν 1000 χρόνια, μέχρι που την κατάργησε ο Ιουστινιανός το 529, επειδή ο ανερχόμενος νεοπλατωνισμός απειλούσε τη χριστιανική διδασκαλία.Ο Πλάτων επισκέφτηκε για τρίτη φορά την αυλή των Συρακουσών το 361, με σκοπό να συμφιλιώσει το Δίωνα με το Διονύσιο. Αυτή τη φορά κινδύνεψε και η ζωή του. Τον έσωσε η επέμβαση του πυθαγόρειου Αρχύτα.

Ο Δίωνας δολοφονήθηκε το 353 κι έτσι ο Πλάτων έχασε κάθε ελπίδα για την αποδοχή και εφαρμογή των πολιτικών του ιδεών σε μια πόλη.Το εκτενές έργο του Πλάτωνα που έχει διασωθεί δεν είναι, εκτός από λίγες εξαιρέσεις, μία συστηματική πραγματεία. Είναι γραμμένο σε διαλόγους, οι οποίοι μέσα από εκτεταμένη χρήση μύθων που εξυπηρετούν το σχολιασμό και την επεξήγηση, γίνονται κατανοητοί όχι μόνο από τους φιλοσόφους αλλά και από τον απλό λαό. Η πλατωνική φιλοσοφία είναι ιδεοκρατική. Εισάγει δηλαδή τη θεωρία των ιδεών, οι οποίες κατά τον Πλάτωνα είναι οι γενικοί και αιώνιοι τύποι των πραγμάτων, οι ουσίες που γίνονται αντιληπτές μόνο με το λογικό και όχι με την αίσθηση. Τα αισθητά τα θεωρεί είδωλα των ιδεών. Έτσι ο Πλάτων αναγνωρίζει δύο κόσμους, τον αισθητό, ο οποίος διαρκώς μεταβάλλεται και βρίσκεται σε ασταμάτητη ροή, κατά τον Ηράκλειτο, και το νοητό κόσμο, τον αναλλοίωτο, δηλαδή τις ιδέες, οι οποίες υπάρχουν σε τόπο επουράνιο. Αυτές είναι τα αρχέτυπα αυτού του ορατού κόσμου, τα αιώνια πρότυπα και παραδείγματα.

Στην ψυχή διακρίνει ο Πλάτων τρία μέρη, το λογιστικό, το θυμοειδές και το επιθυμητικό. Γι’ αυτό και αναγνωρίζει τρεις αρετές, τη σοφία, την ανδρεία και τη σωφροσύνη, η καθεμία από τις οποίες αντιστοιχεί και σε ένα από τα τρία μέρη της ψυχής. Τις τρεις αυτές αρετές της ψυχής τις παραλληλίζει ο Πλάτων με τις τρεις χορδές της λύρας, την υπάτη, τη μέση και τη νήτη. Αλλά οι τρεις αυτές αρετές πρέπει να αναπτύσσονται αρμονικά, ώστε το λογιστικό ως θείο να κυβερνά, το θυμοειδές να υπακούει σ’ αυτό ως βοηθός, και τα δύο μαζί να διευθύνουν το επιθυμητικό, για να μην επιχειρεί να άρχει αυτό, αφού είναι το πιο άπληστο και το κατώτερο μέρος της ψυχής.

Από την αρμονική ανάπτυξη των τριών αρετών αποτελείται η δικαιοσύνη, η οποία είναι αρμονία των τριών άλλων αρετών.

Επειδή και η πόλη αποτελεί μία μεγέθυνση του ανθρώπου, διακρίνει ο Πλάτων και σ’ αυτήν τρία γένη: το βουλευτικό, το πολεμικό και το χρηματικό, τα οποία αντιστοιχούν προς τα τρία μέρη της ψυχής. Όπως στον άνθρωπο, έτσι και στην ιδανική πολιτεία πρέπει να υπάρχει η δικαιοσύνη, δηλαδή η αρμονία,που πετυχαίνεται,όταν και στην πόλη το καθένα από τα γένη εκτελεί το δικό του έργο και δεν επιδιώκει τα ξένα. Κατά τα σημερινά δεδομένα, η αντίληψη του Πλάτωνα για την ιδανική πολιτεία είναι ολοκληρωτική.  Η επίδραση του Πλάτωνα ως φιλοσόφου υπήρξε τεράστια. Η ιστορία της φιλοσοφίας μέχρι τον Κικέρωνα είναι γεμάτη από τις ιδέες του και αυτές, είτε αμφισβητούνται, είτε γίνονται αποδεκτές. Η φιλοσοφία του Πλάτωνα επηρέασε σε σημαντικό βαθμό τη διδασκαλία της χριστιανικής εκκλησίας, η οποία υιοθέτησε πολλές από τις σκέψεις του Πλάτωνα (Ωριγένης) για να ερμηνευτούν τα ιερά κείμενα και τα εκκλησιαστικά δόγματα. Αλλά και η νεότερη φιλοσοφική σκέψη δεν έμεινε ανεπηρέαστη από τον Πλάτωνα. Τα διάφορα φιλοσοφικά συστήματα ή προσπαθούν να ανατρέψουν τις πλατωνικές ιδέες ή στηρίζονται σ’ αυτές. Ο μεγάλος φιλόσοφος πέθανε περί 347 σε ηλικία περίπου 80 ετών. Ο τάφος του ήταν κοντά στη σχολή του, αλλά δεν έχει ανευρεθεί μέχρι σήμερα.

Ιανουαρίου 26, 2009 Αναρτήθηκε από τον/την | "Greek National Pride" blog, ΕΛΛΑΔΑ, ΙΣΤΟΡΙΚΑ | 4 σχόλια

- Η ΜΑΧΗ τής ΣΦΑΚΤΗΡΙΑΣ (- 425π.Χ) -

ΜΑΧΗ τής ΣΦΑΚΤΗΡΙΑΣ

 

ΚΑΤΑΛΗΨΗ τής ΠΥΛΟΥ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ τών ΣΠΑΡΤΙΑΤΩΝ.

ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ  ΒΙΒΛΙΟΝ Δ’ (1 – 41)

1. Επιχειρήσεις εις Σικελίαν

Τό καλοκαίρι τού -425, δέκα πλοία τών Συρακουσίων καί άλλα τόσα τών Λοκρών εξέπλευσαν, μετά από πρόσκλησιν τών κατοίκων τής Μεσσήνης τής Σικελίας, καί κατέλαβαν τήν πόλιν, η οποία ώς εκ τούτου απεσπάσθη από τούς Αθηναίους. Εις τούτο προέβησαν κυρίως, οι μέν Συρακούσιοι, διότι εθεώρουν ότι η Μεσσήνη είναι τό κλειδί τής Σικελίας καί εφοβούντο μήπως οι Αθηναίοι τήν καταστήσουν μίαν ημέραν βάσιν επιχειρήσεων καί επιτεθούν εναντίον των μέ υπερτέρας δυνάμεις.

Οι δέ Λοκροί, λόγω τής έχθρας των εναντίον τών Ρηγίνων, τούς οποίους επεδίωκαν νά εξαντλήσουν, διεξάγοντες τόν πόλεμον εναντίον των από ξηράς συγχρόνως καί από θαλάσσης. Είχαν, άλλωστε, εισβάλει συγχρόνως οι Λοκροί μέ όλον τόν στρατόν των εις τήν χώραν τών Ρηγίνων, αφ’ ενός διά νά τούς εμποδίσουν νά έλθουν εις βοήθειαν τών Μεσσηνίων, καί εξ άλλου, διότι τούς παρεκίνουν εις τούτο καί οι μεταξύ των διατρίβοντες Ρηγίνοι φυγάδες.

Διότι από πολύν καιρόν τό Ρήγιον εσπαράσσετο από φατριαστικάς έριδας καί δέν ήτο τότε εις θέσιν ν’ αντισταθή εις τούς Λοκρούς, οι οποίοι ένεκα τούτου έτι μάλλον επετίθεντο εναντίον του. Αφού ηρήμωσαν τήν χώραν, οι Λοκροί απέσυραν τόν στρατόν των τής ξηράς, αλλά τά πλοία των εξηκολούθουν νά φρουρούν τήν Μεσσήνην. Οι σύμμαχοι, άλλωστε, εξώπλισαν καί άλλην μοίραν στόλου, μέ τόν σκοπόν νά εγκατασταθή εις τόν λιμένα τής πόλεως αυτής ώς ορμητήριον καί διεξάγη από εκεί τόν πόλεμον.

2. Νέα επιδρομή Λακεδαιμονίων εις Αττικήν.

Νέος στόλος αποστέλλεται εις Σικελίαν. Τήν άνοιξη τού ίδιου έτους, οι Πελοποννήσιοι καί οι σύμμαχοί των, υπό τήν αρχηγίαν τού βασιλέως τών Λακεδαιμονίων Άγιδος, υιού τού Αρχιδάμου, εισέβαλαν εις τήν Αττικήν, καί αφού εστρατοπέ      δευσαν, άρχισαν νά ερημώνουν τήν χώραν. Οι Αθηναίοι, εξ άλλου, απέστειλαν εις τήν Σικελίαν τά σαράντα πλοία πού ετοίμαζαν καί τούς υπολοίπους δύο στρατηγούς, τόν Ευρυμέδοντα καί τόν Σοφοκλή (καθόσον ο τρίτος, ο Πυθόδωρος, είχε φθάσει προηγουμένως εις τήν Σικελίαν). Εις τούς στρατηγούς έδωκαν συγχρόνως διαταγήν, όταν περνούν από τήν Κέρκυραν, νά φροντίσουν καί διά τούς κατοίκους τής πόλεως, οι οποίοι εληστεύοντο από τούς φυγάδας πού είχαν καταφύγει εις τό όρος. Πρός υποστήριξιν τών τελευταίων, είχαν στείλει καί οι Πελοποννήσιοι στόλον εξήντα πλοίων, καί επειδή επεκράτει μεγάλη πείνα εις τήν πόλιν, ήλπιζαν ότι θά γίνουν ευκόλως κύριοι τών πραγμάτων. Ο Δημοσθένης, ο οποίος, αφότου επέστρεψεν από τήν Ακαρνανίαν, ιδιώτευεν, εξουσιοδοτήθη κατ’ αίτησίν του από τούς Αθηναίους νά χρησιμοποιήση, εάν θέλη, τήν μοίραν τών σαράντα πλοίων, τόν καιρόν πού θά έπλεε γύρω από τήν Πελοπόννησον.

3. Κατάληψις τής Πύλου υπό τού Αθηναϊκού στόλου.

Ώς εκ τούτου, όταν κατά τόν πλούν έφθασαν εις τά παράλια τής Λακωνικής καί έμαθαν ότι ο στόλος τών Πελοποννησίων ήτο ήδη εις τήν Κέρκυραν, ο Ευρυμέδων καί ο Σοφοκλής ήθελαν νά σπεύσουν εκεί, ο Δημοσθένης όμως επέμενε νά προσεγγίσουν πρώτον εις τήν Πύλον καί μή συνεχίσουν τόν πλούν, παρά αφού κάμουν εκεί ό,τι θά επέβαλαν αι περιστάσεις. Αλλ’ ενώ εκείνοι αντέλεγαν, εσηκώθη κατά τύχην κακοκαιρία, η οποία παρέσυρε τά πλοία εις τήν Πύλον. Ο Δημοσθένης επέμενε νά κατασκευάσουν αμέσως οχύρωμα εκεί, λέγων ότι μέ τόν σκοπόν αυτόν συνώδευε τόν στόλον, καί τούς εδείκνυεν ότι υπήρχαν εκεί άφθονα ξύλα καί πέτραι καί ότι η θέσις ήτο εκ φύσεως οχυρά καί όχι μόνον αυτό τό μέρος, αλλά καί τό εσωτερικόν, εις ικανήν απόστασιν, ήσαν ακατοίκητα. Η Πύλος, τωόντι, τήν οποίαν οι Λακεδαιμόνιοι ονομάζουν Κορυφάσιον, κείται επί τού εδάφους τής αρχαίας Μεσσηνίας, καί απέχει από τήν Σπάρτην τετρακόσια περίπου στάδια. Οι άλλοι στρατηγοί απήντησαν ότι υπάρχουν εις τήν Πελοπόννησον πολλά ακατοίκητα ακρωτήρια, τά οποία ημπορεί νά καταλάβη, εάν θέλη νά υποβάλη τήν πόλιν εις έξοδα. Αλλ’ εις τόν Δημοσθένη εφαίνετο ότι η θέσις αυτή παρουσιάζει πλεονεκτήματα εντελώς εξαιρετικά. Εκτός τού ότι υπήρχεν εκεί πέραν λιμήν, εθεώρει ότι οι Μεσσήνιοι, οι οποίοι ήσαν οι παλαιοί κύριοι τού μέρους καί ωμίλουν τήν ιδίαν μέ τούς Λακεδαιμονίους διάλεκτον, ημπορούσαν, χρησιμοποιούντες αυτό ώς ορμητήριον, νά προξενούν μεγάλας ζημίας, καί θά ήσαν συγχρόνως αξιόπιστοι φρουροί τής θέσεως.

4. Επειδή όμως δέν ημπορούσε νά πείση ούτε τούς στρατηγούς, ούτε τούς στρατιώτας, μολονότι ανεκοίνωσεν ακολούθως τά σχέδιά του καί εις αυτούς διά μέσου τών αξιωματικών των, έμειναν εκεί αδρανούντες, επειδή ο καιρός ήταν ακατάλληλος διά πλούν έως ότου οι ίδιοι οι στρατιώται       εβαρύνθησαν νά μένουν αργοί καί τούς ήλθεν η ζωηρά επιθυμία νά μοιρασθούν γύρω από τήν θέσιν καί συμπληρώσουν μέ τεχνικά έργα τήν φυσικήν οχυρότητά της.

5. Αλλ’ οι Λακεδαιμόνιοι έτυχε νά τελούν τότε κάποιαν πανήγυριν, καί εκτός τούτου, όταν έμαθαν τήν είδησιν, δέν επήραν τό πράγμα υπό σοβαράν έποψιν, διότι επίστευαν ότι είτε οι Αθηναίοι δέν θά αντισταθούν καθόλου, όταν προελάσουν εναντίον των, είτε, εάν αντισταθούν, αυτοί θά ημπορέσουν ευκόλως νά καταλάβουν τήν θέσιν διά τής βίας. Καί η απουσία, άλλωστε, τού στρατού των εις τήν Αττικήν συνετέλεσεν εν μέρει εις τήν καθυστέρησίν των. Οι Αθηναίοι, αφού εις διάστημα έξ ημερών ωχύρωσαν τήν θέσιν πρός τό μέρος τής ξηράς, καί ιδίως εις τά σημεία πού ήτο μεγαλυτέρα η ανάγκη, άφισαν πρός προστασίαν της τόν Δημοσθένη μέ πέντε πλοία, καί τό μεγαλύτερον μέρος τού στόλου επέσπευσαν τόν πλούν του πρός τήν Κέρκυραν καί τήν Σικελίαν.

6. Αναχώρησις τών Λακεδαιμονίων εκ τής Αττικής.

Ο Πελοποννησιακός στρατός, πού ευρίσκετο εις τήν Αττικήν, ευθύς ως ήκουσαν τήν κατάληψιν τής Πύλου, έσπευσαν νά επιστρέψουν εις τά ίδια, διότι ο βασιλεύς Άγις καί οι Λακεδαιμόνιοι εθεώρουν ότι η υπόθεσις τής Πύλου ήτο ζήτημα ζωτικού δι’ αυτούς ενδιαφέροντος, εξ άλλου, διότι η εισβολή είχε γίνει πολύ ενωρίς, καί τά σιτάρια ήσαν ακόμη χλωρά, ώστε δέν είχαν επαρκή τροφήν διά τούς στρατιώτας, καί τέλος διότι επήλθε μεγάλη κακοκαιρία, συνήθης διά τήν εποχήν αυτήν τού έτους, από τήν οποίαν υπέφερε πολύ ο στρατός. Συνεπώς, πολλοί λόγοι συνετέλεσαν διά νά επισπεύσουν τήν επάνοδόν των καί αποβή η εισβολή αυτή συντομωτέρα από κάθε άλλην. Πράγματι, δέκα πέντε μόνον ημέρας έμειναν εις τήν Αττικήν.

7. Οι Αθηναίοι καταλαμβάνουν τήν Ηιόνα τής Χαλκιδικής  Κατά τήν ιδίαν εποχήν, ο Αθηναίος στρατηγός Σιμωνίδης, συγκεντρώσας ολίγους Αθηναίους από τάς φρουράς καί πολλούς συμμάχους τών μερών εκείνων, κατέλαβε διά προδοσίας τών κατοίκων τήν επί τής Χαλκιδικής κειμένην Ηιόνα, αποικίαν τών Μενδαίων καί εχθράν τών Αθηναίων. Αλλ’ οι Χαλκιδείς καί οι Βοττιαίοι έσπευσαν πρός βοήθειάν της καί όχι μόνον τόν εξετόπισαν, αλλά καί έχασε πολλούς από τούς άνδρας του.

8. Οι Σπαρτιάται σπεύδουν νά ελευθερώσουν τήν Πύλον.

Μετά τήν επιστροφήν τών Πελοποννησίων από τήν Αττικήν, οι Σπαρτιάται, μέ τούς πλησιεστέρους από τούς περιοίκους, έσπευσαν ευθύς διά νά ελευθερώσουν τήν Πύλον. Οι επίλοιποι όμως Λακεδαιμόνιοι, επειδή μόλις πρό μικρού είχαν επιστρέψει από άλλην εκστρατείαν, εξεκίνησαν αργότερα. Έστειλαν επίσης οδηγίας εις όλην τήν Πελοπόννησον, διά νά στείλουν όσον τό δυνατόν ταχύτερον επικουρίας εις τήν Πύλον, καί συγχρόνως προσεκάλεσαν τήν μοίραν τών εξήντα πλοίων πού ήσαν εις τήν Κέρκυραν. Τά πλοία αυτά, αφού μετεφέρθησαν συρόμενα διά τού Ισθμού τής Λευκάδος καί διέφυγαν τήν προσοχήν τής μοίρας τού Αθηναϊκού στόλου, πού είχε φθάσει εις τήν Ζάκυνθον, κατέπλευσαν εις Πύλον, όπου είχεν ήδη συγκεντρωθή καί ο στρατός τής ξηράς. Αλλ’ ο Δημοσθένης επρόφθασε, πρίν ακόμη καταπλεύση η Πελοποννησιακή μοίρα τού στόλου, νά στείλη ασφαλώς δύο πλοία εις Ζάκυνθον, διά νά ειδοποιήση τόν Ευρυμέδοντα καί τήν μοίραν τού Αθηναϊκού στόλου ότι πρέπει νά έλθη κατεπειγόντως, διότι η Πύλος εκινδύνευεν.Αλλ’ ενώ η ειρημένη μοίρα έπλεεν εσπευσμένως εις βοήθειαν τού Δημοσθένους, σύμφωνα μέ τήν πρόσκλησίν του, οι Λακεδαιμόνιοι ητοιμάζοντο νά επιτεθούν εναντίον τού τείχους από ξηράς συγχρόνως καί από θαλάσσης, διότι ήλπιζαν νά κυριεύσουν ευκόλως οχύρωμα, τό οποίον είχε κατασκευασθή εσπευσμένως καί είχεν ολιγάριθμον φρουράν. Επειδή όμως επερίμεναν ότι καί η μοίρα τού Αθηναϊκού στόλου θά φθάση από τήν Ζάκυνθον πρός βοήθειαν τής Πύλου, εσχεδίαζαν νά φράξουν τά στόμια τού λιμένος, διά νά μήν ημπορέσουν νά τόν καταστήσουν ορμητήριον τών Αθηναίων, εις περίστασιν πού δέν θά κατώρθωναν τυχόν νά καταλάβουν τήν Πύλον πρό τού κατάπλου της. Τό φράξιμον τών στομίων ήτο εύκολον, διότι η νήσος Σφακτηρία, η οποία εκτείνεται κατά μήκος τής ακτής καί πολύ πλησίον της, καθιστά όχι μόνον τόν λιμένα ασφαλή, αλλά καί τά στόμιά του στενά. Από τό ένα στόμιον, τό απέναντι τής Πύλου καί τού Αθηναϊκού οχυρώματος, δύο μόνον πλοία ημπορούν νά περάσουν συγχρόνως, ενώ από τό δεύτερον, τό απέναντι τού άλλου μέρους τής ξηράς, οκτώ ή εννέα. Ήτο πρός τούτοις σκεπασμένη από δάσος καί καθό ακατοίκητος δέν είχε δρόμους. Τό μάκρος της είναι έως δέκα πέντε στάδια, επάνω κάτω.

Οι Λακεδαιμόνιοι λοιπόν εσχεδίαζαν νά κλείσουν τά στόμια μέ πλοία, κολλητά τό ένα μέ τό άλλο καί μέ τάς πρώρας εστραμμένας πρός τήν θάλασσαν. Επειδή, εξ άλλου, εφοβούντο μήπως η Σφακτηρία χρησιμοποιηθή εναντίον των ως ορμητήριον διά τάς εχθροπραξίας, απεβίβασαν εκεί μερικούς οπλίτας καί ετοποθέτησαν συγχρόνως άλλους κατά μήκος τής απέναντι ακτής. Διότι κατ’ αυτόν τόν τρόπον ελογάριαζαν, ότι καί η νήσος θά ήτο απρόσιτος εις τούς Αθηναίους,αλλά καί η ξηρά, η οποία άλλωστε δέν είχε μέρος πού νά ημπορή κανείς ν’ αποβιβασθή. (Καθόσον, εκτός τού στομίου τού λιμένος, τά παράλια τής ιδίας τής Πύλου πρός τό μέρος τού πελάγους είναι αλίμενα, καί δέν θά είχαν πού νά εγκαταστήσουν ορμητήριον διά νά βοηθήσουν τούς ιδικούς των). Επομένως οι Λακεδαιμόνιοι, χωρίς νά εκτεθούν εις τόν κίνδυνον ναυμαχίας, θά κατώρθωναν πιθανώς νά εκπολιορκήσουν τήν θέσιν, η οποία είχε καταληφθή μέ ανεπαρκείς προετοιμασίας καί εστερείτο τρόφιμα. Ευθύς, τωόντι, ως κατέληξαν εις τά συμπεράσματα αυτά, απεβίβασαν εις τήν νήσον τούς οπλίτας, κληρώσαντες αυτούς από όλους τούς λόχους. Καί είχαν περάσει καί άλλοι προτήτερα, αλλάζοντες εκ περιτροπής. Αλλ’ οι τελευταίοι αποβιβασθέντες, οι οποίοι καί απεκλείσθησαν εκεί, ήσαν τετρακόσιοι είκοσι, καί χωριστά οι Είλωτες υπηρέται των. Αρχηγός δ’ αυτών ήτο ο Επιτάδας, υιός τού Μολόβρου.

9. Οι Αθηναίοι παρασκευάζονται νά αποκρούσουν τούς Λακεδαιμονίους.

Ο Δημοσθένης, βλέπων ότι οι Λακεδαιμόνιοι ητοιμάζοντο νά επιτεθούν διά ξηράς συγχρόνως καί διά θαλάσσης, παρεσκευάζετο καί αυτός. Έσυρε τά τρία πλοία πού τού έμεναν κάτω από τό οχύρωμα καί τά περιέβαλεν εκεί διά χαρακώματος. Επήρε τούς ναύτας από τά πλοία καί τούς ώπλισε μέ ασπίδας κατωτέρας ποιότητος, τάς περισσοτέρας από πλεγμένους κλάδους λυγαριάς, διότι εις τόπον ακατοίκητον δέν ήτο δυνατόν νά προμηθευθούν όπλα, αλλά καί αυτά ακόμη πού είχαν τά είχαν πάρει από δύο πειρατικά πλοία, τό ένα τριαντάκωπον καί τό άλλο ελαφρόν ακάτιον, τά οποία ανήκαν εις τούς Μεσσηνίους πού έτυχε νά φθάσουν καί από τούς οποίους συνεκεντρώθησαν σαράντα περίπου οπλίται, τούς οποίους ο Δημοσθένης εχρησιμοποίησε μαζί μέ τούς άλλους πού είχεν.

Ετοποθέτησεν ακολούθως τούς περισσοτέρους στρατιώτας του, τόσον τούς αόπλους όσον καί       τούς οπλισμένους, εις τό απέναντι τής στερεάς μέρος τού οχυρώματος, τό οποίον ήτο ισχυρότερον καί καλύτερα ωχυρωμένον, καί τούς διέταξε ν’ αποκρούσουν τόν στρατόν τής ξηράς, εάν τούς επιτεθή. Ο ίδιος, εξ άλλου, εκλέξας από όλον τόν στρατόν εξήντα οπλίτας καί ολίγους τοξότας, εξήλθε μετ’ αυτών από τό τείχος πρός τήν θάλασσαν, εις μέρος όπου πρό πάντων υπέθετεν ότι ο εχθρός θά επεχείρει απόβασιν. Τό μέρος αυτό ήτο αληθώς δύσβατον καί πετρώδες καί ανοικτόν πρός τό πέλαγος, αλλ’ επειδή τό Αθηναϊκόν τείχος ήτο πρός τό ίδιον μέρος πολύ αδύνατον, επίστευεν ότι οι Πελοποννήσιοι θά παρασυρθούν νά επιχειρήσουν εκεί τήν απόβασιν. Διότι οι Αθηναίοι, επειδή δέν επίστευαν ποτέ ότι θά νικηθούν κατά θάλασσαν, δέν ωχύρωσαν δυνατά τό μέρος τούτο, καί ο Δημοσθένης αντελαμβάνετο, ότι άν οι Λακεδαιμόνιοι κατώρθωναν ν’ αποβιβασθούν εκεί διά τής βίας, θά τούς ήτο εύκολον νά κυριεύσουν τήν θέσιν. Εις τό μέρος λοιπόν αυτό επροχώρησεν όσον ημπορούσε πλησιέστερα πρός τήν θάλασσαν καί παρέταξε τούς οπλίτας του, διά νά εμποδίση, ει δυνατόν, τήν απόβασιν. Καί διά νά εξυψώση τό φρόνημά των, τούς απηύθυνε τούς επομένους προτρεπτικούς λόγους:

10. Λόγος τού στρατηγού Δημοσθένους πρός τούς στρατιώτας του Στρατιώται, όσοι απεφασίσατε νά συμμερισθήτε μαζί μου τόν κίνδυνον αυτόν, εις περίστασιν τόσον κρίσιμον, καθώς η παρούσα, κανείς από σάς ας μή θελήση νά φανή έξυπνος, υπολογίζων μέ ακρίβειαν όλην τήν έκτασιν τού κινδύνου πού μάς περιστοιχίζει. Οφείλει τουναντίον καθείς εμπνεόμενος μάλλον από ευέλπιδα απερισκεψίαν, γεμάτος από ελπίδα καί θέτων κατά μέρος κάθε ενδοιασμόν, ν’ αντιμετωπίση τόν εχθρόν, μέ τήν πεποίθησιν ότι θά εξέλθη θριαμβεύων καί από τούς κινδύνους αυτούς. Διότι εις περιστάσεις καθώς η παρούσα, όπου δέν επιτρέπεται εκλογή,κάθε υπολογισμός είναι μάταιος καί εκείνο πού χρειάζεται πρό πάντων είναι η ταχίστη αντιμετώπισις τού κινδύνου. Αλλ’ εγώ βλέπω ότι καί αι περισσότεραι πιθανότητες είναι μέ τό μέρος μας,εάν μόνον αποφασίσωμεν νά σταθώμεν ακλόνητοι καί νά μή θυσιάσωμεν τά πλεονεκτήματα πού έχομεν, καταπληττόμενοι από τήν αριθμητικήν τού εχθρού υπεροχήν. Διότι καί τό δυσπρόσιτον τής θέσεως νομίζω ότι είναι εις όφελός μας, καθόσον εάν σταθώμεν ακλόνητοι, αυξάνει η δύναμίς μας, ενώ άπαξ υποχωρήσωμεν, καί μολονότι η θέσις είναι δύσβατος, θ’ αποβή ευπρόσιτος εις τόν εχθρόν, καθόσον κανείς δέν θά αντετάσσετο εναντίον του.Καί άν ακόμη ημπορούσεν ακολούθως νά πιεσθή από ημάς, θ’ απέβαινε φοβερώτερος, αφού δέν θά ήτο εύκολος εις αυτόν η υποχώρησις. Διότι, εφόσον είναι ακόμη επάνω εις τά πλοία, η απόκρουσίς του είναι πολύ εύκολος, άμα όμως άπαξ αποβιβασθή, είναι εις ίσην απέναντί μας θέσιν. Καί τήν αριθμητικήν του υπεροχήν δέν πρέπει νά φοβούμεθα πολύ. Διότι, όσον πολλοί καί άν είναι, θά υποχρεωθούν νά πολεμήσουν κατά μικρά αποσπάσματα, λόγω τής δυσκολίας τής προσορμίσεως Ούτε έχομεν ν’ αντιμετωπίσωμεν στρατόν επί τής ξηράς, ο οποίος μάχεται υπό ομοίας μέ ημάς περιστάσεις, είναι όμως αριθμητικώς ανώτερος, αλλά στρατόν, πού μάχεται από τό κατάστρωμαπλοίων, τά οποία έχουν ανάγκην πολλών ευνοϊκών περιστάσεων μέσα εις τήν θάλασσαν. Ώστε θεωρώ ότι τά μειονεκτήματά των ισοφαρίζουν τόν μικρόν αριθμόν μας. Από σάς, οι οποίοι είσθε Αθηναίοι καί γνωρίζετε εκ πρακτικής πείρας τί σημαίνει ναυτική απόβασις ενώπιον εχθρού,καί ότι δέν ημπορεί νά εκβιασθή, εφόσον εκείνος είναι αποφασισμένος ν’ αντισταθή καί δέν υποχωρήση από τόν φόβον τού κρότου τής κωπηλασίας καί τήν απειλητικήν θέαν τών ορμητικώς προσεγγιζόντων πλοίων – από σάς ήλθε τώρα η ώρα ν’ απαιτήσω νά σταθήτε ακλόνητοι, εμποδίζοντες τόν εχθρόν νά πατήση τό πόδι του εις τήν παραλίαν, καί νά σώσετε καί εαυτούς καί τήν θέσιν αυτήν.

11.Ήττα τών Λακεδαιμονίων εις τήν Πύλον.

Ύστερον από τούς ολίγους αυτούς προτρεπτικούς λόγους τού Δημοσθένους, οι Αθηναίοι επήραν νέον θάρρος καί κατέβησαν εις τό άκρον τής παραλίας, όπου καί παρετάχθησαν. Οι Λακεδαιμόνιοι,εν τώ μεταξύ, εξεκίνησαν καί προσέβαλαν τό οχύρωμα, όχι μόνον μέ τόν στρατόν τής ξηράς, αλλά καί μέ τήν μοίραν τού στόλου των συγχρόνως, η οποία απετελείτο από σαράντα τρία πλοία.

Ναύαρχος ήτο ο Σπαρτιάτης Θρασυμηλίδας, υιός τού Κρατησικλέους, ο οποίος επετέθη ακριβώς όπου επερίμενεν ο Δημοσθένης. Οι Αθηναίοι αντιμετώπισαν τήν επίθεσιν καί από τά δύο μέρη, τήν ξηράν δηλαδή καί τήν θάλασσαν. Οι εχθροί όμως διήρεσαν τά πλοία των εις μικρά αποσπάσματα,αφού δέν ήτο δυνατόν μεγαλύτερος αριθμός νά προσεγγίση συγχρόνως εις τήν ακτήν, καί αναπαυόμενοι εκ περιτροπής, δέν έπαυαν νά επιτίθενται μέ μεγάλην ορμήν καί νά ενθαρρύνωνται αμοιβαίως μέ κάθε τρόπον, διά νά εκτοπίσουν τούς Αθηναίους καί καταλάβουν τό οχύρωμα. Περισσότερον από όλους διεκρίθη ο Βρασίδας, ο οποίος ήτο κυβερνήτης μιάς τριήρους. Επειδή έβλεπεν ότι οι άλλοι κυβερνήται καί πηδαλιούχοι, καί όπου ακόμη ήτο δυνατή η προσέγγισις, εδίσταζαν ένεκα τού δυσβάτου τής θέσεως καί εφοβούντο μήπως συντρίψουν τό πλοίον των, τούς εφώναζεν ότι είναι εντροπή χάριν οικονομίας ξύλων νά επιτρέψουν εις τούς εχθρούς τήν κατασκευήν καί διατήρησιν οχυρώματος επάνω εις τό έδαφός των, καί τούς παρεκίνει νά συντρίψουν τά πλοία των επάνω εις τούς βράχους διά νά εκβιάσουν τήν απόβασιν. Εις τούς συμμάχους, εξ άλλου, συνίστα νά μή διστάσουν, εις ανταπόδοσιν τόσον μεγάλων ευεργεσιών, νά θυσιάσουν εις τήν περίπτωσιν αυτήν τά πλοία των πρός χάριν τών Λακεδαιμονίων, αλλά νά τά ρίψουν έξω καί εκβιάζοντες μέ κάθε μέσον τήν απόβασιν νικήσουν τούς εχθρούς καί κυριεύσουν τήν θέσιν.

12. Ο Βρασίδας όχι μόνον τούς άλλους εξώθει κατ’ αυτόν τόν τρόπον, αλλά καί τόν πηδαλιούχον του ηνάγκασε νά ρίψη έξω τό πλοίον, καί επροχώρει πρός τήν αποβάθραν τού πλοίου, αλλ’ ενώ επεχείρει ν’ αποβιβασθή, ανεκόπη από τούς Αθηναίους, καί επειδή ετραυματίσθη εις πολλά μέρη τού σώματος, ελιποθύμησε. Τήν στιγμήν πού έπιπτε εις τό εμπροσθινόν μέρος τού πλοίου, η ασπίς του εγλίστρησε εις τήν θάλασσαν, η οποία τήν έρριψεν εις τήν παραλίαν, καί οι Αθηναίοι τήν επήραν καί τήν εχρησιμοποίησαν ακολούθως διά τό τρόπαιον, πού έστησαν, εις ανάμνησιν τής επιτυχίας των κατά τήν απόκρουσιν τής επιθέσεως αυτής. Οι επίλοιποι, παρ’ όλας των τάς προσπάθειας, δέν ημπόρεσαν ν’ αποβιβασθούν, καί διά τό δύσβατον τής θέσεως καί διότι οι Αθηναίοι έστεκαν ακλόνητοι καί δέν υπεχώρουν ούτε βήμα. Αλλόκοτος τωόντι τροπή τής τύχης έφερεν, ώστε οι μέν Αθηναίοι κατά ξηράν, καί μάλιστα επί εδάφους Λακωνικού, ν’ αποκρούσουν τάς εκ τής θαλάσσης επιθέσεις τών Λακεδαιμονίων, ενώ οι Λακεδαιμόνιοι επεχείρουν από πλοία ν’ αποβιβασθούν εις τό ιδικόν των έδαφος, τό οποίον είχεν ήδη καταστή εχθρικόν καί εύρισκαν αντιμέτωπους τούς Αθηναίους. Πράγματι, εφημίζοντο τότε μεγάλως οι Λακεδαιμόνιοι ως κατ’ εξοχήν χερσαίοι διά τόν άριστον στρατόν των, οι Αθηναίοι ως ναυτικοί διά τήν μεγάλην υπεροχήν τού στόλου των.

13. Ύστερον από τάς επιθέσεις πού ενήργησαν τήν ημέραν εκείνην καί μέρος τής επομένης, οι Πελοποννήσιοι έμεναν ήσυχοι. Τήν τρίτην ημέραν έστειλαν κατά μήκος τής ακτής μερικά από τά πλοία των εις τήν Ασίνην, διά νά φέρουν ξύλα πρός κατασκευήν μηχανών, μέ τήν ελπίδα ότι διά τής χρήσεως αυτών θά κατώρθωναν νά καταλάβουν τό πρός τόν λιμένα μέρος τού τείχους, όπου ήτο μέν τούτο αρκετά υψηλόν, αλλ’ η απόβασις ήτο πολύ εύκολος. Εις τό σημείον τούτο ευρίσκοντο τά πράγματα, όταν έφθασεν εκ Ζακύνθου η μοίρα τού Αθηναϊκού στόλου, αποτελούμενη από πενήντα πλοία, καθόσον είχεν ενισχυθή μέ μερικά από τά πλοία πού εφρούρουν τήν Ναύπακτον καί τέσσαρα Χιακά πλοία. Αλλά καθώς είδαν ότι η στερεά καί η νήσος ήσαν γεμάται από οπλίτας καί ότι η Πελοποννησιακή μοίρα ήτο εντός τού λιμένος, χωρίς διάθεσιν νά εξέλθη, ηπόρουν πού νά προσορμισθούν. Επί τέλους έπλευσαν εις τήν νήσον Πρώτην, η οποία ήτο ακατοίκητος καί δέν απείχε πολύ, καί διενυκτέρευσαν εκεί. Τήν επομένην όμως εξέπλευσαν, αφού ητοιμάσθησαν, διά νά δώσουν μάχην, είτε εις τήν ανοικτήν θάλασσαν, εις περίστασιν πού ο εχθρός θά ήτο διατεθειμένος νά εκπλεύση εναντίον των, είτε εις εναντίαν περίστασιν εισερχόμενοι οι ίδιοι εις τόν λιμένα διά νά τού επιτεθούν. Οι Πελοποννήσιοι, εν τούτοις, δέν εξέπλευσαν εναντίον των, καί εξ άλλου είχαν παραμελήσει νά φράξουν τά στόμια τού λιμένος, όπως εσχεδίαζαν. Κατεγίνοντο μέ τήν ησυχίαν των εις τήν ξηράν νά επιβιβάζουν τά πληρώματά των καί νά ετοιμάζωνται, εάν ο εχθρός εισπλεύση, να ναυμαχήσουν εντός τού λιμένος, ο οποίος είχε μεγάλην ευρυχωρίαν.

14. Οι Αθηναίοι, εξ άλλου, άμα αντελήφθησαν τήν κατάστασιν, ώρμησαν εναντίον των καί από τά δύο στόμια τού λιμένος. Τά περισσότερα Πελοποννησιακά πλοία είχαν ήδη απομακρυνθή από τήν παραλίαν, έτοιμα πρός μάχην. Εναντίον τών πλοίων αυτών επέπεσαν καί τά έτρεψαν εις φυγήν,καί επειδή τά κατεδίωκαν εκ τού συστάδην, επροξένησαν ζημίας εις πολλά,συνέλαβαν πέντε, τό έν μάλιστα μέ ολόκληρον τό πλήρωμα, καί εξηκολούθησαν νά επιτίθενται διά τού εμβόλου εναντίον τών λοιπών, καί όταν ακόμη είχαν καταφύγει εις τήν ξηράν. Καί εις άλλα πάλιν πλοία κατώρθωσαν νά προξενήσουν σοβαράς βλάβας, καί πρίν εκκινήσουν, τήν ώραν πού επεβιβάζοντο ακόμη τά πληρώματά των. Μερικά μάλιστα πού είχαν εγκαταλειφθή από τά πληρώματά των, τά έδεσαν καί ήρχισαν νά τά ρυμουλκούν κενά.

Τούθ’ όπερ βλέποντες οι Λακεδαιμόνιοι καί περίλυποι διά τήν συμφοράν, διότι οι επί τής νήσου συναγωνισταί των απεκόπτοντο πραγματικώς, έσπευδαν εις βοήθειαν, καί αφού εισώρμων ωπλισμένοι εις τήν θάλασσαν, ήρπαζαν μέ τά χέρια των τά ρυμουλκούμενα ήδη πλοία καί προσεπάθουν νά τά τραβήξουν αντιθέτως πρός τήν ξηράν. Καί κανείς επίστευεν ότι όπου εκείνος δέν ανεμιγνύετο προσωπικώς, εκεί τίποτε δέν ημπορούσε νά γίνη. Η επελθούσα άλλωστε σύγχυσις καί ο θόρυβος ήσαν τρομερά, καί εις τόν αγώνα αυτόν περί τών πλοίων, οι δύο μαχηταί συνήλλαξαν τόν συνήθη εις καθένα απ’ αυτούς τρόπον τού μάχεσθαι. Διότι καί οι Λακεδαιμόνιοι, εις τήν έξαψιν καί απελπισίαν πού ευρίσκοντο, άλλο δέν έκαμναν ουσιαστικώς παρά νά ναυμαχούν από τήν ξηράν, καί οι Αθηναίοι, οι οποίοι ενίκων καί ήθελαν νά εκμεταλλευθούν όσον ημπορούσαν περισσότερον τήν σημερινήν καλήν των τύχην, επεζομάχουν από τά καταστρώματα τών πλοίων. Τέλοςαφού απεχωρίσθησαν φέροντες πολλά τραύματα καί οι Λακεδαιμόνιοι κατώρθωσαν νά διασώσουν τά κενά των πλοία, εκτός εκείνων πού είχαν συλληφθή κατ’ αρχάς, καί τά δύο μέρη επέστρεψαν εις τά στρατόπεδά των.

Οι Αθηναίοι, αφ’ ενός, έστησαν τρόπαιον, επέτρεψαν εις τόν εχθρόν νά παραλάβη τούς νεκρούς του, εσύναξαν τά ναυάγια καί ήρχισαν ευθύς νά περιπλέουν καί επιτηρούν τήν νήσον, θεωρούντες τούς επ’ αυτής εχθρούς ως αποκλεισμένους. Οι επί τής ξηράς Πελοποννήσιοι, εξ άλλου, μέ τάς ενισχύσεις πού είχαν φθάσει εν τώ μεταξύ από όλα τά μέρη, έμεναν εις τάς θέσεις των, απειλούντες τήν Πύλον.

15. Όταν η είδησις περί τών γεγονότων τής Πύλου έφθασεν εις τήν Σπάρτην, απεφάσισαν, επειδή επρόκειτο περί μεγάλης συμφοράς, νά κατέλθουν οι άρχοντες εις τό στρατόπεδον διά νά ιδούν τά πράγματα αυτοπροσώπως, καί λάβουν επί τόπου οίας δήποτε αποφάσεις εγκρίνουν. Όταν είδαν ότι ήτο αδύνατον νά βοηθήσουν τούς επί τής νήσου στρατιώτας των, καί δέν ήθελαν εξ άλλου νά τούς αφίσουν ή ν’ αποθάνουν από τήν πείναν ή νά υποκύψουν εις τήν αριθμητικήν υπεροχήν τού εχθρού, καί συλληφθούν αιχμάλωτοι, απεφάσισαν νά προτείνουν πρός τούς στρατηγούς τών Αθηναίων τήν συνομολόγησιν ανακωχής περί τής Πύλου, εάν συνήνουν εις τούτο, καί ν’ αποστείλουν πρέσβεις εις Αθήνας διά τήν ειρήνην καί επιδιώξουν τήν ταχίστην απόδοσιν τών στρατιωτών των.

16. Ανακωχή Αθηναίων καί Σπαρτιατών.

Οι Αθηναίοι στρατηγοί εδέχθησαν τήν πρότασιν καί συνωμολογήθη ανακωχή υπό τούς εξής ορούς: Οι Λακεδαιμόνιοι θά παραδώσουν τά πλοία, μέ τά οποία εναυμάχησαν, καί θά φέρουν εις Πύλον καί παραδώσουν επίσης όσα άλλα πολεμικά πλοία ευρίσκοντο εις τήν Λακωνικήν, καί δέν θά επιτίθενται εναντίον τού οχυρώματος, ούτε διά ξηράς ούτε διά θαλάσσης. Οι Αθηναίοι εξ άλλου, θά επιτρέπουν εις τούς Λακεδαιμονίους νά στέλλουν από τήν ξηράν εις τούς στρατιώτας τής Σφακτηρίας ωρισμένην ποσότητα σίτων, από δύο Αττικάς χοίνυκας αλεσμένης κρυθής διά κάθε στρατιώτην, δύο κοτύλας κρασιού καί μίαν μερίδα κρέατος, καί διά κάθε υπηρέτην τό ήμισυ τών μερίδων τούτων. Η αποστολή τών τροφίμων θά γίνεται υπό τήν επίβλεψιν τών Αθηναίων καί κανέν πλοίον δέν θά εισέρχεται εις τόν λιμένα λαθραίως.

Οι Αθηναίοι, εν τούτοις, θά εξακολουθούν νά επιτηρούν τήν νήσον, όπως μέχρι τούδε, μόνον ότι δέν θά επιτρέπεται ν’ αποβιβάζωνται εκεί καί δέν θά επιτίθενται εναντίον τού Πελοποννησιακού στρατού ούτε διά ξηράς, ούτε διά θαλάσσης. Εάν κανείς από τούς συμβαλλομένους παραβιάσει κανένα από τούς όρους αυτούς, καί τόν πλέον επουσιώδη ακόμη, η ανακωχή, εις τοιαύτην περίπτωσιν, τερματίζεται αυτοδικαίως. Άλλως ισχύει, έως ότου επανέλθουν από τάς Αθήνας οι πρέσβεις τών Λακεδαιμονίων, τούς οποίους Αθηναϊκή τριήρης θά μεταφέρη εκεί καί θά επαναφέρη πάλιν. Μετά τήν επιστροφήν τών πρέσβεων, η ανακωχή τερματίζεται αυτοδικαίως καί οι Αθηναίοι θά επιστρέψουν τά πλοία, εις τήν κατάστασιν πού θά τά παραλάβουν. Αυτοί ήσαν οι όροι τής ανακωχής. Τά πλοία, εξήντα περίπου τόν αριθμόν, παρεδόθησαν, καί οι πρέσβεις απεστάλησαν. Όταν δέ έφθασαν εις τάς Αθήνας είπαν τά εξής:

17. Λακεδαιμόνιοι πρέσβεις προτείνουν εις τούς Αθηναίους τερματισμόν τού πολέμου.

Οι Λακεδαιμόνιοι μάς έστειλαν, Αθηναίοι, διά νά επιδιώξωμε συμφωνίαν περί τών εις τήν νήσον  στρατιωτών μας, υπό όρους, οι οποίοι καί διά σάς νά είναι αποδεκτοί ως επωφελείς καί δι’ ημάς συγχρόνως αξιοπρεπείς, όσον επιτρέπει η σημερινή μας ατυχία. Ούτε παραβιάζομεν τήν συνήθειάν μας, εάν ομιλήσωμεν διά μακρών, καθόσον εις τόν τόπον μας επικρατεί η αρχή νά λέγωμεν ολίγα όπου δέν χρειάζονται πολλά, νά λέγωμεν όμως περισσότερα, οσάκις παρουσιάζεται ευκαιρία νά εκτελέσωμεν τό καθήκον μας, εξηγούντες διά λόγων κάποιαν σπουδαίαν υπόθεσιν. Καί παρακαλούμεν ν’ ακούσετε τούς λόγους μας όχι μέ πνεύμα εχθρικόν, ούτε νά φαντασθήτε ότι σάς κρίνομεν ασύνετους καί θέλομεν νά σάς δώσωμεν μαθήματα, αλλά νά τούς θεωρήσετε ως υπόμνησιν  εκείνου πού γνωρίζετε καλώς ότι αποτελεί τήν ορθήν πολιτικήν.                                                       

Διότι. ημπορείτε, κάμνοντες καλήν χρήσιν τής σημερινής σας επιτυχίας, όχι μόνον νά διατηρήσετε ό,τι έχετε, αλλά καί νά αποκτήσετε προσέτι τιμήν καί δόξαν, καί ν’ αποφύγετε ό,τι παθαίνουν όσοι δοκιμάζουν μίαν ασυνήθη επιτυχίαν, οι οποίοι, λόγω ακριβώς τού απροσδοκήτου τής σημερινής ευτυχίας των, δέν γνωρίζουν πλέον όριον εις τάς ελπίδας καί τούς πόθους των. Ενώ όσοι έχουν τήν πείραν επανειλημμένων μεταβολών τής τύχης, έχουν καί κάθε λόγον νά είναι τρομερά δύσπιστοι πρός τήν ευτυχίαν. Πράγμα πού είναι φυσικόν νά εδίδαξεν η πείρα καί σάς, αλλά πρό πάντων ημάς.

18. Διά νά πεισθήτε, αρκεί νά ρίψετε έν βλέμμα εις τάς σημερινάς μας ατυχίας. Ημείς, οι οποίοι κατέχομεν υπέροχον εντελώς θέσιν μεταξύ τών Ελλήνων, προσερχόμεθα σήμερον ενώπιόν σας,διά νά ζητήσωμεν εκείνο πού έως τώρα ενομίζαμεν ότι είμεθα ημείς περισσότερον από κάθε άλλον εις θέσιν νά παραχωρήσωμεν. Καί εν τούτοις, ούτε από έλλειψιν δυνάμεως επάθαμεν τήν ατυχίαν αυτήν, ούτε διότι από υπερβολήν δυνάμεως εγίναμεν αλαζόνες, αλλά διότι, άν καί έχομεν τήν ιδίαν όπως πάντοτε δύναμιν, εσφάλαμεν εις τούς υπολογισμούς μας, πράγμα τό οποίον ημπορεί νά συμβή εις τόν καθένα. Δέν πρέπει, επομένως, καί σείς, ένεκα τής δυνάμεως πού σάς δίδουν οι πόροι τής πόλεώς σας καί τών μερών επί τών οποίων εκτείνεται η ηγεμονία σας, νά πιστεύετε ότι καί η τύχη θά είναι πάντοτε μέ τό μέρος σας. Φρόνιμοι άνθρωποι είναι εκείνοι, οι οποίοι ασφαλίζουν τά κέρδη των μέ τό νά μή τά θεωρούν απολύτως ασφαλή (καί οι τοιούτοι ημπορούν νά συμπεριφέρωνται μέ μεγαλυτέραν σύνεσιν εις τάς ατυχίας), καί εκείνοι πού εννοούν ότι ο πόλεμος δέν περιορίζεται εντός τών ορίων, τά οποία θέλουν νά τού επιβάλουν, αλλ’ ακολουθεί τόν δρόμον εις τόν οποίον τούς οδηγούν αι περιπέτειαι τής τύχης των.Οι τοιούτοι εκτίθενται σπανιώτατα εις αποτυχίας, διότι δέν επαίρονται, εμπιστευόμενοι εις τάς στρατιωτικάς επιτυχίας των, αλλά σπεύδουν νά συνομολογήσουν ειρήνην εν μέσω τών επιτυχιών των. Αυτή είναι η πολιτική, τήν οποίαν συμφέρον έχετε, Αθηναίοι, ν’ ακολουθήσετε σήμερον απέναντί μας καί όχι εις τό μέλλον, διά νά μήν αποδοθούν αργότερα εις τήν τύχην καί αι τωριναί επιτυχίαι σας, όπως θά συμβή, εάν τυχόν απορρίψετε τάς προτάσεις μας καί οδηγηθήτε ακολούθως εις πολλάς αποτυχίας, όπως είναι ενδεχόμενον νά συμβή, ενώ ημπορείτε, άν θέλετε, νά κληροδοτήσετε εις τούς μεταγενεστέρους ασφαλή υπόληψιν δυνάμεως συγχρόνως καί συνέσεως.

19. “Οι Λακεδαιμόνιοι, ως εκ τούτου, σάς προτείνουν συνθηκολογίαν πρός τερματισμόν τού πολέμου. Σάς προσφέρουν ειρήνην καί συμμαχίαν καί εκτός τούτου στενήν φιλίαν καί σχέσεις αμοιβαίας εμπιστοσύνης, καί σάς ζητούν ως αντάλλαγμα νά τούς αποδώσετε τούς στρατιώτας τής Σφακτηρίας. Νομίζουν προτιμότερον καί διά τούς δύο νά μήν αφίσωμεν τά πράγματα εις τό σημείον, ώστε είτε νά επωφεληθούν οι στρατιώται μας καταλλήλου ευκαιρίας πού ημπορεί νά τούς παρουσιασθή καί διαφύγουν διά τής βίας, είτε νά αιχμαλωτισθούν, εάν εξαναγκασθούν εις τούτο από τήν πείναν. Πιστεύομεν, πρός τούτοις, ότι αι μεγάλαι έχθραι ημπορούν νά τερματισθούν ασφαλέστερα, όχι όταν κανείς ζητή εκδίκησιν, καί αφού νικήση οριστικώς τόν αντίπαλόν του, τόν δεσμεύει μέ αναγκαστικούς όρκους καί τού επιβάλλει ειρήνην μέ αδίκους όρους, αλλ’ όταν δυνάμενος νά επιτύχη τήν ειρήνην σύμφωνα μέ τάς υπαγορεύσεις τής επιείκειας, νικά τόν αντίπαλον καί διά  τής μεγαλοφροσύνης του καί συνδιαλλάσσεται πρός αυτόν,υπό όρους απροσδοκήτως μετριοπαθείς.Διότι ο αντίπαλος, εις τοιαύτην περίπτωσιν, επειδή δέν υπέκυψεν εις βίαν, αισθάνεται τό καθήκον όχι νά εκδικηθή αλλά ν’ ανταποδώση τήν επιδειχθείσαν γενναιοφροσύνην, καί είναι προθυμότερος από αίσθημα αυτοσεβασμού νά μείνη πιστός εις τάς συμφωνίας του. Καί οι άνθρωποι κλίνουν εις τοιαύτην συμπεριφοράν απέναντι τών μεγαλυτέρων εχθρών των, περισσότερον, παρά απέναντι εκείνων, πρός τούς οποίους περιήλθαν εις διενέξεις δι’ επουσιώδη πράγματα. Καί τέλος η φύσις των τούς σπρώχνει νά δείχνωνται προθύμως ενδοτικοί απέναντι εκείνων, οι οποίοι πρώτοι έδειξαν συμβιβαστικάς διαθέσεις, αλλά νά συνεχίζουν τόν αγώνα μέχρι τέλους, έστω καί παρά τήν κρίσιν των, εναντίον υπερόπτου αντιπάλου.

20. “Τώρα περισσότερον από κάθε άλλην στιγμήν, είναι καιρός καί διά τούς δύο νά συμβιβασθώμεν, πρίν κανείς μας πάθη εν τώ μεταξύ καμμίαν ανεπανόρθωτον συμφοράν, η οποία, κοντά εις τήν επίσημον εναντίον αλλήλων έχθραν, θά προσθέση καί άσβεστον προσωπικόν μίσος, καί θά σάς στερήση τά πλεονεκτήματα πού προσφέρομεν τώρα. Άς συμφιλιωθώμεν, επομένως εφόσον ο αγών είναι αναποφάσιστος, εφόσον ημπορείτε ν’ αποκτήσετε προσθέτως καί δόξαν καί τήν ιδικήν μας φιλίαν, καί εφόσον η ατυχία μας, προτού γίνη ατιμωτική, ημπορεί νά επανορθωθή υπό όρους επιεικείς.

Άς προτιμήσωμεν τήν ειρήνην αντί τού πολέμου δι’ εαυτούς καί άς δώσωμεν ανάπαυλαν από τά τόσα παθήματα εις τούς άλλους Έλληνας οι οποίοι εις σάς πρό πάντων θά θεωρήσουν ότι οφείλουν καί τό καλόν τούτο. Διότι, ενώ υφίστανται τάς ταλαιπωρίας τού πολέμου, χωρίς νά γνωρίζουν ασφαλώς ποίος είναι ο αίτιος, εάν γίνη σήμερον ειρήνη, η οποία από σάς κυρίως εξαρτάται,εις σάς θά οφείλουν τήν χάριν. Εάν, άλλωστε, δεχθήτε τάς προτάσεις μας, ημπορείτε, μέ τό μέσον μάλλον τής γενναιοφροσύνης παρά τής βίας, νά εξασφαλίσετε τήν διαρκή φιλίαν τών Λακεδαιμονίων, οι οποίοι αυτοί, πρώτοι σάς τήν προσφέρουν. Σκεφθήτε τά μεγάλα πλεονεκτήματα πού είναι φυσικόν νά φέρη μία τοιαύτη πολιτική. Διότι πρέπει νά γνωρίζετε ότι εάν σείς καί ημείς είμεθα σύμφωνοι, ο λοιπός Ελληνικός κόσμος, υποδεέστερος ημών κατά τήν δύναμιν, θά τρέφη τόν μεγαλύτερον σεβασμόν καί πρός τούς δύο μας.

21. Οι Αθηναίοι πείθονται υπό τού Κλέωνος νά μή δεχθούν ειρήνευσιν μέ τούς Σπαρτιάτας Αυτά είπαν οι Λακεδαιμόνιοι, οι οποίοι επίστευαν ότι οι Αθηναίοι θά εδέχοντο προθύμως τήν προσφερομένην ειρήνην καί θ’ απέδιδαν τούς στρατιώτας, αφού καί πρίν επεθύμουν τόν συμβιβασμόν,αλλά δέν τόν επέτυχαν, ένεκα τής ιδικής των εναντιώσεως. Οι Αθηναίοι όμως ενόμιζαν ότι εφόσον κρατούν τούς στρατιώτας εις τήν νήσον η ειρήνη ήτο τού λοιπού εις τήν διάθεσίν των, καί όταν θά ήθελαν νά τήν συνομολογήσουν, καί η πλεονεξία των ηύξανε.

Εις τούτο τούς έσπρωχνε κυρίως ο Κλέων, ο υιός τού Κλεαινέτου, αρχηγός τού δήμου κατά τήν εποχήν εκείνην, ο οποίος είχε πολύ μεγάλην επιρροήν επί τού πλήθους, καί ώς εκ τούτου τούς έπεισε ν’ απαντήσουν ότι έπρεπε πρώτον νά παραδοθούν οι στρατιώται τής Σφακτηρίας μαζί μέ τά όπλα των καί μεταφερθούν εις τάς Αθήνας, καί αφού γίνη τούτο ν’ αποδώσουν οι Λακεδαιμόνιοι τήν Νίσαιαν, τάς Πηγάς, τήν Τροιζήνα καί τήν Αχαΐαν, μέρη τά οποία δέν κατέκτησαν διά τού πολέμου, αλλά τά οποία παρεχώρησαν οι Αθηναίοι διά προηγουμένης συνθήκης, συνεπεία ατυχιών καί εις εποχήν πού είχαν πολύ περισσοτέραν ανάγκην ειρήνης παρά σήμερον. Υπό τοιούτους         όρους, ημπορούσαν νά τούς αποδοθούν οι στρατιώται των καί νά συνομολογηθή η ειρήνη δι’ όσην διάρκειαν ήθελαν μείνει σύμφωνα τά δύο μέρη.

22. Εις τήν απάντησιν αυτήν καμμίαν αντίρρησιν δέν έφεραν οι, Λακεδαιμόνιοι, εζήτησαν μόνον νά διορισθούν πληρεξούσιοι οι οποίοι νά συναντηθούν μέ αυτούς καί αφού συζητήσουν καταρτίσουν μέ τήν ησυχίαν των τούς διαφόρους όρους, εις τούς οποίους νά μείνουν σύμφωνοι. Αλλά τήν πρότασιν αυτήν επολέμησε μέ πολλήν βιαιότητα ο Κλέων, λέγων ότι εγνώριζε μέν καί προηγουμένως, τώρα όμως τό πράγμα είναι φώς φανερόν, ότι οι σκοποί των δέν ήσαν ευθείς αφού αρνούνται νά εξηγηθούν ενώπιον τού λαού, καί θέλουν νά συνεννοηθούν ιδιαιτέρως μέ ολίγους μόνον πληρεξουσίους. Ενώ, εάν αι διαθέσεις των είναι καλαί, οφείλουν, είπε, νά ομιλήσουν ενώπιον όλων.

Οι Λακεδαιμόνιοι, εν τούτοις, μολονότι ήσαν διατεθειμένοι, ένεκα τής ατυχίας των εις παραχωρήσεις, έβλεπαν ότι ούτε οι ίδιοι ημπορούν νά ομιλήσουν περί αυτών δημοσία, διά νά μήν εκτεθούν απέναντι τών συμμάχων των,εις περίστασιν πού αι προτάσεις των απορριφθούν,ούτε οι Αθηναίοι νά δεχθούν τάς προτάσεις των μέ όρους επιεικείς, ανεχώρησαν από τάς Αθήνας άπρακτοι.

23. Μετά τήν επιστροφήν των, η ανακωχή τής Πύλου ετερματίσθη αυτοδικαίως καί οι Λακεδαιμόνιοι εζήτησαν τήν επιστροφήν τών πλοίων, σύμφωνα μέ τούς όρους της. Αλλ’ οι Αθηναίοι τούς κατηγόρουν ότι εναντίον τών όρων τής ανακωχής προέβησαν εις αιφνιδίαν επίθεσιν εναντίον τού οχυρώματος καί εις μερικάς άλλας ενεργείας, αι οποίαι δέν εφαίνοντο άξιαι λόγου, καί ηρνούντο τήν απόδοσιν, ισχυριζόμενοι ότι είχε καθαρά συμφωνηθή ότι η ανακωχή τερματίζεται αυτοδικαίως, εάν παραβιασθή κανείς από τούς όρους της, καί ο πλέον επουσιώδης ακόμη.  Οι Λακεδαιμόνιοι απέκρουσαν τούς ισχυρισμούς αυτούς, καί διαμαρτυρόμενοι, διά τήν κατακράτησιν τών πλοίων ώς πράξιν παράνομον, απήλθαν καί επανέλαβαν τάς εχθροπραξίας πέριξ τής Πύλου, αι οποίαι διεξήγοντο τώρα μέ τήν μεγαλυτέραν έντασιν καί από τά δύο μέρη. Οι Αθηναίοι,κατά τήν διάρκειαν τής ημέρας, περιέπλεαν διαρκώς τήν νήσον μέ δύο πλοία, τά οποία έπλεαν κατ’ αντίθετον διεύθυνσιν. Τήν νύκτα όλα τά πλοία ανεξαιρέτως έμεναν ηγκυροβολημένα πέριξ τής νήσου, εκτός πρός τό μέρος τού πελάγους, όταν εφύσα άνεμος. Τούς είχαν άλλωστε έλθει από τάς Αθήνας είκοσι ακόμη πλοία χάριν τού αποκλεισμού, ώστε η δύναμις τού στόλου των ανήλθεν εις εβδομήντα πλοία. Οι Πελοποννήσιοι, εξ άλλου, έμειναν στρατοπεδευμένοι επί τής στερεάς καί ενήργουν επιθέσεις εναντίον τού οχυρώματος, προσέχοντες μήπως παρουσιασθή ευκαιρία διά νά σώσουν τούς στρατιώτας των.

26. Συνεχίζεται ο αγών εις τήν Πύλον υπό τήν αρχηγίαν τού Κλέωνος.

Εις τήν Πύλον, εν τώ μεταξύ, οι Αθηναίοι εξηκολούθουν τήν πολιορκίαν τών επί τής νήσου Λακεδαιμονίων, ενώ ο Πελοποννησιακός στρατός διετήρει τάς θέσεις του επί τής στερεάς. Αλλ’ ο αποκλεισμός ήτο επίπονος διά τούς Αθηναίους, ένεκα τής ανεπαρκείας τροφίμων καί νερού. Διότι δέν υπήρχε παρά μία μόνον κρήνη εις τό οχύρωμα τής Πύλου, μικρά καί αυτή, καί οι περισσότεροι στρατιώται ήνοιγαν τρύπας ανάμεσα εις τά χαλίκια τής παραλίας καί έπιναν ό,τι νερόν ημπορεί νά υποθέση τις ότι θά εύρισκαν εκεί. Ένεκα, άλλωστε, τού ότι ήσαν στρατοπεδευμένοι εντός μικράς εκτάσεως, εδοκίμασαν πολλήν στενοχωρίαν, καί επειδή ο στόλος δέν είχε πλησίον τής ξηράς μέρος διά ν’ αγκυροβολήση, τά πληρώματα, διά, νά γευματίσουν, απεβιβάζοντο εκ περιτροπής από τά διάφορα πλοία, ενώ τά επίλοιπα έμεναν ηγκυροβολημένα εις τό ανοικτόν πέλαγος. Πολλήν επίσης αδημονίαν επροξένει η απροσδόκητος παράτασις τής πολιορκίας, καθόσον επίστευαν ότι θά ηνάγκαζαν τούς εχθρούς νά παραδοθούν εντός ολίγων ημερών, αφού επολιορκούντο εις έρημον νήσον καί είχαν διά νά πίνουν μόνον υφάλμυρον νερόν. Η παράτασις αυτή ωφείλετο εις τήν προκήρυξιν τών Λακεδαιμονίων, η οποία είχε προσδιορίσει μεγάλας χρηματικάς διατιμήσεις διά καθένα πού ήθελε εισαγάγει εις τήν νήσον άλευρα, οίνον,τυρόν καί ό,τι δήποτε άλλο τρόφιμον χρήσιμον εις τούς πολιορκουμένους, καί υπέσχετο επί πλέον τήν ελευθερίαν εις κάθε Είλωτα πού ήθελεν εισαγάγει, τοιαύτα τρόφιμα. Πολλοί, τωόντι, πρό πάντων Είλωτες, εξετίθεντο εις τόν κίνδυνον καί κατώρθωναν νά εισαγάγουν τρόφιμα, εκπλέοντες από διάφορα σημεία τής Πελοποννησιακής ακτής, όπου ευρίσκοντο, καί καταπλέοντες πρίν ακόμη εξημερώση εις τό μέρος τής νήσου πού βλέπει πρός τό πέλαγος. Πρό πάντων όμως επερίμεναν διά νά καταπλεύσουν νά πνέη δυνατός άνεμος από τό πέλαγος, διότι τότε διέφευγαν ευκολώτερα τήν επιτήρησιν τών τριήρεων, καθόσον η διεξαγωγή τού αποκλεισμού εγίνετο δυσκολωτάτη, ενώ εκείνοι δέν εφείδοντο τίποτε διά νά επιτύχουν νά καταπλεύσουν, αφού διά τά πλοία πού έρριχναν έξω θά επληρώνοντο τήν αξίαν πού ήσαν διατιμημένα, καί οι οπλίται τούς επερίμεναν εις τά μέρη τής νήσου όπου ήτο δυνατή η απόβασις.

Ενώ, αντιθέτως, όσοι διεκινδύνευαν εν καιρώ γαλήνης εσυλλαμβάνοντο. Πρός τό μέρος τού λιμένος, εξ άλλου, δύται εκολύμβων υπό τήν επιφάνειαν τής θαλάσσης μέχρι τής νήσου, σύροντες όπισθέν των μέ σχοινί ασκούς γεμάτους από κοπανισμένον λινόσπορον καί από κεφαλάς μήκωνος ανακατεμμένας μέ μέλι. Οι δύται αυτοί επερνούσαν κατ’ αρχάς απαρατήρητοι, ύστερον όμως ελήφθησαν τά κατάλληλα πρός επιτήρησίν των μέτρα. Καί τά δύο, άλλωστε, μέρη επενόουν διαρκώς νέα μέσα, τό μέν διά νά εισαγάγει λαθραίως τροφάς, τό άλλο διά ν’ αποκαλύπτη καί ματαιώνη τάς αποπείρας εισαγωγής.

27. Όταν εν τοσούτω έμαθαν εις τάς Αθήνας ότι ο στρατός των ταλαιπωρείται καί ότι εισάγονται τρόφιμα εις τήν νήσον, περιήλθαν εις αμηχανίαν, διότι εφοβούντο μήπως τούς εύρη ο χειμών απησχολημένους ακόμη μέ τόν αποκλεισμόν. Έβλεπαν αφ’ ενός ότι θ’ απέβαινε τότε αδύνατον νά στέλλουν γύρω από τήν Πελοπόννησον τά αναγκαία εφόδια, αφού μάλιστα ούτε κατά τήν διάρκειαν τού θέρους ημπορούσαν νά στέλλουν διά θαλάσσης αρκετά εις μέρος όπου έλειπε κάθε τι, καί ότι αφού η παραλία εξ άλλου ήτο αλίμενος, δέν ημπορούσε νά διατηρηθή ο αποκλεισμός. Εάν η επιτήρησις είχε χαλαρωθή, οι πολιορκούμενοι θά ημπορούσαν είτε νά συντηρηθούν επάνω εις τήν Σφακτηρίαν, είτε επωφελούμενοι κάποιας κακοκαιρίας, καί χρησιμοποιούντες τά πλοία πού τούς μετέφεραν τά τρόφιμα, νά διαφύγουν. Πρό πάντων εφοβούντο, διότι επίστευαν ότι οι Λακεδαιμόνιοι είχαν πεποίθησιν ότι θά σώσουν τούς στρατιώτας των καί διά τούτο δέν τούς έκαμναν πλέον λόγον περί συνεννοήσεως, καί μετενόουν διότι είχαν απορρίψει τάς περί ειρήνης προτάσεις.Αλλ’ ο Κλέων, ο οποίος εννόησεν ότι ήτο αντικείμενον γενικής δυσπιστίας, διότι ημπόδισε τήν συνεννόησινυπεστήριζεν ότι εκείνοι πού έφεραν τάς ειδήσεις αυτάς από τήν Πύλον δέν έλεγαν   τήν αλήθειαν. Καί επειδή εκείνοι συνίστων, εάν δέν τούς πιστεύουν, νά στείλουν επί τόπου απεσταλμένους πρός έλεγχον τών πληροφοριών των, εξελέχθη ώς επίτροπος υπό τών Αθηναίων ο ίδιος ο Κλέων καί μαζί μέ αυτόν ο Θεαγένης.

Επειδή όμως εννόησεν ότι ή θά ηναγκάζετο νά επιβεβαιώση τούς λόγους εκείνων, τούς οποίους εσυκοφάντει, ή εάν έλεγε τά αντίθετα, θά απεδεικνύετο ψεύτης, έβλεπε δέ συγχρόνως ότι οι Αθηναίοι ήσαν πολύ περισσότερον διατεθειμένοι τώρα νά στείλουν νέας ενισχύσεις, τούς συνέστησε νά μή στείλουν εξεταστικήν επιτροπήν, καί νά μήν αφίσουν νά περάση μέ αναβολάς ο κατάλληλος καιρός. Αλλ’ εάν πιστεύουν ότι αι ειδήσεις είναι αληθιναί, νά πλεύσουν μέ τόν στόλον των, διά νά επιτεθούν εναντίον τών πολιορκουμένων. Καί υπαινισσόμενος τόν εχθρόν του Νικίαν,υιόν τού Νικηράτου, πού ήτο τότε στρατηγός, επέκρινε τούς στρατηγούς, λέγων ότι άν ήσαν άνδρες, εύκολον ήτο νά πλεύσουν μέ τάς αναγκαίας δυνάμεις εις τήν νήσον καί συλλάβουν τούς πολιορκουμένους, καί ότι αυτός, εάν ήτο στρατηγός, αυτό θά έκαμνε.

28. Οι Αθηναίοι ήρχισαν νά ψιθυρίζουν εναντίον τού Κλέωνος καί νά λέγουν, διατί, αφού νομίζει τό πράγμα εύκολον, δέν εκστρατεύει καί τώρα ακόμη. Ο Νικίας, ο οποίος εννόησε τούτο καί συγχρόνως είχε πειραχθή από τάς επικρίσεις τού Κλέωνος, τού είπεν ότι, όσον εξαρτάται από τούς στρατηγούς, ημπορεί νά πάρη όσην στρατιωτικήν δύναμιν θέλει καί νά δοκιμάση. Ο Κλέων, επειδή ενόμιζε κατ’ αρχάς ότι ο Νικίας επροσποιείτο, λέγων ότι ήτο έτοιμος νά παραιτηθή από τήν αρχηγίαν, ήτο έτοιμος νά δεχθή. Αλλ’ όταν εννόησε ότι ο Νικίας ήθελε τωόντι νά παραδώση πρός αυτόν τήν αρχηγίαν, προσεπάθει νά υποχωρήση, λέγων ότι δέν ήτο αυτός στρατηγός, αλλ’ ο Νικίας, διότι ήρχισε νά φοβήται, επειδή δέν είχε φαντασθή ποτέ ότι ο Νικίας θ’ απεφάσιζε πραγματικώς νά τού παραχωρήση τήν θέσιν του. Αλλ’ ο Νικίας επέμενε καί πάλιν, καί παρητήθη από τήν αρχηγίαν τής εκστρατείας εναντίον τής Πύλου, καί εκάλει τούς Αθηναίους εις μαρτυρίαν. Αλλ’ όσον περισσότερον προσεπάθει ο Κλέων ν’ αποφύγη τήν εκστρατείαν καί ν’ ανακαλέση όσα είπε τόσον περισσότερον οι Αθηναίοι, όπως ο όχλος αγαπά νά κάμνη, παρεκίνουν τόν Νικίαν νά παραιτηθή καί εφώναζαν πρός τόν Κλέωνα ότι οφείλει νά εκστρατεύση. Εις τρόπον ώστε, μή γνωρίζων πλέον πώς ν’ απαλλαγή από τάς ιδίας του προτάσεις, ανέλαβε τήν εκστρατείαν, καί αφού επροχώρησεν εις τό βήμα, είπεν ότι δέν φοβείται τούς Λακεδαιμονίους καί ότι θά εκστρατεύση χωρίς νά παραλάβη ούτε ένα Αθηναίον στρατιώτην, αλλά μόνον τούς στρατιώτας από τήν Λήμνον καί Ίμβρον, πού ευρίσκοντο τότε εις τάς Αθήνας, καί τούς πελταστάς, οι οποίοι είχαν έλθει ώς επίκουροι από τήν Αίνον, καί τετρακοσίους τοξότας από άλλα μέρη.Μέ τήν δύναμιν αυτήν καί τούς στρατιώτας πού ευρίσκοντο εις τήν Πύλον, έλεγεν ότι εντός είκοσι ημερών ή θά έφερε τούς Λακεδαιμονίους εις τάς Αθήνας ή θά εδέχετο νά τόν φονεύσουν. Η ακριτολογία του επροκάλεσε κάποιον γέλωτα μεταξύ τών Αθηναίων. Οι φρονιμώτεροι, εν τούτοις,ήσαν ευχαριστημένοι, διότι εσκέπτοντο ότι έν από δύο καλά ασφαλώς θά, επιτύχουν, ή νά γλυτώσουν εις τό μέλλον από τόν Κλέωνα, πράγμα πού επροτίμων, ή, εάν η ελπίς των διεψεύδετο, νά επιτύχουν τήν αιχμαλωσίαν τών Λακεδαιμονίων.

29. Αφού επέτυχεν ό,τι εζήτει από τήν συνέλευσιν τού λαού, καί έλαβε τήν ψήφον της υπέρ τής εκστρατείας του, ο Κλέων εξέλεξε συνεργάτην του τόν Δημοσθένη, ένα από τούς στρατηγούς πού ήσαν εις τήν Πύλον, καί ητοιμάζετο ν’ αποπλεύση τό ταχύτερον. Τόν Δημοσθένη προσέλαβεν ώς συνεργάτην, μαθών ότι εσχεδίαζε καί εκείνος τήν επί τής νήσου απόβασιν. Διότι οι στρατιώται, οι οποίοι υπέφεραν από τάς ελλείψεις τού μέρους καί ωμοίαζαν μέ πολιορκουμένους μάλλον παρά πολιορκητάς, ήσαν πρόθυμοι νά εκτεθούν εις κάθε κίνδυνον. Τόν ίδιον, άλλωστε, τόν Δημοσθένη ενίσχυσε εις πραγματοποίησιν τού σχεδίου του καί ο εμπρησμός τής νήσου.Διότι προηγουμένως εφοβείτο τήν απόβασιν, λόγω τού ότι η νήσος ώς επί τό πλείστον δασώδης καί καθό ακατοίκητος δέν είχε δρόμους, καί εθεώρει ότι τούτο απετέλει πλεονέκτημα υπέρ τού εχθρού. Πράγματι, εκείνοι, επιτιθέμενοι από μέρη όπου δέν εφαίνοντο, ημπορούσαν νά προξενούν μεγάλας βλάβας εις τόν πολυάριθμον στρατόν, μέ τόν οποίον θ’ απεβιβάζετο, καθόσον η διάταξις τών δυνάμεών των καί τά σφάλματά των θά εκαλύπτοντο από τό δάσος, ενώ όλα τά σφάλματα τού ιδικού του στρατού θά ήσαν καταφανή, ώστε νά ημπορή ο εχθρός νά επιτεθή απροσδοκήτως όπου ήθελε, αφού αυτός θά είχε τήν πρωτοβουλίαν τών κινήσεων.

Εξ άλλου, εάν ευρίσκετο εις τήν ανάγκην νά επιτεθεί εναντίον τού εχθρού εντός τού δάσουςενόμιζεν ότι μικροτέρα δύναμις, η οποία όμως εγνώριζε καλά τό έδαφος, θά ήτο ισχυροτέρα από μεγαλυτέραν, η οποία ηγνόει αυτό, καί ότι ο στρατός του, όσον πολυάριθμος καί άν ήτο, θά κατεστρέφετο προτού τό αντιληφθή καλά-καλά, καθόσον τά διάφορα τμήματά του δέν θά ημπορούσαν νά βλέπουν πού υπήρχεν ανάγκη νά σπεύδουν εις αμοιβαίαν βοήθειαν.

30. Η συμφορά πού είχε πάθει εις τήν Αιτωλίαν, καί η οποία ωφείλετο κατά πολύ εις τό εκεί δάσος, έφερε κυρίως τάς σκέψεις αυτάς εις τόν νούν τού Δημοσθένους. Τά Αθηναϊκά εν τούτοις πληρώματα, πιεζόμενα από τήν στενοχωρίαν, απεβιβάζοντο εις τήν ακρογιαλιάν τής Σφακτηρίας,καί τοποθετούντα φρουράς εγευμάτιζαν εκεί, καί κάποιος απ’ αυτά χωρίς νά τό θέλη έβαλε φωτιά εις μέρος τού δάσους, καί επειδή εσηκώθη άνεμος, εκάη εντελώς τό μεγαλύτερον μέρος αυτού, πρίν καλά καλά νά τό αντιληφθούν. Κατόπιν τούτου, ο Δημοσθένης, ο οποίος υπώπτευε προηγουμένως ότι ο αριθμός τών πολιορκουμένων, διά τούς οποίους εστέλλοντο τά τρόφιμα εις τήν νήσον, ήτο εξωγκωμένος, ημπόρεσε πλέον νά διακρίνη καλλίτερα ότι οι Λακεδαιμόνιοι ήσαν αρκετοί. Εξ άλλου επείσθη ότι η επί τής νήσου απόβασις ήτο ευκολωτέρα, καί διά τούτο ήρχισε νά ετοιμάζη τήν επιχείρησιν, διότι εθεώρησε τότε ότι ο επιδιωκόμενος σκοπός ήτο άξιος σοβαρωτέρας προσπάθειας εκ μέρους τών Αθηναίων. Εζήτησεν ώς εκ τούτου επικουρίας από τούς συμμάχους τών πλησίον μερών καί ητοίμαζε τό κάθε τί.

Ο Κλέων, εν τώ μεταξύ, ο οποίος είχε προηγουμένως αναγγείλει εις τόν Δημοσθένη τήν επικειμένην άφιξίν του, έφθασεν εις τήν Πύλον επί κεφαλής τού στρατού πού είχε ζητήσει.

Αφού δέ συνηντήθησαν η πρώτη των ενέργεια ήτο νά στείλουν κήρυκα εις τόν επί τής ξηράς Πελοποννησιακόν στρατόν καί νά τούς προτείνουν, πρός αποφυγήν αιματοχυσίας, νά διατάξουν, εάν ήθελαντούς πολιορκουμένους τής Σφακτηρίας νά παραδοθούν μέ τά όπλα των, υπό τόν όρον ότι θά τούς κρατήσουν υπό απλήν επιτήρησιν, έως ότου φθάσουν εις γενικωτέραν συνεννόησιν.

31. Αι προτάσεις αυταί απερρίφθησαν. Οι Αθηναίοι επερίμεναν ακόμη μίαν ημέραν, καί τήν νύκτα τής επομένης, αφού επεβίβασαν όλους τούς οπλίτας εις ολίγα πλοία, απέπλευσαν. Ολίγον δέ προτού νά ξημερώση, απεβιβάσθησαν εις τήν νήσον καί από τά δύο μέρη, δηλαδή καί από τό πέλαγος καί από τόν λιμένα, οπλίται οκτακόσιοι περίπου, καί προήλασαν τρέχοντες εναντίον τού πρώτου φυλακείου. Η διάταξις τού εχθρικού στρατού είχεν ώς εξής. Εις τό πρώτον αυτό φυλακείον έμεναν έως τριάντα οπλίται, τό κύριον σώμα τού στρατού, υπό τήν αρχηγίαν τού Επιτάδου, ήτο τοποθετημένον πλησίον τής πηγής τού νερού, εις τό κεντρικώτερον καί ομαλώτερον μέρος τής νήσου, καί μικρόν απόσπασμα εφύλαττε τήν εσχατιάν τής νήσου, ακριβώς απέναντι τής Πύλου. Τό μέρος αυτό όχι μόνον πρός τήν θάλασσαν ήτον απόκρημνον, αλλά καί από τήν ξηράν δυσκόλως ημπορούσε νά προσβληθή, καθόσον μάλιστα υπήρχεν εκεί καί παλαιόν οχύρωμα κατεσκευασμένον από διαλεκτάς ακατεργάστους πέτρας, τό οποίον εσχεδίαζαν οι Λακεδαιμόνιοι νά χρησιμοποιήσουν, εάν εξηναγκάζοντο εις εσπευσμένην υποχώρησιν. Τοιαύτη ήτο η διάταξις τών δυνάμεων τού εχθρού.

32. Οι Αθηναίοι εξολόθρευσαν αμέσως τούς φρουρούς τού πρώτου φυλακείου, εναντίον τού οποίου είχαν προελάσει τρέχοντες. Τούς επρόφθασαν μέσα εις τά κρεββάτια των, ή προσπαθούντας νά αναλάβουν τά όπλα των, διότι δέν είχαν αντιληφθή τήν απόβασιν τών Αθηναίων, αλλ’ ενόμιζαν ότι τά πλοία έπλεαν διά τήν συνειθισμένην νυκτερινήν περιπολίαν. Μέ τά χαράγματα, ήρχισε ν’ αποβιβάζεται καί ο επίλοιπος στρατός, ο οποίος απετελείτο από τούς ναύτας εβδομήντα καί πλέον πλοίων (εις τά οποία έμειναν μόνον οι κωπηλάται τής τελευταίας τάξεως), ο καθείς μέ τόν ιδιαίτερόν του οπλισμόν, από οκτακoσίους τοξότας καί όχι ολιγωτέρους πελταστάς, από τούς Μεσσηνίους, πού είχαν έλθει εις βοήθειαν, καί από τήν φρουράν τής Πύλου, εξαιρουμένων εκείνων πού έμεναν ώς φρουροί τού οχυρώματος. Ο Δημοσθένης διήρεσε τόν στρατόν του εις τμήματα,από διακοσίους κατά τό μάλλον ή ήττον άνδρας έκαστον, τά οποία κατέλαβαν τά υψηλότερα σημεία τής νήσου.Σκοπός του ήτο ο εχθρός, περικυκλωμένος από όλα τά μέρη, νά περιέλθη εις τήν μεγίστην δυνατήν αμηχανίαν, καί προσβαλλόμενος από παντού μέ μεγαλυτέρας δυνάμεις νά μή γνωρίζη πρός ποίον μέρος ν’ αντιταχθή. Διότι εάν επετίθετο εναντίον τών ευρισκομένων εμπρός, θά τόν εκτυπούσαν εκείνοι πού ήσαν εις τά νώτα του, εάν δέ πάλιν κατά τών ευρισκομένων εις τήν μίαν ή τήν άλλην πλευράν, θά επλευροκοπείτο από τούς παρατεταγμένους εις τήν αντίθετον. Πρός οιανδήποτε άλλωστε διεύθυνσιν καί άν επροχώρουν, οι ψιλοί στρατιώται τού εχθρού θά ευρίσκοντο πάντοτε εις τά νώτα των, καί οι στρατιώται αυτοί ήσαν δυσκαταγώνιστοι, καθόσον, οπλισμένοι μέ τόξα καί ακόντια καί λίθους καί σφενδόνας, εμάχοντο αποτελεσματικώς από μακρυνήν απόστασιν, αφού ούτε νά τούς καταδιώξη κανείς ημπορούσε, διότι καί κατά τήν φυγήν υπερτέρουν καί μόλις ο εχθρός υπεχώρει, τόν κατεδίωκαν, χωρίς νά τού δίδουν καιρόν ν’ ανασάνη. Μέ τοιαύτας σκέψεις κατήρτισεν ο Δημοσθένης τό σχέδιον τής αποβάσεως, τό οποίον έθετε τώρα εις εφαρμογήν.

33. Όταν οι υπό τάς αμέσους διαταγάς τού Επιτάδου στρατιώται, οι οποίοι απετέλουν τό κύριον μέρος τής Πελοποννησιακής δυνάμεως επί τής νήσου, είδαν ότι τό πρώτον φυλακείον είχεν εξολοθρευθή, καί ότι εχθρικός στρατός ήρχετο πρός αυτούς, παρετάχθησαν εις τάξιν μάχης καί επροχώρησαν εναντίον τών Αθηναίων οπλιτών, οι οποίοι ήσαν αντιμέτωποί των, θέλοντες νά συμπλακούν μετ’ αυτών εκ τού συστάδην. Οι ψιλοί όμως στρατιώται, οι οποίοι ευρίσκοντο εις τά πλάγια καί τά νώτα των, έβαλλαν εναντίον των καί από τά δύο μέρη καί δέν τούς άφιναν ούτε τήν τακτικήν εμπειρίαν των νά χρησιμοποιήσουν, ούτε τούς οπλίτας νά πλησιάσουν, οι οποίοι εξ άλλου δέν αντεπεξήρχοντο, αλλ’ έμεναν ακίνητοι.

Οπουδήποτε όμως οι ψιλοί στρατιώται τούς επλησίαζαν πολύ κατά τάς επιθέσεις των, οι Λακεδαιμόνιοι τούς έτρεπαν εις φυγήν. Εκείνοι όμως καί υποχωρούντες εξηκολούθουν νά μάχωνται, διότι ευκόλως προελάμβαναν νά διαφύγουν καί ένεκα τού ελαφρού οπλισμού των καί διότι τό έδαφος ήτο ανώμαλον καί δύσβατον, καθό πρίν ακατοίκητον, καί εις τοιούτο έδαφος η καταδίωξις απέβαινεν αδύνατος διά τούς Λακεδαιμονίους, ένεκα τού βαρέος οπλισμού των.

34. Αφού ο αμοιβαίος αυτός ακροβολισμός διήρκεσεν ολίγην ώραν, οι Λακεδαιμόνιοι δέν ήσαν πλέον εις θέσιν νά εξορμούν μέ τήν ιδίαν αποφασιστικότητα πρός τά σημεία από τά οποία ο εχθρός τους επετίθετο. Οι ψιλοί στρατιώται, αντιθέτως, εννόησαν ότι η άμυνά των ήρχισεν ήδη νά χαλαρώνεται. Η θέα τής καταφανώς μεγάλης αριθμητικής υπεροχής των τούς ενεθάρρυνε περισσότερον από κάθε άλλο. Βλέποντες, άλλωστε, ότι αι απώλειαί των εξ αρχής ήσαν πολύ μικρότεραι από ό,τι επερίμεναν, εξοικειώθησαν ολίγον κατ’ ολίγον μέ τήν ιδέαν ότι οι αντίπαλοί των είναι ολιγώτερον φοβεροί παρ’ όσον εφαίνοντο κατά τήν στιγμήν τής αποβάσεως, όταν τό φρόνημάτων ήτο εξησθενημένον από τήν σκέψιν ότι επρόκειτο ν’ αντιμετωπίσουν Λακεδαιμονίους. Εμπνευσθέντες λοιπόν από αισθήματα καταφρονήσεως απέναντί των, ώρμησαν όλοι μαζύ εναντίον των μέ μεγάλας κραυγάς, ρίπτοντες εναντίον των λίθους καί βέλη ακόντια, ό,τι έκαστος είχε προχειρότερον. Ο αλαλαγμός πού συνώδευε τήν επίθεσιν κατέπληξε τούς Λακεδαιμονίους, οι οποίοι ήσαν ασυνείθιστοι εις τοιούτο είδος μάχης.Επειδή άλλωστε εσηκώνοντο ουρανομήκη σύννεφα κονιορτού από τό προσφάτως καέν δάσος, ήτο αδύνατον νά διακρίνη κανείς εμπρός του, ένεκα τών βελών καί λίθων πού ερρίπτοντο πυκνά εις τό μέσον τού κονιορτού. Ώς εκ τούτου, ο αγών από τήν στιγμήν αυτήν ήρχισε νά γίνεται κρίσιμοςδιά τούς Λακεδαιμονίους, διότι οι θώρακές των, οι οποίοι ήσαν από πίλημα, δέν τούς επροστάτευαν από τά βέλη, τά δέ δόρατα πού εκτυπούσαν επάνω των έσπαζαν καί σφηνούμενα επάνω εις τάς ασπίδας, έπλητταν τούς άνδρας. Ούτε ήξευραν πλέον τί νά κάμουν, αφού δέν ημπορούσαν νά διακρίνουν εξ αποστάσεως, ούτε ν’ ακούσουν τά παραγγέλματα, τά οποία κατεπνίγοντο από τούς εχθρικούς αλαλαγμούς, καί ο κίνδυνος τούς περιεστοίχιζεν από όλα τά μέρη καί δέν έβλεπαν κανέν μέσον αμύνης πού νά τούς δίδη ελπίδα σωτηρίας.

35. Τέλος, όταν ο αριθμός τών τραυματιών των ήρχισε νά εξογκώνεται, λόγω τού ότι περιεστρέφοντο διαρκώς εις τό ίδιον μέρος, επύκνωσαν τάς τάξεις των καί υπεχώρησαν πρός τό οχύρωμα τής εσχατιάς τής νήσου, τό οποίον δέν απείχε πολύ καί τό οποίον εφύλαττεν ιδικόν των απόσπασμα. Αλλά τήν στιγμήν πού ήρχισαν νά υποχωρούν, οι ψιλοί στρατιώται, αντλήσαντες νέον θάρρος, επέπεσαν κατ’ αυτών μέ πολύ μεγαλυτέρους παρά πρίν αλαλαγμούς, καί εφόνευαν όσους από τούς Λακεδαιμονίους συνελάμβαναν κατά τήν υποχώρησιν. Οι πολλοί όμως επρόφθασαν νά καταφύγουν εις τό οχύρωμα, όπου παρετάχθησαν μέ τήν εκεί φρουράν, αποφασισμένοι νά υπερασπίσουν κάθε ευπρόσβλητον σημείον.

Οι Αθηναίοι τούς κατεδίωξαν, αλλ’ ένεκα τής οχυρότητος τής θέσεως, δέν ημπορούσαν νά τούς υπερφαλαγγίσουν καί τούς κυκλώσουν, ώς εκ τούτου δ’ επεχείρησαν νά τούς εκτοπίσουν δι’ επιθέσεως κατά μέτωπον. Επί πολλήν ώραν, τό μεγαλύτερον τωόντι μέρος τής ημέρας, οι δύο αντίπαλοι, μολονότι ταλαιπωρούμενοι από τήν μάχην, τήν δίψαν καί τήν θερμότητα τού ηλίου, αντείχαν προσπαθούντες, οι μέν Αθηναίοι νά εκτοπίσουν τούς Λακεδαιμονίους από τά υψώματα, αυτοί δέ νά μή ενδώσουν. Η άμυνα τών Λακεδαιμονίων, άλλωστε, ήτο τώρα ευκολωτέρα παρά πρίν, διότι δέν ημπορούσαν νά κυκλωθούν από τά πλάγια.

36. Ο αγών δέν εφαίνετο νά έχη τέλος, όταν ο αρχηγός τών Μεσσηνίων απηυθύνθη πρός τόν Κλέωνα καί τόν Δημοσθένη καί τούς είπεν ότι οι κόποι των πηγαίνουν χαμένοι, αλλ’ ότι άν θέλουν νά τού δώσουν μερικούς τοξότας καί άλλους ψιλούς στρατιώτας, διά νά επιχειρήση νά έλθη εις τά νώτα τού εχθρού από οιονδήποτε δρόμον εύρη, αυτός αναλαμβάνει νά εκβιάση τό αποτέλεσμα τούτο. Αφού δέ τού έδωσαν ό,τι εζήτησεν, εξεκίνησε από μέρος, από τό οποίον οι άνδρες του ήσαν αθέατοι εις τόν εχθρόν, καί εσκαρφάλωνε διαρκώς από τά μέρη, όπου τό κρημνώδες έδαφος τό επέτρεπε, διευθυνόμενος εις μίαν θέσιν, τήν οποίαν οι Λακεδαιμόνιοι, εμπιστευόμενοι εις τήν φυσικήν της οχυρότητα, δέν εφύλατταν.

Καί ύστερον από μακρούς καί δυσκόλους ελιγμούς, κατώρθωσε, πρίν τόν αντιληφθούν, νά παρουσιασθή αιφνιδίως εις τά νώτα των, επάνω εις τό ύψωμα. Η εμφάνισίς του κατετρόμαξε τούς εχθρούς διά τό απροσδόκητόν της, ενώ οι Αθηναίοι οι οποίοι τήν επερίμεναν, επήραν νέον θάρρος. Από τήν στιγμήν αυτήν, οι Λακεδαιμόνιοι, προσβαλλόμενοι καί από τά δύο μέρη, ευρέθησαν εις τήν ιδίαν θέσιν πού είχαν ευρέθη καί οι προπάτορές των εις τάς Θερμοπύλας, διότι, εάν επιτρέπεται νά συγκρίνωμεν τά μικρά μέ τά μεγάλα, καί εκείνοι τότε εξωλοθρεύθησαν, διότι οι Πέρσαι τούς περιεκύκλωσαν από τήν ατραπόν, καί αυτοί τώρα έπαθαν τό ίδιον. Υφιστάμενοι ήδη επίθεσιν καί από τά δύο μέρη, δέν αντείχαν πλέον, αλλ’ αγωνιζόμενοι ολίγοι εναντίον πολλών καί εξησθενημένοι σωματικώς από τήν ανεπάρκειαν τής τροφής ήρχισαν νά υποχωρούν. Οι Αθηναίοι, επομένως, ήσαν ήδη κύριοι τών προσβάσεων.

37. Ο Κλέων καί ο Δημοσθένης, αντιληφθέντες ότι άν οι Λακεδαιμόνιοι υπεχώρουν, έστω καί επ’ ελάχιστον ακόμη, θά εξωλοθρεύοντο από τόν Αθηναϊκόν στρατόν, ενώ αυτοί ήθελαν νά τούς φέρουν ζωντανούς εις τάς Αθήνας, έπαυσαν τήν μάχην καί συνεκράτησαν τόν στρατόν των, μέ τήν ελπίδα ότι εάν τούς προσκαλέσουν νά παραδοθούν, ημπορούσε νά καμφθή τό θάρρος των καί νά υποκύψουν απέναντι τού επικειμένου κινδύνου. Τούς επρότειναν επομένως διά κήρυκος νά παραδοθούν μέ τά όπλα των εις τήν απόλυτον διάκρισιν τών Αθηναίων.

38. Παράδοσις τών Λακεδαιμονίων εις τούς Αθηναίους Άμα οι Λακεδαιμόνιοι ήκουσαν τήν πρότασιν, οι πλείστοι εξ αυτών κατέβασαν τάς ασπίδας των καί ανέσεισαν τά χέρια, εις ένδειξιν αποδοχής. Αφού δέ συνωμολογήθη ανακωχή, ήλθαν εις προσωπικάς διαπραγματεύσεις, ο Κλέων καί ο Δημοσθένης μέ τόν αντιπρόσωπον τών πολιορκουμένων Στύφωνα, υιόν τού Φάρακος. Από τούς προηγουμένους αρχηγούς, ο πρώτος, ο Επιτάδας, είχε φονευθή, ο Ιπποκράτης, πού ήτο διωρισμένος αναπληρωτής του, ήτο εξηπλωμένος κατά γής μεταξύ τών νεκρών, καί εθεωρείτο ώς νεκρός, άν καί έζη ακόμη, καί ο Στύφων ήτο διωρισμένος κατά τόν νόμον τρίτος, διά ν’ αναλάβη τήν αρχηγίαν, εν περιπτώσει ατυχήματος τών δύο άλλων. Ούτος τότε, εξ ονόματος τού στρατού του, εδήλωσεν ότι επιθυμούν νά στείλουν απεσταλμένον πρός τούς επί τής ξηράς Λακεδαιμονίους, διά νά ζητήσουν οδηγίας περί τού πρακτέου. Οι Αθηναίοι όμως δέν επέτρεψαν νά σταλή κανείς από αυτούς, αλλά προσεκάλεσαν οι ίδιοι τούς επί τής ξηράς νά στείλουν τοιούτους απεσταλμένους, οι οποίοι επήγαν καί ήλθαν δύο ή τρείς φοράς. Ο τελευταίος απεσταλμένος τών επί τής στερεάς Λακεδαιμονίων έφερε τήν εξής απάντησιν. “Οι Λακεδαιμόνιοι σάς παραγγέλλουν ν’ αποφασίσετε σείς οι ίδιοι περί εαυτών, αρκεί νά μή κάμετε τίποτε τό ατιμωτικόν”.

Εκείνοι, αφού συνεσκέφθησαν αναμεταξύ των, παρεδόθησαν με τα όπλα των. Την ημέραν αυτήν και την ακόλουθον νύκτα οι Αθηναίοι τους εφρούρουν. Την επομένην αφού έστησαν τρόπαιον εις την νήσον διένειμαν τους αιχμαλώτους εις τους τριηράρχους προς φύλαξιν και προέβησαν εις όλας τας άλλας προετοιμασίας δια τον απόπλουν. Οι Λακεδαιμόνιοι, εξ άλλου, έστειλαν κήρυκα και παραλαβόντες τους νεκρούς των τους μετέφεραν εις την στερεάν.Ο αριθμός των νεκρών και των αιχμαλώτων είχεν ως εξής. Το σύνολον των οπλιτών, που είχαν αποβιβασθή εις την νήσον, ήσαν τετρακόσιοι είκοσι το όλον. Εκ τούτων, διακόσιοι ενενήντα δύο μετεφέρθησαν εις Αθήνας ως αιχμάλωτοι και οι λοιποί είχαν φονευθή. Από τους αιχμαλώτους, Σπαρτιάται ήσαν εκατόν είκοσι περίπου. Αι απώλειαι των Αθηναίων ήσαν ολίγαι, διότι μάχη εκ του συστάδην δεν είχε λάβει χώραν.

39. Η πολιορκία, από τήν ημέραν τής ναυμαχίας έως τήν ημέραν τής μάχης πού έγινεν εις τήν νήσον, διήρκεσεν εβδομήντα δύο τό όλον ημέρας. Κατά τήν διάρκειαν τών είκοσι περίπου ήμερων πού οι πρέσβεις απουσίασαν, πρός διαπραγμάτευσιν συνεννοήσεως, οι πολιορκούμενοι επεσιτίζον το κανονικώς, αλλά κατά τό επίλοιπον διάστημα διετρέφοντο από τά λαθραίως εισαγόμενα τρόφιμα. Καί ποσότης μάλιστα σίτου ευρέθη εις τήν νήσον μετά τήν παράδοσιν καί άλλα τρόφιμα πού είχαν περισσεύσει, διότι ο αρχηγός Επιτάδας έδιδεν εις τούς στρατιώτας μικροτέρας μερίδας από ό,τι τού επέτρεπαν τά μέσα του.

Οι Αθηναίοι καί οι Πελοποννήσιοι απέσυραν τώρα πλέον τόν στρατόν των από τήν Πύλον καί επέστρεψαν εις τά ίδια, καί η υπόσχεσις τού Κλέωνος, μολονότι τρελλή, επραγματοποιήθη, διότι εντός είκοσι ημερών, όπως είχεν υποσχεθή, έφερε τούς πολιορκουμένους εις τάς Αθήνας.

40. Κανέν, τωόντι, γεγονός τού πολέμου δέν επροξένησε μεγαλυτέραν από αυτό έκπληξιν μεταξύ τών Ελλήνων. Διότι ο κόσμος είχε τήν αξίωσιν από τούς Λακεδαιμονίους νά μή παραδίδωνται ούτε από πείναν ούτε από καμμίαν άλλην ανάγκην, αλλά ν’ αποθνήσκουν μέ τά όπλα εις χείρας, μαχόμενοι όπως ημπορούσαν. Κανείς δέν επίστευεν ότι εκείνοι πού παρέδωσαν τά όπλα των ήσαν άνθρωποι όμοιοι, μέ τούς φονευθέντας. Καί όταν βραδύτερον, εις κάποιαν περίστασιν, είς από τούς συμμάχους τών Αθηναίων ηρώτησεν ένα από τούς αιχμαλώτους τής Σφακτηρίας, μέ σκοπόν νά τόν πειράξη, εάν οι φονευθέντες συναγωνισταί του ήσαν όλοι γενναίοι καί καθώς πρέπει, εκείνος απήντησεν ότι η άτρακτος, εννοών μέ τήν λέξιν αυτήν τό βέλος, θά είχε τωόντι, μεγάλην αξίαν, εάν διέκρινε τούς γενναίους, υπαινιττόμενος μέ αυτό, ότι οι λίθοι καί τά βέλη εφόνευαν αδιακρίτως όσους έτυχε νά κτυπήσουν.

41. Μετά τήν άφιξιν τών αιχμαλώτων, οι Αθηναίοι απεφάσισαν νά τούς κρατήσουν εις δεσμωτήριον, έως ότου φθάσουν εις συνεννόησιν μέ τούς Πελοποννησίους, αλλ’ εάν οι τελευταίοι εισέβαλλαν προηγουμένως εις τήν Αττικήν, θά τούς έβγαζαν από τήν φυλακήν καί θά τούς εθανάτωναν. Εγκατέστησαν επίσης φρουράν εις τήν Πύλον, καί οι Μεσσήνιοι τής Ναυπάκτου, θεωρούντες τό έδαφος τούτο ώς πατρίδα των (διότι η Πύλος αποτελεί μέρος τού παλαιού Μεσσηνιακού εδάφους), από τούς ιδικούς των, οι οποίοι ελεηλάτουν τήν Λακωνικήν καί επροξένουν μεγάλας ζημίας εις τούς κατοίκους, καθόσον ωμίλουν τήν ιδίαν μέ αυτούς γλώσσαν. Οι Λακεδαιμόνιοι, εξ άλλου, οι οποίοι δέν είχαν έως τότε δοκιμάσει εις βάρος των τάς ταλαιπωρίας τοιούτου ληστρικού πολέμου, όταν είδαν ότι καί οι Είλωτες ήρχισαν ν’ αυτομολούν εις τήν Πύλον, εφοβήθησαν μήπως μέ βίαια κινήματα επιδιωχθή σοβαρά πολιτική μεταβολή εις τήν χώραν των, καί έφεραν βαρέως τήν κατάστασιν αυτήν. Αλλά μολονότι δέν ήθελαν ν’ αντιληφθούν οι Αθηναίοι τάς ανησυχίας των, εξηκολούθουν νά στέλλουν πρεσβείας πρός αυτούς, προσπαθούντες νά επιτύχουν τήν απόδοσιν καί τής Πύλου καί τών αιχμαλώτων. Αλλά τών Αθηναίων αι απαιτήσεις εμεγάλωναν διαρκώς, καί μολονότι ήλθαν αλλεπάλληλοι πρεσβείαι, όλαι απεπέμποντο άπρακτοι. Τοιαύτη υπήρξεν η πορεία τών γεγονότων τής Πύλου.

Η μάχη τής Σφακτηρίας καί η ευνοϊκή, γιά τούς Αθηναίους έκβασή της, έδινε τήν ευκαιρία στούς τελευταίους, νά τελειώσουν τόν καταστρεπτικό -καί γιά τίς δύο αντιμαχόμενες παρατάξεις- αυτό πόλεμο, αλλά οι Αθηναίοι μέ τίς διαρκώς αυξανόμενες απαιτήσεις τους, ματαίωσαν κάθε ειρηνευτική πρόταση τών Λακεδαιμονίων. Άλλως τε καί ο Κλέων ήταν αντίθετος στίς προτάσεις ειρήνης  καί μέ τήν αίγλη τού νικητή τής Σφακτηρίας, επεβαλε τίς απόψεις του στήν Εκκλησία τού Δήμου.

Οι περισσότεροι ιστορικοί κακίζουν τόν Κλέωνα γιά τήν στάση του αυτή, αλλά οι επικρίσεις τους εστιάζονται μόνο στό γεγονός καί δέν αναλύουν τίς αιτίες πού δημιουργούσαν τήν ακραία αυτή αντιμετώπιση τού προβλήματος.

Καί οι αιτίες ήταν: η τέλεια αντίθεση ανάμεσα στά πολιτεύματα τών δύο μεγάλων ελληνικών δυνάμεων, αλλά, κυρίως η συμπάθεια πού έτρεφε η αριστοκρατική τάξη τής Αθήνας πρός τήν Σπάρτη καί τό πολίτευμά της, συμπάθεια πού πολλές φορές, κατά τήν διάρκεια αυτού τού πολέμου, θά ωθεί τήν άρχουσα τάξη σέ ενέργειες πού θά ξεπερνούν  τά όρια τής προδοσίας.

Ιανουαρίου 26, 2009 Αναρτήθηκε από τον/την | "Greek National Pride" blog, ΕΛΛΑΔΑ, ΙΣΤΟΡΙΚΑ | Γράψτε ένα σχόλιο

- ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ -

ΟΛΥΜΠΙΟΝΙΚΗΣ ΚΟΡΟΙΒΟΣ
ο ΗΛΕΙΟΣ

ΜΗΔ’ ΟΛΥΜΠΙΑΣ ΑΓΩΝΑ ΦΕΡΤΕΡΟΝ ΑΥΔΑΣΟΜΕΝ

 

Πίνδαρος 
~~~~~~~~~~
Από όλους τους πανελλήνιους αγώνες στην αρχαία Ελλάδα οι σημαντικότεροι λάμβαναν χώρα στην Ολυμπία.

«Όπως το νερό είναι το πολυτιμότερο από τα στοιχεία, και όπως ο χρυσός προβάλλει σαν το πιο ακριβό ανάμεσα σε όλα τα αγαθά, και όπως, τέλος, ο ήλιος φωτοβολεί περισσότερο από κάθε άλλο άστρο, έτσι και η Ολυμπία λάμπει σκιάζοντας κάθε άλλον αγώνα» τραγουδά ο Πίνδαρος στην πρώτη ολυμπιακή ωδή του. Σύμφωνα με την παράδοση, πρώτοι οι θεοί αγωνίστηκαν στην Ολυμπία. Ο Δίας νίκησε τον Κρόνο στην πάλη, ο Απόλλωνας τον Ερμή στο δρόμο και τον Άρη στην πυγμή. Επίσης οι αρχαίες πηγές αναφέρουν αρκετούς ήρωες ως ιδρυτές των αγώνων. Στη μυκηναϊκή παράδοση ανήκει ο μύθος του Πέλοπα. Μετά τη νίκη του επί του Οινόμαου, ο Πέλοπας ίδρυσε αγώνες προς τιμήν του Οινόμαου για να καθαρθεί, αλλά και για να ευχαριστήσει τους θεούς για τη νίκη που του χάρισαν. Η Ιπποδάμεια ίδρυσε γυναικείους αγώνες προς τιμήν της Ήρας, τα λεγόμενα Ηραία. Έτσι λοιπόν καθιερώθηκαν οι αγώνες στην Ολυμπία. Η ίδρυση των αγώνων, σύμφωνα με άλλους μύθους, αποδίδεται στον ημίθεο Ηρακλή, ο οποίος ιδρύει τους αγώνες δρόμου αλλά και τις αρματοδρομίες. Ο Ηρακλής είναι εκείνος που έφερε την αγριελιά από τη χώρα των Υπερβορείων, τη φύτεψε στο Ιερό, και καθόρισε τα όρια της ιεράς Άλτεως.
Επίσης σύμφωνα με άλλους μύθους, ο Ιδαίος Ηρακλής με τα τέσσερα αδέλφια του, τους Δακτύλους ή Κουρήτες, φτάνει στην Ολυμπία από την Κρήτη, ορίζει το μήκος του σταδίου, οργανώνει αγώνες δρόμου με τα αδέλφια του και στεφανώνει το νικητή με αγριελιά. Ανάμεσα στα ονόματα των ιδρυτών των αγώνων αναφέρονται επίσης ο Νηλέας, ο Πελίας αλλά και ο Πίσος, επώνυμος ήρωας της Πισάτιδας. Τέλος ο Στράβων θεωρεί ότι οι αγώνες οργανώθηκαν από τον Όξυλλο, βασιλιά των Ηρακλειδών μετά την κάθοδό τους στην Ηλεία (μετά το -1200). Αργότερα αναδιοργανώθηκαν από τον Ίφιτο, που σύναψε συμφωνία (την ιερή εκεχειρία) με το βασιλιά και νομοθέτη της Σπάρτης Λυκούργο και το βασιλιά της Πίσας Κλεισθένη. Τότε λοιπόν η Ολυμπία μετατράπηκε σε πανελλήνιο κέντρο. Οι αρχαίες γραπτές πηγές αναφέρουν ως έτος έναρξης των αγώνων το-776. Από το έτος αυτό αρχίζει και ο κατάλογος των Ολυμπιονικών (που συμπληρώθηκε βέβαια πολύ αργότερα).

Οι Πισάτες διοργάνωναν τους αγώνες από το -688 έως το -572. Το -570 οι Ηλείοι κατέλαβαν την Πίσα και έθεσαν υπό τον έλεγχό τους τη διοργάνωση των αγώνων. Τον -5ο αι.οι αγώνες έφτασαν στο απόγειο της δόξας τους. Στην ελληνιστική εποχή όμως, έχασαν τον αρχικό τους χαρακτήρα και μετατράπηκαν σε επαγγελματικές αθλητικές εκδηλώσεις κάτι που παγιώθηκε στη ρωμαϊκή εποχή. Τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα που διαδραματίσθηκαν, στην πορεία των αιώνων στον ελλαδικό χώρο, είχαν τον αντίκτυπό τους στα αθλητικά ιδεώδη των Ολυμπιακών αγώνων, με αποτέλεσμα να επέλθει σταδιακή πτώση των ηθικών αξιών, που επιδεινώθηκε αισθητά από το 146, όταν η κυρίως Ελλάδα υποτάχθηκε στο ρωμαϊκό κράτος και οι Ηλείοι έχασαν την ανεξαρτησία τους. Το 2ο αι., όταν παραχωρήθηκε το δικαίωμα του Ρωμαίου πολίτη σε όλους τους κατοίκους της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, παρατηρήθηκε και μία διεθνοποίηση των αγώνων. Τελικά, καταργήθηκαν από το Θεοδόσιο Α΄ το 393 (293η Ολυμπιάδα), όταν με διάταγμά του απαγορεύθηκε η λειτουργία όλων των ειδωλολατρικών Ιερών.

Με τους Ολυμπιακούς αγώνες σφυρηλατήθηκε η εθνική, φυλετική και πνευματική ενότητα των Ελλήνων. Οι αγώνες συνδύαζαν το βαθύ θρησκευτικό πνεύμα με το ηρωικό παρελθόν των Ελλήνων, τον μέγιστο βαθμό της καλλιέργειας του σώματος, του νου και της ψυχής με τις πανανθρώπινες φιλοσοφικές αξίες και την προβολή του ατόμου και των πόλεων με το ύψιστο ιδανικό της ελευθερίας. Ο υπερεθνικός χαρακτήρας τους επιζεί και στους σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες, που ύστερα από διακοπή 15 αιώνων οργανώθηκαν στην Αθήνα το 1896, και τελούνται από τότε κάθε τέσσερα χρόνια.

Η οργάνωση των αγώνων.

Οι Ολυμπιακοί αγώνες ετελούντο κάθε τέσσερα πλήρη χρόνια, ήταν δηλαδή πεντετηρικοί. Το διάστημα που μεσολαβούσε από τη λήξη των αγώνων ως την αρχή των επόμενων ονομαζόταν Ολυμπιάς, όρος που χρησιμοποιείτο για να δηλώσει και τους ίδιους τους αγώνες. Οι αγώνες γίνονταν την πρώτη πανσέληνο μετά το θερινό ηλιοστάσιο (Ιούλιο-Αύγουστο). Ως το -684 που τα αγωνίσματα ήταν έξι, οι αγώνες γίνονταν σε μια μέρα. Όσο όμως αυξάνονταν τα αγωνίσματα (στην κλασική εποχή είχαν φτάσει τα 18), αυξάνονταν και οι μέρες διάρκειας των αγώνων.
Δικαίωμα συμμετοχής είχαν όλοι οι ελεύθεροι Έλληνες πολίτες, που δεν είχαν διαπράξει φόνο ή ιεροσυλία. Απαγορευόταν η συμμετοχή στους βάρβαρους και στους δούλους. Οι Ρωμαίοι αργότερα, προκειμένου να λάβουν μέρος στους αγώνες, προσπάθησαν να αποδείξουν την ελληνική τους καταγωγή. Οι γυναίκες είχαν δικαίωμα συμμετοχής στους ιππικούς αγώνες μόνο ως ιδιοκτήτριες των ίππων. Όλοι όμως, εκτός από τις γυναίκες, είχαν δικαίωμα να παρακολουθήσουν τους αγώνες ακόμα και οι βάρβαροι και οι δούλοι. Η αυστηρότατη διάταξη που απαγόρευε στις γυναίκες την παρακολούθηση των αγώνων παραμένει ανεξήγητη. Σύμφωνα με τον Παυσανία η απαγορευτική διάταξη ίσχυε μόνο για τις παντρεμένες γυναίκες.

Μόνο η ιέρεια της θεάς Δήμητρας Χαμύνης μπορούσε να τους παρακολουθήσει καθισμένη στο βωμό της θεάς, που βρίσκεται στη βόρεια πλευρά του σταδίου. Η τιμωρία των γυναικών που θα παρέβαιναν τον απαγορευτικό νόμο ήταν ο θάνατος. Τις κατακρήμνιζαν από το όρος Τυπαίο που βρίσκεται νότια του Ιερού. Ωστόσο η μόνη που παραβίασε το νόμο και δεν τιμωρήθηκε ήταν η Καλλιπάτειρα, κόρη του ξακουστού Ολυμπιονίκη Διαγόρα, η οποία καταγόταν από γένος Ολυμπιονικών. Για το λόγο αυτό οι κριτές δεν θέλησαν να την τιμωρήσουν.

Από τα πέρατα του ελληνικού κόσμου έρχονταν θεατές για να παρακολουθήσουν τους αγώνες. Το πλήθος που έφτανε στην Ολυμπία για την παρακολούθηση των αγώνων, έστηνε τις σκηνές του κατά μήκος των ποταμών ή κάτω από τα δέντρα. Εκτός από τους μεμονωμένους προσκυνητές υπήρχαν και οι θεωρίες, οι επίσημες δηλαδή αντιπροσωπείες των πόλεων, οι οποίες απαρτίζονταν από επιφανείς πολίτες και έφερναν πλουσιότατα δώρα στο Ιερό. Οι αθλητές έπρεπε να πάνε στην Ήλιδα, τη διοργανώτρια πόλη των αγώνων ένα μήνα πριν την έναρξή τους, για να προπονηθούν κάτω από την επίβλεψη των Ηλείων κριτών.

Την εποπτεία για την τήρηση των κανονισμών είχαν οι Ελλανοδίκες. Αρχικά ο θεσμός των Ελλανοδικών ήταν κληρονομικός και ισόβιος. Αργότερα όμως (ίσως από το -584) η εκλογή τους γινόταν με κλήρο ανάμεσα σε όλους τους Ηλείους πολίτες. Εκλέγονταν για μια Ολυμπιάδα και η εκπαίδευσή τους διαρκούσε δέκα μήνες. Το διάστημα αυτό έμεναν στην Ήλιδα στον Ελλανοδικαιώνα, όπου μάθαιναν τους κανονισμούς των αγώνων. Επίσης, εκτός από την οργάνωση και τη διεξαγωγή των αγωνισμάτων έργο τους ήταν και η απονομή των βραβείων. Μπορούσαν επίσης να επιβάλουν ποινές χρηματικές και σωματικές, ή και να αποκλείσουν ακόμα αθλητές από τους αγώνες. Από τις χρηματικές ποινές κατασκευάζονταν χάλκινα αγάλματα του Διός, οι Ζάνες (πληθυντικός της λέξης Ζευς), τα οποία τοποθετούσαν στην Άλτη, μπροστά στην είσοδο του Σταδίου. Ο αριθμός των Ελλανοδικών δεν ήταν ο ίδιος καθ΄όλη τη διάρκεια των αγώνων.

Αρχικά ήταν δύο, μετά εννέα, αργότερα δώδεκα και τέλος δέκα (από το -348) έως το τέλος των αγώνων. Κατά τη διάρκεια των αγώνων ήταν ντυμένοι με κόκκινο μανδύα και κάθονταν στην εξέδρα που βρίσκεται στη νότια πλευρά του Σταδίου. Η αναγγελία των αγώνων γινόταν από τους σπονδοφόρους, οι οποίοι κρατούσαν κλαδιά ελιάς και μετέφεραν το μήνυμα της ιερής εκεχειρίας από πόλη σε πόλη. Κατά τη διάρκεια της εκεχειρίας (αρχικά ένας μήνας, αργότερα τρεις, ενώ μερικοί αναφέρουν και το διάστημα των δέκα μηνών), σταματούσε κάθε εχθροπραξία, απαγορευόταν η είσοδος στην Ηλεία σε οπλισμένο άνδρα ή σε ομάδα στρατού και απαγορευόταν η εκτέλεση οποιασδήποτε θανατικής καταδίκης. Αξίζει να σημειωθεί ότι στα 1200 περίπου χρόνια που διήρκεσαν οι αγώνες οι παραβιάσεις του θεσμού ήταν ελάχιστες και ασήμαντες. Αυτό ακριβώς δείχνει ότι ήταν ένας θεσμός ισχυρός, απόλυτα σεβαστός από όλους. Οι αγώνες ήταν γυμνικοί, ιππικοί και αργότερα προστέθηκαν και μουσικοί. Οι γυμνικοί αγώνες γινόντουσαν στο στάδιο και οι ιππικοί στον ιππόδρομο.

~~~~~~~~~~

Όποιος έζησε κάποτε μια άγρια χειμερινή καταιγίδα με εκτυφλωτικές αστραπές στον ουρανό της κοιλάδας του Αλφειού ή τρόμαξε από ένα δυνατό κεραυνό μια αποπνικτική καλοκαιριάτικη μέρα, δεν θά ‘χει κανένα λόγο να απορεί που το πιο σημαντικό ιερό του κεραυνοσείστη Διός, του πατέρα των θεών, βρίσκεται σ’ αυτήν την απόμακρη περιοχή της δυτικής Πελοποννήσου.

Κλάους Χέρμαν

Ολυμπία. Το ιερό και οι Αγώνες.
Το Σώμα και το Πνεύμα.

Ένα από τα σημαντικότερα Ιερά της Αρχαιότητας, αφιερωμένο στον πατέρα των θεών, Ολύμπιο Δία. Η Ολυμπία είναι ο τόπος όπου γεννήθηκαν και τελούνταν κατά την αρχαιότητα οι Ολυμπιακοί Αγώνες. Οι ανασκαφές στην Ολυμπία άρχισαν τον Μάιο του 1829, δύο χρόνια μετά τη ναυμαχία του Ναυαρίνου, από Γάλλους αρχαιολόγους. Τα ευρήματα (τμήματα από τις μετόπες του πρόναου και του οπισθόδομου του ναού του Διός) μεταφέρθηκαν στο Μουσείο του Λούβρου, όπου εκτίθενται σήμερα. Όταν η ελληνική κυβέρνηση πληροφορήθηκε το γεγονός της αρπαγής των ευρημάτων, οι ανασκαφές διακόπηκαν για να ξαναρχίσουν αργότερα, το 1875 από Γερμανούς αρχαιολόγους. Οι έρευνες συνεχίζονται έως σήμερα από το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο της Αθήνας υπό την εποπτεία της Εφορείας Αρχαιοτήτων Ολυμπίας.

Το Ιερό της Ολυμπίας απλώνεται στους νότιους πρόποδες του δασωμένου λόφου του Κρονίου, ανάμεσα στην συμβολή του Αλφειού και του Κλαδέου ποταμού. Η κοιλάδα μεταξύ των δύο ποταμών στην αρχαιότητα ήταν κατάφυτη από αγριελιές, λεύκες, δρύες, πεύκα και πλατάνια, γι’ αυτό το Ιερό ονομάστηκε ΄Αλτις, δηλαδή άλσος.

Η Άλτις περικλείεται από περίβολο εντός του οποίου περιλαμβάνονται τα κυριότερα θρησκευτικά οικοδομήματα και αναθήματα του ιερού. ΄Έξω από τον περίβολο βρίσκονταν οι βοηθητικοί χώροι, δηλαδή οι κατοικίες των ιερέων, τα λουτρά, οι χώροι προετοιμασίας των αθλητών, και οι ξενώνες. Η απαρχή της λατρείας αλλά και των μυθικών αναμετρήσεων που έλαβαν χώρα στην Ολυμπία χάνεται στα βάθη των αιώνων. Ήδη από την Πρωτοελλαδική εποχή υπάρχει μια οικιστική εγκατάσταση στην περιοχή. Γύρω στο -1200 στην ευρύτερη περιοχή του Ιερού εγκαθίστανται οι Αιτωλοί, δωρικό φύλο με αρχηγό τον Όξυλο. Τότε πιθανότατα άρχισε και η λατρεία του Διός και η Ολυμπία από τόπος κατοίκησης έγινε τόπος λατρείας. Σύντομα εξελίσσεται σε πανελλήνιο κέντρο. Κατά την πρώιμη αρχαϊκή εποχή ιδρύθηκαν τα πρώτα κτήρια του ιερού. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες ξεκίνησαν το -776 προς τιμήν του Διός. Οι αγώνες, που από την αρχή έως το τέλος του θεσμού περιβάλλονται από θρησκευτικό χαρακτήρα και αυστηρό τελετουργικό, διεξάγονταν στην αρχή μπροστά από το χώρο των βωμών, ενώ οι οργανωμένες εγκαταστάσεις, γίνονταν όλο και πιο απαραίτητες με τη συνεχή αύξηση του αριθμού, τόσο των αθλητών όσο και των θεατών.

Ταυτόχρονα και τα αθλήματα εμπλουτίζονταν σε αριθμό και ποικιλία. Ο αγώνας δρόμου ενός σταδίου ήταν το μοναδικό αγώνισμα στο Ιερό έως την 13η Ολυμπιάδα (-728), οπότε οι αγώνες διαρκούσαν μία μόνο ημέρα. Οι αθλητές έτρεχαν γυμνοί σε μία έκταση, το μήκος της οποίας ορίστηκε στα 600 πόδια (192,27 μ.), ένα στάδιο. Από την απόσταση αυτή πήρε το όνομά της και η εγκατάσταση που απαιτείτο για την τέλεση του αγωνίσματος του δρόμου. Οι χώροι αυτοί, τα στάδια, βρίσκονταν σε πλαγιές λόφων ή μικρές κοιλάδες, όπου μπορούσε το κοινό να παρακολουθεί τους αγώνες. Αργότερα και όσο τα πλήθη που συνέρρεαν μεγάλωναν κατασκευάστηκαν τεχνητά πρανή και οι θεατές κάθονταν στο χώμα. Το στάδιο της Ολυμπίας είχε χωρητικότητα 45.000 θεατών. Μόνο άνδρες επιτρεπόταν να παρακολουθήσουν τους αγώνες, εκτός από την ιέρεια της Δήμητρας Χαμύνης. Η εκκίνηση και η διεξαγωγή των αγωνισμάτων του δρόμου καθορίζονταν από σαφείς κανονισμούς και προβλεπόμενες τιμωρίες για τους παραβάτες αθλητές. Σαφείς ήταν οι κανονισμοί για όλα τα Ολυμπιακά αγωνίσματα, ενώ κατά τη διάρκεια των αγώνων υπήρχαν ειδικά σώματα, οι αλύται, για την τήρηση της τάξης σε όλους τους χώρους διεξαγωγής τους. Κριτές και υπέυθυνοι διεξαγωγής των αγώνων ήταν οι Ελλανοδίκες, ισόβιοι στην αρχή και κατόπιν κληρωτοί Ηλείοι πολίτες.

Τα αναρίθμητα αφιερώματα του -7ου / -6ου αιώνα τοποθετούνταν στο ύπαιθρο, επάνω στα δέντρα και σε βωμούς. Σημαντικότερα από τα αναθήματα αυτής της περιόδου είναι οι εξαιρετικής τέχνης χάλκινοι τρίποδες και λέβητες, καθώς και τα όπλα. Με το πέρασμα των αιώνων διαμορφώνεται το αρχιτεκτονικό πρόγραμμα του Ιερού, το οποίο ολοκληρώνεται στο τέλος του -4ου αιώνα.

Ωστόσο και κατά τη Ρωμαϊκή εποχή, κατασκευάζονται νέα οικοδομήματα (κυρίως θέρμες, επαύλεις, ξενώνες, υδραγωγείο κ.α), παρότι έχει ήδη αρχίσει η παρακμή του Ιερού. Η Ολυμπία λειτουργούσε ανέκαθεν ως χώρος πολιτικής προβολής και οι αγώνες γίνονταν συχνά – ιδίως κατά την ύστερη αρχαιότητα – θύμα πολιτικής εκμετάλλευσης από μεγάλες προσωπικότητες όπως ο Φίλιππος Β΄, ο Μέγας Αλέξανδρος και οι διάδοχοί του. Οι Ρωμαίοι παρουσιάζοντας πειστήρια για την ελληνική τους καταγωγή, μετείχαν και αυτοί στους αγώνες, μετά την πλήρη υποταγή της Ελλάδας στη Ρώμη, όμως η λάμψη και το ιδεολογικό υπόβαθρο των αγώνων εξασθένισε σημαντικά. Άμεσα συνδεδεμένη με τους αγώνες και το Ιερό της Ολυμπίας ήταν η πόλη της ΄Ήλιδας, της οποίας μέλημα και προνόμιο ήταν η τέλεση και η προετοιμασία των αγώνων. Το 267 υπό την απειλή της επιδρομής των Ερούλων, οι οποίοι τελικά δεν έφτασαν στο Ιερό, κτίστηκε βιαστικά ένα τείχος, για να προστατευθούν τα σημαντικότερα κτήρια, τα αναθήματα και κυρίως το χρυσελεφάντινο άγαλμα του Διός. Τότε αρκετά κτήρια υπέστησαν σοβαρές ζημιές, προκειμένου το οικοδομικό υλικό τους να χρησιμοποιηθεί στην κατασκευή του τείχους. Το τέλος του Ιερού του Διός ήλθε στα 393 όταν ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Θεοδόσιος ο Α΄ με ένα διάταγμά του απαγόρευσε τη λειτουργία των ειδωλολατρικών ιερών. Λίγο αργότερα το 426 ο Θεοδόσιος ο Β΄ διέταξε την καταστροφή των κτηρίων της Άλτεως. Η καταστροφή του Ιερού ολοκληρώθηκε με δύο ισχυρούς σεισμούς το 522 και 551.

Τον 5ο και 6ο αι. εγκαταστάθηκε στην Ολυμπία ένα μικρός χριστιανικός οικισμός, και το εργαστήριο του Φειδία διαμορφώθηκε σε χριστιανική βασιλική. Λίγο αργότερα οι πλημμύρες των δύο ποταμών, του Αλφειού και του Κλαδέου, καθώς και οι κατολισθήσεις του Κρονίου, κάλυψαν το Ιερό. Για πολλούς αιώνες η Ολυμπία ξεχάσθηκε, μέχρι που άρχισαν οι πρώτες έρευνες το 19ο αιώνα.

Το πρόγραμμα των αγώνων.

Στο διάστημα της προετοιμασίας των αθλητών στην πόλη της Ήλιδας, οι Ελλανοδίκες τους χώριζαν, ανάλογα με την ηλικία τους, σε κατηγορίες (ανδρών και παίδων). Δύο ημέρες πριν την έναρξη των αγώνων, αθλητές, κριτές και επίσημοι ξεκινούσαν σε πομπή από την Ήλιδα και έφταναν στην Ολυμπία διανύοντας την Ιερά Οδό.

Πρώτη ημέρα.

Την πρώτη ημέρα το πρωί γινόταν η τελετή ορκωμοσίας για την τήρηση των κανόνων εκ μέρους των αθλητών, των συγγενών τους και των κριτών στο Βουλευτήριο, μπροστά στο άγαλμα του Ορκίου Διός. Στη συνέχεια γινόταν η καταγραφή των αθλητών, ο χωρισμός τους κατά αγωνίσματα, και η κλήρωσή τους κατά ζεύγη ή τη σειρά που θα αγωνίζονταν. Έπειτα, κοντά στην είσοδο του σταδίου πραγματοποιούνταν οι αγώνες των κηρύκων και των σαλπιγκτών. Το απόγευμα τελούνταν θυσίες στην ιερή Άλτη και χρησμοδοσίες. Επίσης φιλόσοφοι, ιστορικοί και ποιητές απήγγειλλαν λόγους και γίνονταν διάφορες συναθροίσεις.

Δεύτερη ημέρα.

Το πρωί όλοι οι αθλητές και οι Ελλανοδίκες σε πομπή πήγαιναν στο στάδιο, όπου τους περίμενε συγκεντρωμένο το πλήθος. Οι αγώνες άρχιζαν με το αγώνισμα του σταδίου δρόμου, ακολουθούσε η πάλη παίδων, η πυγμή και το παγκράτιο.

Τρίτη ημέρα.

Το πρωί διεξάγονταν οι αρματοδρομίες και τα ιππικά αγωνίσματα στον ιππόδρομο. Το απόγευμα στο στάδιο γινόταν το αγώνισμα του πεντάθλου (άλμα, δίσκος, δρόμος, ακόντιο, πάλη). Το βράδυ της ίδιας μέρας έκαναν θυσίες προς τιμήν του Πέλοπα και ακολουθούσαν εορταστικά δείπνα.

Τέταρτη ημέρα.

Όλοι οι αθλητές, οι Ελλανοδίκες, οι θεωρίες σε πομπή που ξεκινούσε από το γυμνάσιο έφτανε στο μεγάλο βωμό του Διός, όπου έκαναν θυσία 100 ζώων (εκατόμβη). Μετά το τέλος της λαμπρής αυτής τελετής, γίνονταν οι αγώνες δρόμου των ανδρών, της πάλης, της πυγμής και του παγκρατίου. Η μέρα τελείωνε με την οπλιτοδρομία.

Πέμπτη ημέρα.

Η τελευταία μέρα ήταν αφιερωμένη στην βράβευση των αθλητών. Οι νικητές πήγαιναν προς το ναό του Διός, όπου τους στεφάνωναν οι Ελλανοδίκες. Ακολουθούσε επίσημο γεύμα στο πρυτανείο και εορταστικές εκδηλώσεις που διαρκούσαν μέχρι το βράδυ.

Οι τιμές στους Ολυμπιονίκες.

Οι αγώνες ήταν στεφανίτες. Το άθλο, δηλαδή, ήταν ένα στεφάνι από κλαδί αγριελιάς, ο κότινος. Σύμφωνα με την παράδοση, τον κότινο ως έπαθλο των αγώνων καθιέρωσε ο Ίφιτος, ύστερα από σχετικό χρησμό του μαντείου των Δελφών. Τα κλαδιά για τα στεφάνια των νικητών έκοβαν από την Καλλιστέφανο ελιά που ήταν νοτίως του ναού του Διός. Ένας «παις αμφιθαλής» (που ήταν δηλαδή στη ζωή οι γονείς του) με χρυσό ψαλίδι έκοβε τα κλαδιά. Στη συνέχεια τα πήγαινε στο ναό της Ήρας και τα ακουμπούσε επάνω σε μία χρυσελεφάντινη τράπεζα. Από εκεί τα έπαιρναν οι Ελλανοδίκες για να στεφανώσουν τους νικητές. Για βραβείο χρησιμοποιούσαν ακόμη μάλλινες ταινίες τις οποίες έδεναν στο μέτωπο ή σε άλλα μέρη του σώματος των αθλητών.

Ανυπολόγιστη, όμως, ήταν η ηθική σημασία της νίκης στην Ολυμπία. Τις νίκες αυτές ύμνησαν μεγάλοι ποιητές, όπως ο Συμωνίδης, ο Βακχυλίδης και ο σπουδαιότερος όλων, ο Πίνδαρος. Ο Ολυμπιονίκης όταν επέστρεφε στην πόλη του απολάμβανε μεγάλες τιμές. Κατεδαφιζόταν ένα τμήμα των τειχών της πόλης, εφόσον πόλη που γέννησε Ολυμπιονίκη δεν είχε ανάγκη από τείχη, και από τη νέα είσοδο έμπαινε ο νικητής στην πόλη, ανεβασμένος σε ένα μεγαλόπρεπο τέθριππο άρμα. Στη συνέχεια ο νικητής πρόσφερε θυσία στο θεό προστάτη της πόλης και του αφιέρωνε το στεφάνι του. Ακολουθούσε εορταστικό δείπνο στο οποίο καθόταν όλη η πόλη.

Άλλα προνόμια που έδιναν στους νικητές ήταν η ισόβια σίτισή του με δημόσια δαπάνη, η ατέλεια (φορολογική απαλλαγή), ενώ στην Αθήνα ο Σόλων θέσπισε και χρηματικό βραβείο. Στη Σπάρτη ο νικητής αποκτούσε το δικαίωμα να πολεμάει δίπλα στο βασιλιά. Στις δημόσιες εκδηλώσεις είχαν πάντα τιμητική θέση, ενώ πολλές φορές το όνομά τους χαρασσόταν πάνω σε στήλες που τοποθετούσαν σε περίοπτη θέση. Σε μερικές πόλεις οι Ολυμπιονίκες λατρεύονταν σαν ήρωες μετά το θάνατό τους.

Οι τιμές και τα προνόμια των Ολυμπιονικών ποίκιλλαν από πόλη σε πόλη. Ωστόσο η σημαντικότερη τιμή του Ολυμπιονίκη ήταν το δικαίωμα του να τοποθετήσει το άγαλμά του στην ιερή Άλτη και ο επινίκιος, ο ύμνος δηλαδή που γραφόταν για να εξυμνήσει τη νίκη του. Οι δύο αυτές τιμές εξασφάλιζαν τη δόξα του και το όνομά του έμενε γνωστό για πάντα.

ΤΑ ΚΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΑΛΤΕΩΣ.

Ο σημερινός επισκέπτης της Ολυμπίας, με την είσοδό του στον Αρχαιολογικό Χώρο μπορεί να δει τα παρακάτω κτήρια:

1. Γυμνάσιο

Μεγάλο περίκλειστο ορθογώνιο κτήριο (120 x 220 μ.), με ευρύχωρη αυλή στο μέσον και δωρικές στοές στις τέσσερις πλευρές του. Κτίσθηκε τον -2ο αιώνα και στα τέλη του ίδιου αιώνα προστέθηκε ανάμεσα σ’ αυτό και την παλαίστρα, ένα μνημειακό κορινθιακό αμφιπρόστυλο πρόπυλο. Εδώ γινόταν η προπόνηση των αθλητών στα αγωνίσματα που απαιτούσαν εκτεταμένο χώρο, δηλαδή: δρόμο, δίσκο, ακόντιο. Το Γυμνάσιο δεν έχει ερευνηθεί σε όλη του την έκταση, ενώ η δυτική του πλευρά έχει παρασυρθεί από τον ποταμό Κλαδέο.

2. Παλαίστρα

Τετράγωνο οικοδόμημα (66,35 x 66,75 μ.) του -3ου αιώνα, με περίστυλη αυλή, γύρω από την οποία υπήρχαν στεγασμένοι βοηθητικοί χώροι, όπως αποδυτήρια, ελαιοθέσιον (χώρος που αλείφονταν οι αθλητές με λάδι), κονιστήριο (όπου οι αθλητές έβαζαν στο σώμα τους σκόνη ή άμμο), λουτρά, καθώς και αίθουσες με πάγκους για διδασκαλία. Εδώ προπονούνταν οι αθλητές στην πάλη, την πυγμή και το άλμα.

3. Θεηκολεών

Έδρα των θεηκόλων, ιερέων της Ολυμπίας, που είχαν την φροντίδα του Ιερού και των θυσιών. Πρόκειται για ορθογώνιο κτήριο με περίστυλη αυλή και δωμάτια γύρω από αυτήν, που κτίστηκε σε δύο φάσεις. Η πρώτη χρονολογείται στον -4ο αι. και η δεύτερη στη ρωμαϊκή εποχή.

4. Ηρώον.

Κυκλικό κτίριο εγγεγραμμένο σε τετράγωνο, όπου υπήρχε βωμός αφιερωμένος σε άγνωστο ήρωα. Στο χώρο του βρέθηκε υστεροελληνιστική επιγραφή με τη λέξη ΗΡΩΟΣ. Έχει διατυπωθεί και η γνώμη ότι αρχικά θα ήταν χώρος θερμών λουτρών και στη συνέχεια μετατράπηκε σε ηρώο.

5. Εργαστήριο του Φειδία.

Ορθογώνιο μακρόστενο κτήριο με δύο εσωτερικές κιονοστοιχίες. Κτίστηκε γύρω στο -440 / -430 για την κατασκευή του χρυσελεφάντινου αγάλματος του Διός από το Φειδία. Έχει τις ίδιες διαστάσεις με το σηκό του ναού του Διός. Εδώ βρέθηκαν πολλά εργαλεία, γυάλινα κοσμήματα και πήλινες μήτρες που χρησιμοποίησε ο Φειδίας για την κατασκευή του αγάλματος, καθώς και μια μικρή μελαμβαφής οινοχόη, στη βάση της οποίας ο μεγάλος γλύπτης είχε χαράξει το όνομά του “ΦΕΙΔΙΟΥ ΕΙΜΙ”. Τον -5ο αι. το εργαστήριο μετατράπηκε σε παλαιοχριστιανική τρίκλιτη βασιλική.

6. Λουτρά – Δυτικές Θέρμες.

Κοντά στον Κλαδέο ποταμό, κτίστηκαν τον -5ο αι. Λουτρά και Κολυμβητήριο. Τα Λουτρά επεκτάθηκαν γύρω στο -300 και στο -100 εφοδιάστηκαν με υπόκαυστα. Πλησίον αυτών των Λουτρών κτίσθηκαν στα ρωμαϊκά χρόνια οι λεγόμενες Δυτικές Θέρμες. Τα δάπεδα των δωματίων διακοσμούνταν με ωραιότατα ψηφιδωτά, μερικά από τα οποία σώζονται μέχρι σήμερα, σε αρκετά καλή κατάσταση.

7. Το Σπίτι των Φαιδρυντών.

Νότια του εργαστηρίου του Φειδία, σώζονται ερείπια κτηρίου, που πιθανότατα ανήκουν στο σπίτι των Φαιδρυντών. Οι Φαιδρυντές είχαν την ευθύνη για τη φροντίδα και τη συντήρηση του χρυσελεφάντινου αγάλματος του Δία καθώς και των άλλων αγαλμάτων του Ιερού.

8. Ρωμαϊκοί Ξενώνες.

Στα ρωμαϊκά χρόνια, πλησίον των Δυτικών Θερμών και δυτικά του εργαστηρίου του Φειδία, κτίστηκαν ξενώνες. Πρόκειται για ορθογώνιο οικοδόμημα με αρκετά δωμάτια και ψηφιδωτά δάπεδα.

9. Λεωνιδαίο.

Μεγάλος ξενώνας που κτίστηκε στα -330. Οφείλει το όνομά του στο Νάξιο Λεωνίδα ή Λεωνίδη, που ήταν δωρητής και ο αρχιτέκτονας του κτηρίου. Προοριζόταν για την φιλοξενία των επισήμων. Είναι ένα τετράγωνο κτήριο, που εξωτερικά περιβάλλεται από 138 ιωνικούς κίονες, και στο κέντρο είχε περίστυλη αυλή με 44 δωρικούς κίονες. Ανάμεσα στις δύο κιονοστοιχίες υπήρχαν τα δωμάτια. Στα ρωμαϊκά χρόνια ήταν η κατοικία των Ρωμαίων αξιωματούχων.

10. Ρωμαϊκά Λουτρά.

Στα ρωμαϊκά χρόνια, χτίστηκαν σε διάφορα σημεία του Ιερού λουτρικές εγκαταστάσεις. Αυτά είναι τα Νότια Λουτρά (νοτίως του ναού του Διός) και οι λεγόμενες ΝΔ Θέρμες του Λεωνιδαίου. Τα δάπεδά τους διακοσμούνταν με ψηφιδωτά, μερικά από τα οποία σώζονται μέχρι και σήμερα.

11. Νότια Στοά.

Αποτελούσε το νότιο όριο του Ιερού με κύρια πρόσοψη προς τον Αλφειό ποταμό. Χρονολογείται στα μέσα του -4ου αιώνα και είχε μία εξωτερική δωρική κιονοστοιχία και μία εσωτερική κορινθιακού ρυθμού.

12. Βουλευτήριο.

Έδρα στην οποία συνεδρίαζε το ανώτατο Συμβούλιο του Ιερού, η Ολυμπιακή Βουλή. Η κατασκευή του άρχισε στα τέλη του -6ου αι. και ολοκληρώθηκε τον -4ο αι. Αποτελείται από δύο επιμήκη αψιδωτά κτήρια, που συνδέονται μεταξύ τους με ένα τετράγωνο κτίσμα και ιωνική στοά στο Ανατολικό τμήμα τους. Στο τετράγωνο κτίσμα, που βρισκόταν μεταξύ των αψιδωτών κτηρίων, υπήρχε το άγαλμα και ο βωμός του Ορκίου Διός, στον οποίο οι αθλητές και οι κριτές έδιναν τον καθιερωμένο ιερό όρκο πριν τους αγώνες.

13. Ναός του Διός.

Ο γιγάντιος περίπτερος δωρικός ναός (64,12 x 27,68 και ύψος 20,25 μ.), με 6 κίονες στις στενές και 13 κίονες στις μακριές πλευρές καταλαμβάνει την πιο περίοπτη θέση στο ιερό. Υπήρξε έργο του Ηλείου αρχιτέκτονα Λίβωνα. Πρόκειται για τον μεγαλύτερο ναό της Πελοποννήσου και κτίστηκε μεταξύ του -470 / -456. Ήταν αφιέρωμα στο Ιερό από τα λάφυρα των Ηλείων εναντίον των Πισατών. Θεωρείται η τέλεια έκφραση, «ο κανών» της δωρικής ναοδομίας. Για την κατασκευή του χρησιμοποιήθηκε κογχυλιάτης λίθος.

Αποτελείται από πρόναο, σηκό και οπισθόδομο. Ο πρόναος και ο οπισθόδομος είναι δίστυλοι εν παραστάσι. Στο δάπεδο του πρόναου σώζεται ψηφιδωτό δάπεδο ελληνιστικών χρόνων με παράσταση Τριτώνων. Ο σηκός χωρίζεται σε τρία κλίτη από δύο σειρές δίτονης κιονοστοιχίας. Στο βάθος του σηκού στο κεντρικό κλίτος, βρισκόταν το χρυσελεφάντινο άγαλμα του Διός, έργο του Φειδία, που κατασκευάστηκε γύρω στα -430. Το άγαλμα, ένα από τα επτά θαύματα του κόσμου, ύψους 12 μ. περίπου απεικόνιζε το Δία καθισμένο στο θρόνο του. Κρατούσε το σκήπτρο του στο αριστερό χέρι και φτερωτή Νίκη στο δεξί. Μετά την κατάργηση των Ολυμπιακών Αγώνων το 393, το άγαλμα μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου και καταστράφηκε το 475 από φωτιά. Ο ναός είχε πλούσιο γλυπτό διάκοσμο (εναέτιες συνθέσεις και μετόπες) από παριανό μάρμαρο. Στο ανατολικό αέτωμα απεικονιζόταν η αρματοδρομία μεταξύ Πέλοπα και Οινομάου, με κεντρική μορφή τον Δία. Στο δυτικό αέτωμα η σύγκρουση μεταξύ Λαπιθών και Κενταύρων με κεντρική μορφή τον Απόλλωνα. Οι μετόπες που βρίσκονταν πάνω από την είσοδο του πρόναου και του οπισθόδομου, παρίσταναν τους 12 άθλους του Ηρακλή. Πρόκειται για τα πιο αντιπροσωπευτικά δείγματα γλυπτικής του αυστηρού ρυθμού, που ο επισκέπτης του Ιερού έχει την τύχη να θαυμάσει στο Μουσείο της Ολυμπίας, όπου εκτίθενται. Ως κεντρικό ακρωτήριο του ανατολικού αετώματος ήταν μια επίχρυση Νίκη, έργο του φημισμένου γλύπτη Παιωνίου, ενώ στα πλάγια ακρωτήρια είχε τοποθετηθεί από ένας επίχρυσος λέβητας. Ο ναός υπέστη μεγάλες καταστροφές το 426 μ.Χ. όταν πυρπολήθηκε ύστερα από διαταγή του Θεοδοσίου του Β΄, ενώ αργότερα, το 522 και 551, καταστράφηκε εντελώς από σεισμό.

15. Στοά της Ηχούς.

Μεγάλη στοά, που κατασκευάστηκε στα μέσα του -4ου αι. για να χωρίσει την Άλτη από το Στάδιο. Είχε μία εξωτερική κιονοστοιχία δωρικού ρυθμού και μία εσωτερική, ίσως κορινθιακού. Οφείλει το όνομά της στην ακουστική της, ενώ ονομαζόταν και “Επτάηχος”, εφόσον ο ήχος επαναλαμβανόταν 7 φορές. Ονομαζόνταν επίσης και “ποικίλη στοά” εξαιτίας των ζωγραφικών πινάκων που διακοσμούσαν το εσωτερικό της. Γύρω στα μέσα του -3ου αι. μπροστά στη στοά της Ηχούς στήθηκαν πάνω σε δύο ψηλούς ιωνικούς κίονες τα επίχρυσα αγάλματα του βασιλιά Πτολεμαίου Β΄ του Φιλαδέλφου και της συζύγου του Αρσινόης.

16. Κρύπτη.

Είναι η μνημειακή είσοδος του Σταδίου. Κτίστηκε τον -3ο αι. για να συνδέσει το στάδιο με το Ιερό. Είναι ένας στενός αψιδωτός διάδρομος, που στο δυτικό του τμήμα απέληγε σε πύλη με κορινθιακούς κίονες.

17. Στάδιο.

Το στάδιο που βλέπει σήμερα ο επισκέπτης είναι το τρίτο κατά σειρά της Ολυμπίας και χρονολογείται στον -5ο αι. Το στάδιο των αρχαϊκών χρόνων ήταν απλό, χωρίς κανονικά πρανή (στάδιο Ι) και πρέπει να εκτεινόταν κατά μήκος του ανδήρου των θησαυρών. Η δυτική στενή πλευρά του, που ήταν και το τέρμα, ήταν ανοιχτή προς το Μεγάλο Βωμό του Διός.
Στα τέλη του -6ου αι. / αρχές -5ου αι. μετατοπίζεται λίγο ανατολικότερα και διαμορφώνονται τα πρανή των μακρών πλευρών (στάδιο ΙΙ). Στα μέσα του -5ου αι. το στάδιο μετατοπίζεται 82 μ. ανατολικότερα και 7 μ. βορειότερα και παίρνει τη μορφή με την οποία σώζεται σήμερα (στάδιο ΙΙΙ). Στα μέσα του -4ου αι. κατά μήκος του δυτικού πρανούς κτίζεται η στοά της Ηχούς, η οποία χώρισε οριστικά το Ιερό από το Στάδιο. Ο στίβος του σταδίου έχει μήκος 212,54 μ. και πλάτος 28,50 μ. Οι λίθινες αφέσεις (αφετηρία και τέρμα) απέχουν η μία από την άλλη 192,28 μ. Τα πρανή διαμορφώνονται κανονικά στις τέσσερις πλευρές, και δεν είχαν λίθινα καθίσματα, εκτός από λίγα που υπήρχαν για τους επισήμους. Στο νότιο πρανές ήταν η Εξέδρα των Ελλανοδικών και απέναντι, στο βόρειο πρανές, ο βωμός της θεάς Δήμητρας Χαμύνης. Η χωρητικότητα του Σταδίου είναι 45.000 θεατές, που κάθονταν απευθείας στη γη. Γύρω από το στίβο του σταδίου, βρέθηκε σε καλή κατάσταση και ο λίθινος ανοιχτός αγωγός, με μικρές λεκάνες κατά διαστήματα, απ’ όπου οι θεατές έπιναν νερό, όταν παρακολουθούσαν του Αγώνες.

18. Ιππόδρομος.

Στον ιππόδρομο διεξάγονταν οι αρματοδρομίες και οι ιπποδρομίες. Βρισκόταν νότια του σταδίου και σύμφωνα με τις πληροφορίες του Παυσανία θα πρέπει να είχε μήκος 600 μ. και πλάτος 200 μ. Η ακριβής θέση του ιπποδρόμου δεν έχει εντοπιστεί, επειδή καταχώθηκε από τις προσχώσεις του ποταμού Αλφειού. Είχε ένα πολύπλοκο σύστημα εκκίνησης, το οποίο περιγράφει πολύ αναλυτικά ο Παυσανίας. Προς τα δυτικά έκλεινε με τη στοά του Αγνάπτου.

19. Ζάνες.

Κατά μήκος του αναλημματικού τοίχου του ανδήρου των θησαυρών υπήρχαν οι Ζάνες (πληθυντικός της λέξης Ζευς). Πρόκειται για χάλκινα αγάλματα του Διός, που αφιερώνονταν στο ιερό από τα χρηματικά πρόστιμα που πλήρωναν όσοι παρέβαιναν τους κανονισμούς των Ολυμπιακών Αγώνων. Σώζονται οι 16 βάσεις των αγαλμάτων που ήταν τοποθετημένα μπροστά από την κύρια είσοδο του Σταδίου, την «Κρυπτή», ως παράδειγμα προς αποφυγή για τους αθλητές.

20. Μητρώο.

Μικρός δωρικός περίπτερος ναός, με 6 κίονες στις στενές και 11 στις μακριές πλευρές, αφιερωμένος στη Μητέρα των θεών Ρέα (ή Κυβέλη). Κτίστηκε στις αρχές του -4ου αι. Στη ρωμαϊκή εποχή χρησιμοποιήθηκε ως χώρος λατρείας των Ρωμαίων αυτοκρατόρων. Τα αγάλματα που έχουν βρεθεί στο Μητρώο εκτίθενται στο Μουσείο της Ολυμπίας.

21. Θησαυροί.

Πάνω σε φυσικό άνδηρο, που σχηματίζεται στο νότιο πρανές του Κρονίου λόφου, έχουν κτιστεί οι θησαυροί. Είναι μικρά ναόσχημα οικοδομήματα, που αφιέρωναν διάφορες πόλεις στο Ιερό, για να στεγάσουν τα πλούσια αναθήματά τους στο Δία. Οι θησαυροί άρχιζαν να κτίζονται τον -6ο αι. και ολοκληρώθηκαν στα μέσα του -5ου αι. Ο Παυσανίας αναφέρει δέκα θησαυρούς, όμως η ανασκαφική έρευνα έχει φέρει στο φως συνολικά δώδεκα. Βέβαιη είναι η ταύτιση των θησαυρών των Σικυωνίων, Σελινουντίων, Μεταποντίων, Μεγαρέων και Γελώων.

22. Νυμφαίον.

Υδραγωγείο που κτίστηκε από τον Ηρώδη τον Αττικό προς τιμήν της συζύγου του Ρήγιλας. Είναι ημικυκλικού σχήματος με δύο κυκλικούς ναΐσκους στα δύο άκρα του και δύο ανισοϋψείς δεξαμενές. Στο διώροφο ημικυκλικό τοίχο, υπήρχαν κόγχες που διακοσμούνταν με τους αδριάντες του Αντωνίνου Πίου, του Ηρώδη του Αττικού και των οίκων τους. Κτίστηκε περίπου το -160. Στις δεξαμενές του συγκεντρώνονταν τα νερά από τους γύρω λόφους της Ολυμπίας και από εκεί διοχετεύονταν σε όλο το Ιερό με λίθινο αγωγό. Πρόκειται για σημαντικότατο έργο ύδρευσης, που έλυσε το πρόβλημα λειψυδρίας, το οποίο υπήρχε στην Ολυμπία κυρίως κατά την τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων.

23. Προϊστορικό κτήριο.

Σε βαθύτερο στρώμα, ΝΑ του Ηραίου διατηρείται η θεμελίωση ενός μεσοελλαδικού αψιδωτού κτηρίου (-2.000 / -1600). Πρόκειται για το αρχαιότερο οικιστικό κατάλοιπο στο χώρο της Άλτεως.

24. Ναός της Ήρας.

Δωρικός περίπτερος ναός με 6 κίονες στις στενές και 16 στις μακριές πλευρές, που κτίστηκε στα τέλη περίπου του -7ου αι. Αρχικά οι κίονες και ο θριγκός ήταν ξύλινοι. Σταδιακά, σε διάστημα πολλών αιώνων, αντικαταστάθηκαν με λίθινους. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να αποτυπώνεται στο μνημείο η εξέλιξη του δωρικού ρυθμού (κυρίως του κιονόκρανου). Ο ναός αποτελείται από πρόναο, σηκό και οπισθόδομο. Ο σηκός χωριζόταν σε τρία κλίτη. Εντός του ναού φυλασσόταν ο δίσκος της ιερής εκεχειρίας καθώς και άλλα πολύτιμα αντικείμενα (όπως η τράπεζα του Κολώτη, η λάρνακα του Κυψέλου κ.ά). Στο βάθος του σηκού πάνω σε βάθρο ήταν στημένα τα αγάλματα της Ήρας και του Διός. Πιθανότατα στο άγαλμα της Ήρας ανήκει το αρχαϊκό λίθινο κεφάλι (Λ 1) που εκτίθεται στο Μουσείο της Ολυμπίας. Στο Μουσείο εκτίθεται επίσης και ο Ερμής του Πραξιτέλους που βρέθηκε κατά τις ανασκαφές στο σηκό του ναού, καθώς και το κεντρικό πήλινο ακρωτήριο του ναού. Το Ηραίο της Ολυμπίας αποτελεί ένα από τα αρχαιότερα δείγματα μνημειακής δωρικής αρχιτεκτονικής.

25. Βωμός της Ήρας.

Βρίσκεται μπροστά στο ναό της Ήρας και εδώ γίνεται η αφή της Ολυμπιακής Φλόγας, κάθε τέσσερα χρόνια.

26. Μεγάλος Βωμός Διός.

Στο κέντρο περίπου της Άλτεως, ΝΑ του ναού της Ήρας βρισκόταν ο Μεγάλος Βωμός του Διός, από τον οποίο δεν έχει σωθεί κανένα ίχνος. Ο βωμός ήταν μεγάλος, κωνικού σχήματος και είχε διαμορφωθεί από την τέφρα των θυσιών και της εστίας του Πρυτανείου.

27. Πελόπιο.

Ταφικό μνημείο (κενοτάφιο), αφιερωμένο στον ήρωα Πέλοπα. Πρόκειται για μικρό γήλοφο που δημιουργήθηκε κατά τη μυκηναϊκή εποχή. Στα κατώτερα στρώματα του Πελοπίου βρέθηκαν οικοδομικά λείψανα, που χρονολογούνται ήδη από την Πρωτοελλαδική εποχή. Ο γήλοφος περιβάλλεται από πεντάγωνο περίβολο με πρόπυλο, που ανακαινίστηκε τον -6ο αι., ενώ η σημερινή μορφή του χρονολογείται πιθανότατα τον -5ο αι.

28. Φιλιππείο.

Περίπτερο κυκλικό οικοδόμημα με 18 ιωνικούς κίονες εξωτερικά και κορινθιακούς ημικίονες εσωτερικά. Αφιερώθηκε από το Φίλιππο Β΄, τον πατέρα του μεγάλου Αλεξάνδρου στον οποίο οφείλει και την ονομασία του, μετά τη μάχη της Χαιρώνειας το -338. Το έργο αποπεράτωσε ο Αλέξανδρος επειδή το -336 δολοφονήθηκε ο Φίλιππος. Ήταν ένα όμορφο, κομψό οικοδόμημα, όπου στο εσωτερικό του (στο σηκό) απέναντι από την είσοδο, σε ένα ημικυκλικό βάθρο ήταν στημένοι πέντε χρυσελεφάντινοι ανδριάντες της βασιλικής οικογένειας (Φιλίππου, Αλεξάνδρου, Ολυμπιάδας, Αμύντα και Ευρυδίκης), έργα του φημισμένου γλύπτη Λεωχάρους.

29. Πρυτανείο.

Ήταν η έδρα των πρυτάνεων, αξιωματούχων του Ιερού. Το κτήριο βρίσκεται στη ΒΔ γωνία της Άλτεως. Πρόκειται για ένα τετράγωνο οικοδόμημα, η κατασκευή του οποίου άρχισε στον -5ο αι., αλλά υπήρξαν στη συνέχεια διάφορες οικοδομικές φάσεις. Σε έναν από τους χώρους του στεγαζόταν ο βωμός της Εστίας όπου έκαιγε το άσβεστο πυρ, ενώ σε μία από τις αίθουσες γίνονταν οι πανηγυρικές συνεστιάσεις προς τιμή των Ολυμπιονικών και των επισήμων, κατά τη διάρκεια των αγώνων.

Στο Ιερό του Διός υπήρχαν και άλλα οικοδομήματα, κυρίως επαύλεις, οικίες ρωμαϊκών χρόνων κ.ά, που προς το παρόν παραμένουν κλειστά για το κοινό.

Πρώτος καταγεγραμμένος Ολυμπιονίκης της ιστορίας, στέφεται ο Ηλείος ΚΟΡΟΙΒΟΣ.

Πρώτος καταγεγραμμένος Ολυμπιονίκης της ιστορίας, στέφεται ο Ηλείος ΚΟΡΟΙΒΟΣ, νικητής στο αγώνισμα του ΣΤΑΔΙΟΥ, που ήταν και το μοναδικό των 13 πρώτων Ολυμπιάδων.
Στην 14η Ολυμπιάδα θα προστεθεί το αγώνισμα του ΔΙΑΥΛΟΥ, στην 15η ο ΔΟΛΙΧΟΣ, στην 18η το ΠΕΝΤΑΘΛΟΝ και η ΠΑΛΗ, στην 23η η ΠΥΓΜΑΧΙΑ, στην 25η η ΑΡΜΑΤΟΔΡΟΜΙΑ των ΤΕΘΡΙΠΠΩΝ στην 33η η ΙΠΠΟΔΡΟΜΙΑ του ΚΕΛΗΤΟΣ και το ΠΑΓΚΡΑΤΙΟΝ και στην 65η ο ΟΠΛΙΤΗΣ ΔΡΟΜΟΣ.

Αυτά ήταν και τα βασικά αγωνίσματα των Ολυμπιακών αγώνων, αν και κατά καιρούς διεξήχθησαν και αρκετά άλλα όπως: η ΑΠΗΝΗ, η ΚΑΛΠΗ, η ΣΥΝΩΡΙΣ, το ΑΡΜΑ ΠΩΛΙΚΟΝ, το ΔΕΚΑΠΩΛΟΝ οι αγώνες ΚΗΡΥΚΩΝ, ΣΑΛΠΙΓΚΤΩΝ ακόμη και ΚΙΘΑΡΩΔΩΝ και ΤΡΑΓΩΔΩΝ. Τα δύο τελευταία αγωνίσματα, καθώς και το ΔΕΚΑΠΩΛΟΝ έγιναν μόνο μία φορά κατά την διάρκεια της 211ης Ολυμπιάδας του 65, με μοναδικό στόχο την ματαιοδοξία του ΝΕΡΩΝΟΣ, που ήταν βέβαια νικητής και στα τρία. Άλλωστε στην Ολυμπιάδα αυτή ανακηρύχτηκε πολυνίκης με έξι νίκες σε ισάριθμα αγωνίσματα, αφού παραμερίστηκαν κλασσικά αγωνίσματα για να διεξαχθούν αυτά που μπορούσε να συμμετάσχει.

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΑΓΩΝΙΣΜΑΤΩΝ

ΣΤΑΔΙΟ: δρόμος ταχύτητας ενός σταδίου, δηλαδή 600 ποδιών ( 192,28 μ.). Έως την 13η Ολυμπιάδα ( -728 ) ήταν και το μοναδικό αγώνισμα. Πρώτος Ολυμπιονίκης του Σταδίου ήταν ο Ηλείος ΚΟΡΟΙΒΟΣ, και πολυνίκες στην ιστορία του αγωνίσματος οι ΛΕΩΝΙΔΑΣ ο Ρόδιος με 4 νίκες, ΧΙΟΝΙΣ ο Σπαρτιάτης με 3, ΚΡΙΣΩΝ από την Ιμέρα της Σικελίας με 3, και ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ο Σαλαμίνιος με 3.

* * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
ΔΙΑΥΛΟΣ: δρόμος ταχύτητας, με διπλή διαδρομή του σταδίου, απόσταση δηλαδή 1200 ποδιών.
Εισήχθη στους Ολυμπιακούς Αγώνες στη 14η Ολυμπιάδα ( -724 ).
Πρώτος Ολυμπιονίκης του Διαύλου ήταν ο ΥΠΙΝΟΣ από την Πίσα της Πελοποννήσου, και πολυνίκες οι ΛΕΩΝΙΔΑΣ ο Ρόδιος με 4 νίκες, ΧΙΟΝΙΣ ο Σπαρτιάτης με 3, και ΦΙΛΙΝΟΣ ο Κώος με 3.

* * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
ΔΟΛΙΧΟΣ: ( μακρός ). Δρόμος αντοχής 7 έως 24 σταδίων. Τις περισσότερες φορές η απόσταση ήταν καθορισμένη στα 20 στάδια, ( 3845 περίπου μ.)  Εισήχθη στην 15η Ολυμπιάδα ( -720 ).
Πρώτος Ολυμπιονίκης του Δολίχου ήταν ο ΑΚΑΝΘΟΣ ο Σπαρτιάτης, και πολυνίκες οι ΓΡΑΟΣ από την Βυθινία με 3 νίκες, ΔΡΟΜΕΥΣ από την Στυμφαλία με 2 και ΕΡΓΟΤΕΛΗΣ από την Ιμέρα με 2.

* * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
ΠΕΝΤΑΘΛΟΝ: Αποτελείτο από πέντε αγωνίσματα: το άλμα, τον δρόμο, το ακόντιο, το δίσκο και την πάλη. Τα τρία πρώτα αγωνίσματα  θεωρούντο ελαφρά και τα δύο τελευταία βαρέα.
Ο νικητής του πεντάθλου θεωρείτο και ο πιο σπουδαίος Ολυμπιονίκης. Άγνωστος παραμένει ο τρόπος ανακήρυξης του πενταθλητή. Εισήχθη στην 18η Ολυμπιάδα  ( -708 )
Πρώτος Ολυμπιονίκης του Πεντάθλου ήταν ο Σπαρτιάτης ΛΑΜΠΙΣ και πολυνίκες οι ΦΙΛΟΜΒΡΟΤΟΣ ο Σπαρτιάτης με 3 νίκες, ΘΕΟΠΟΜΠΟΣ ο Ηραίος με 2, ΑΙΛΙΟΣ ΓΡΑΝΙΑΝΟΣ ο Σικυώνιος με 2 και ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ο Σαλαμίνιος με 2.

* * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
ΑΛΜΑ: Στην Ολυμπία το άλμα αποτελούσε πάντα αγώνισμα του Πεντάθλου.
Κατά την εκτέλεση του άλματος πού ήταν άνευ φοράς, οι αθλητές χρησιμοποιούσαν λίθινα ή μολύβδινα βάρη τους αλτήρες προκειμένου να εξασφαλίσουν οι άλτες καλύτερη επίδοση. Οι αλτήρες ήταν διαφόρων τύπων, καί το βάρος τους κυμαινόταν από 1600 έως 2000 γραμμάρια περίπου.

* * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
ΔΙΣΚΟΣ: Στους Ολυμπιακούς Αγώνες ο δίσκος αποτελούσε πάντα αγώνισμα του Πεντάθλου.
 Οι δίσκοι που χρησιμοποιούσαν οι δισκοβόλοι αρχικά ήταν λίθινοι, αργότερα όμως ήταν από χαλκό, μολύβι ή σίδερο. Όπως και σήμερα ήταν στρογγυλοί και το βάρος τους ήταν 1250 γραμμάρια περίπου.

* * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
ΑΚΟΝΤΙΟ: Στην Ολυμπία το ακόντιο αποτελούσε πάντα αγώνισμα του Πεντάθλου.
Το ακόντιο είχε μήκος 1,50 – 2 μ., με μυτερή την άκρη του, χωρίς μεταλλική αιχμή. 
Μία λουρίδα από δέρμα, η λεγόμενη αγκύλη, μήκους 0,40 μ. σχημάτιζε θηλειά στο κέντρο βάρους του ακοντίου. Στη θηλειά αυτή ο αθλητής περνούσε το δείκτη και το μέσο δάκτυλο του χεριού.

* * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
ΠΑΛΗ: Από τα πιο αγαπημένα αγωνίσματα στην αρχαία Ελλάδα.
Οι αθλητές της πάλης αγωνίζονταν με το σώμα γυμνό αλειμμένο με λάδι, και υπήρχαν δύο είδη :
η ορθία πάλη ή σταδαία πάλη και η αλίνδησις ή κάτω πάλη. Στην πρώτη αρκούσε ο παλαιστής να ρίξει κάτω τον αντίπαλό του τρεις φορές ( τριακτήρ ). Στη δεύτερη μετά την πτώση εξακολουθούσε ο αγώνας μέχρι ο ένας εκ των δύο αντιπάλων να παραδεχτεί την ήττα του. Εισήχθη στην 18η Ολυμπιάδα  ( -708 ) ως αγώνισμα του Πεντάθλου αλλά και ώς ανεξάρτητο. Πρώτος Ολυμπιονίκης της Πάλης ήταν ο Σπαρτιάτης ΕΥΡΥΒΑΤΟΣ και πολυνίκες οι ΙΠΠΟΣΘΕΝΗΣ ο Σπαρτιάτης με 5 νίκες, ΜΙΛΩΝ ο Κροτωνιάτης με 5 και ΕΤΟΙΜΟΚΛΗΣ ο Σπαρτιάτης με 4. Ο ΜΙΛΩΝ ο Κροτωνιάτης, έγινε θρύλος αφού κατέκτησε 1 νίκη στην Πάλη Παίδων και 5 στην Πάλη Ανδρών στην Ολυμπία, 7 νίκες στα Πύθια, 9 στα Νέμεα και 10 στα Ίσθμια.

* * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
ΠΥΓΜΗ ( πυγμαχία ): Δημοφιλέστατο και αυτό αγώνισμα. Εισήχθη στην 23η Ολυμπιάδα  ( -688 ). Οι αντίπαλοι αγωνίζονταν έως ότου ο ένας από τους δύο πέσει αναίσθητος ή παραδεχτεί την ήττα του. Οι αθλητές φορούσαν στα χέρια τους ιμάντες, από λεπτό δέρμα βοδιού. Αργότερα, πρόσθεσαν λουρίδες από σκληρό δέρμα και στο εσωτερικό έβαζαν μαλλί. Στα ρωμαϊκά χρόνια ακολουθώντας τις βάρβαρες συνήθειες των κατακτητών, οι πυγμάχοι χρησιμοποιούσαν ένα γάντι ενισχυμένο με σίδερο και μολύβι. Πρώτος Ολυμπιονίκης της Πυγμαχίας ήταν ο ΟΝΟΜΑΣΤΟΣ από την Σμύρνη και πολυνίκες οι ΤΙΣΑΝΔΡΟΣ από τη Νάξο της Σικελίας με 4 νίκες ο ΕΥΘΥΜΟΣ ο Λοκρός με 3 και ο ΔΗΜΟΚΡΑΤΗΣ από το Μαίανδρο της Μικράς Ασίας με 3. Θρυλικοί πυγμάχοι όμως, έμειναν στην ιστορία ο ΘΕΑΓΕΝΗΣ ο Θάσιος, με 1 νίκη στην Πυγμαχία και 1 στο Παγκράτιο, ο ΔΙΑΓΟΡΑΣ ο Ρόδιος με 1 νίκη και ο ΜΕΛΑΝΚΟΜΑΣ ο Κάριος, με 1 νίκη και αυτός.
Άλλος πυγμάχος πού το όνομά του έγραψε ιστορία, είναι ο ΒΑΡΑΣΔΑΤΗΣ ο Αρμένιος, αφού είχε την τιμή να είναι ο τελευταίος καταγεγραμμένος Ολυμπιονίκης ( 287η Ολυμπιάς του 369 ).

* * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
ΠΑΓΚΡΑΤΙΟΝ: Από τα πιο θεαματικά αγωνίσματα το παγκράτιο ήταν συνδυασμός πυγμής και πάλης. Οι παγκρατιαστές έπρεπε να συνδυάζουν ταυτόχρονα τα προσόντα των παλαιστών και των πυγμάχων, καί υπήρχαν αυστηροί κανόνες διεξαγωγής του. Εισήχθη στην 33η Ολυμπιάδα  ( -648). Πρώτος Ολυμπιονίκης του Παγκράτιου ήταν ο ΛΥΓΔΑΜΙΣ ο Συρακούσιος. Πολυνίκες οι ΑΡΡΙΧΙΩΝ από την Φιγάλεια της Πελοποννήσου ΔΩΡΙΕΥΣ ο Ρόδιος, ΣΩΣΤΡΑΤΟΣ ο Σικυώνιος και ΑΣΤΥΑΝΑΞ ο Μιλήσιος, όλοι με 3 νίκες.

* * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
ΟΠΛΙΤΗΣ ΔΡΟΜΟΣ: Δρόμος ταχύτητας, όπου ο δρομέας έτρεχε φορώντας χάλκινη αμυντική πανοπλία ( κράνος, κνημίδες, ασπίδα ). Η διαδρομή του οπλίτη δρόμου ήταν 2 στάδια, αν και αναφέρονται περιπτώσεις 4 σταδίων. Εισήχθη στην 65η Ολυμπιάδα ( -520 ). Πρώτος Ολυμπιονίκης τού Οπλίτη Δρόμου ήταν ο ΔΗΜΑΡΕΤΟΣ ο Ηραίος και πολυνίκες οι ΛΕΩΝΙΔΑΣ ο Ρόδιος με 4 νίκες, ΔΗΜΑΡΕΤΟΣ ο Ηραίος μέ 2, καί ΦΡΙΚΙΑΣ από την Πελλίνα της Θεσσαλίας, με 2.

* * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
ΑΡΜΑΤΟΔΡΟΜΙΕΣ: Οι ηνίοχοι δεν ήταν οι ιδιοκτήτες των αλόγων. Η νίκη, όμως, ανήκε στους ιδιοκτήτες οι οποίοι στέφονταν νικητές,ενώ για τον ηνίοχο το βραβείο ήταν μία μάλλινη ταινία που ο ιδιοκτήτης του ίππου του έδενε στο μέτωπο. Για το λόγο αυτό στην Ολυμπία έχομε ονόματα γυναικών που αναφέρονται ως νικητές στις αρματοδρομίες.

* * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
ΤΕΘΡΙΠΠΟΝ: Δίτροχο άρμα, συρόμενο από τέσσερα ίππους. Το μήκος της διαδρομής ήταν δώδεκα γύροι του ιπποδρόμου. Εισήχθη στην 25η Ολυμπιάδα  ( -680 ). Πρώτος Ολυμπιονίκης του Τεθρίππου ήταν ο ΠΑΓΩΝΟΣ ο Θηβαίος. Πολυνίκες οι ΕΥΑΓΟΡΑΣ ο Σπαρτιάτης και ΚΑΛΛΙΑΣ ο Αθηναίος με 3 νίκες και οι δύο. Την 91η Ολυμπιάδα ( -416 ) την νίκη κατέκτησε ο διαβόητος Αθηναίος στρατηγός ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ.

* * * * * * * * * * * * * * * * * * * *

ΑΠΗΝΗ: Άρμα συρόμενο από δύο ημίονους.
Εισήχθη στην 70η Ολυμπιάδα  ( -500 ) και διεξήχθη μόνο σε 4 Ολυμπιάδες.
 Πρώτος Ολυμπιονίκης της Απήνης ήταν ο ΘΕΡΣΙΟΣ ο Θεσσαλός.

* * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
ΣΥΝΩΡΙΣ: Άρμα συρόμενο από δύο ίππους.
Εισήχθη στην 93η Ολυμπιάδα  ( -408 )
Πρώτος Ολυμπιονίκης της Συνωρίδος ήταν ο ΕΥΑΓΟΡΑΣ ο Ηλείος.

* * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
ΤΕΘΡΙΠΠΟΝ ΠΩΛΙΚΟΝ: Άρμα, συρόμενο από τέσσερις πώλους. Το μήκος της διαδρομής ήταν οκτώ γύροι του ιπποδρόμου.
Εισήχθη στην 121η Ολυμπιάδα  ( -296 )
Πρώτος Ολυμπιονίκης του Τεθρίππου Πωλικού ήταν ο ΤΛΑΣΙΜΑΧΟΣ ο Αμβρακιώτης.
* * * * * * * * * * * * * * * * * * * *

ΣΥΝΩΡΙΣ ΠΩΛΙΚΗ: Άρμα, συρόμενο από δύο πώλους.
Εισήχθη στην 129η Ολυμπιάδα  ( -264 )
Πρώτος Ολυμπιονίκης τής Συνωρίδος Πωλικής ήταν ο ΒΕΛΙΣΤΙΧΗΣ ο Μακεδών.

* * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
ΑΡΜΑ ΤΕΛΕΙΟΝ: Διεξήχθη μόνο μία φορά κατά την 211η Ολυμπιάδα ( 65 ) για να στεφανωθεί νικητής ο Ρωμαίος αυτοκράτωρ ΝΕΡΩΝ.

* * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
ΔΕΚΑΠΩΛΟΝ: Διεξήχθη μόνο μία φορά κατά την 211η Ολυμπιάδα ( 65 ) για να στεφανωθεί νικητής ο Ρωμαίος αυτοκράτωρ ΝΕΡΩΝ.

* * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
ΙΠΠΟΔΡΟΜΙΑ ΚΕΛΗΤΩΝ:  Αγώνισμα με αναβάτη σε άλογο που έκανε έξι φορές το γύρο του ιπποδρόμου. Ο αναβάτης ίππευε γυμνός, δίχως εφίππιο και αναβολείς κρατώντας το μαστίγιο και τα ηνία, και όπως στις αρματοδρομίες νικητής ήταν ο ιδιοκτήτης του ίππου, καί όχι ο αναβάτης.
Εισήχθη στην 33η Ολυμπιάδα  ( -648 )
Πρώτος Ολυμπιονίκης τής Ιπποδρομίας Κελήτων ήταν η ΚΡΑΞΙΛΑ από την Θεσσαλία..

* * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
ΚΑΛΠΗ:  Αγώνισμα με αναβάτη σε φοράδα.
Διεξήχθη μόνο μία φορά κατά την 71η Ολυμπιάδα ( -469 ) και νικητής ήταν ο ΠΑΤΑΙΚΟΣ από την Δύμη της Πελοποννήσου.

* * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
ΙΠΠΟΔΡΟΜΙΑ ΠΩΛΩΝ: Αγώνισμα με αναβάτη σε πώλο.
Εισήχθη στην 131η Ολυμπιάδα  ( -256 )
Πρώτος Ολυμπιονίκης τής Ιπποδρομίας Πώλων ήταν ο ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΣ από την Θεσσαλία.

* * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
ΑΓΩΝΑΣ ΚΗΡΥΚΩΝ: Εισήχθη στην 96η Ολυμπιάδα  ( -396 )
Πρώτος Ολυμπιονίκης του Αγώνα Κηρύκων ήταν ο ΚΡΑΤΗΣ ο Ηλείος και πολυνίκης ο ΒΑΛΕΡΙΟΣ ΕΚΛΕΚΤΟΣ από την Σινώπη της Μ. Ασίας, με 4 νίκες.

* * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
ΑΓΩΝΑΣ ΣΑΛΠΙΓΚΤΩΝ: Εισήχθη στην 96η Ολυμπιάδα  ( -396 )
Πρώτος Ολυμπιονίκης του Αγώνα Σαλπιγκτών ήταν ο ΤΙΜΑΙΟΣ ο Ηλείος και πολυνίκης ο ΗΡΟΔΩΡΟΣ ο Μεγαρεύς με 10 νίκες σε 10 συνεχόμενες Ολυμπιάδες από την 113η έως την 122η.
Σπουδαίος άθλος που δεν μειώνεται καθόλου από το γεγονός ότι το αγώνισμα πού μετείχε του έδινε την δυνατότητα να έχει δυνάμεις για τόσα πολλά χρόνια.

* * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
ΑΓΩΝΑΣ ΚΙΘΑΡΩΔΩΝ: Διεξήχθη μόνο μία φορά κατά την 211η Ολυμπιάδα ( 65 ) για να στεφανωθεί νικητής ο Ρωμαίος αυτοκράτωρ ΝΕΡΩΝ.

* * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
ΑΓΩΝΑΣ ΤΡΑΓΩΔΩΝ: Διεξήχθη μόνο μία φορά κατά την 211η Ολυμπιάδα ( 65 ) για να στεφανωθεί νικητής ο Ρωμαίος αυτοκράτωρ ΝΕΡΩΝ.

* * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
ΣΤΑΔΙΟ ΠΑΙΔΩΝ: Εισήχθη στους Ολυμπιακούς Αγώνες στη 37η Ολυμπιάδα ( -632 ).
Πρώτος Ολυμπιονίκης του Σταδίου Παίδων ήταν ο ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ ο Ηλείος.

* * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
ΠΑΛΗ ΠΑΙΔΩΝ: Εισήχθη στους Ολυμπιακούς Αγώνες στη 37η Ολυμπιάδα ( -632 ).
Πρώτος Ολυμπιονίκης της Πάλης Παίδων ήταν ο ΙΠΠΟΣΘΕΝΗΣ ο Σπαρτιάτης, ο οποίος κατέκτησε και 5 νίκες στην Πάλη Ανδρών.

* * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
ΠΕΝΤΑΘΛΟ ΠΑΙΔΩΝ: Διεξήχθη μόνο μία φορά κατά την 38η Ολυμπιάδα ( -628 ), και νικητής ήταν ο ΕΥΤΕΛΙΔΑΣ ο Σπαρτιάτης.

* * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
ΠΥΓΜΑΧΙΑ ΠΑΙΔΩΝ: Εισήχθη στους Ολυμπιακούς Αγώνες στη 41η Ολυμπιάδα ( -616 ).
Πρώτος Ολυμπιονίκης της Πυγμαχίας Παίδων ήταν ο ΦΙΛΥΤΑΣ ο Συβαρίτης.

* * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
ΠΑΓΚΡΑΤΙΟ ΠΑΙΔΩΝ: Εισήχθη στους Ολυμπιακούς Αγώνες στη 145η Ολυμπιάδα ( -200 ).
Πρώτος Ολυμπιονίκης του Παγκρατίου Παίδων ήταν ο ΦΑΙΔΙΜΟΣ από την Τρωάδα της Μ. Ασίας

Ιανουαρίου 26, 2009 Αναρτήθηκε από τον/την | "Greek National Pride" blog | Γράψτε ένα σχόλιο

- ΠΛΑΤΩΝΑΣ: (Ή Επιτάφιος – Ηθικός) ΣΩΚΡΑΤΗΣ & ΜΕΝΕΞΕΝΟΣ -

ΠΛΑΤΩΝΑΣ

ΣΩΚΡΑΤΗΣ & ΜΕΝΕΞΕΝΟΣ

(Ή Επιτάφιος – Ηθικός)

ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Ο Μενέξενος! Από πού έρχεσαι; Από την αγορά;
 
ΜΕΝΕΞΕΝΟΣ
Από την αγορά, Σωκράτη, και βασικά από το βουλευτήριο.
 
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Τι σχέση έχεις εσύ, προ πάντων εσύ, με το βουλευτήριο; Ή προφανώς νομίζεις ότι έφθασες στο τέλος της εκπαίδευσης και της φιλοσοφικής μελέτης και θεωρώντας τον εαυτό σου αρκετά έτοιμο, σκέπτεσαι πια να στραφείς προς τα σοβαρότερα πράγματα; Θαυμαστέ άνθρωπε, επιχειρείς με την τόση σου νεότητα να κυβερνήσεις εμάς τους μεγαλύτερους, για να μην παύσει το σπίτι σας να αναδεικνύει πάντα ένας άρχοντά μας;
 
ΜΕΝΕΞΕΝΟΣ
Βέβαια, Σωκράτη, αν μου επιτρέπεις και αν με συμβουλεύεις να λάβω κάποια αρχή, θα το επιδιώξω πρόθυμα. Αλλιώς δεν θα το κάνω. Η τωρινή μου όμως επίσκεψη στο βουλευτήριο έγινε, γιατί πληροφορήθηκα, ότι η βουλή πρόκειται να εκλέξει τον ρήτορα που θα εκφωνήσει τον επιτάφιο λόγο. Ξέρεις βέβαια, ότι πρόκειται να κάνουν ταφές.
 
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Ασφαλώς το ξέρω. Αλλά ποιον εξέλεξαν;
 
ΜΕΝΕΞΕΝΟΣ
Κανέναν. Το ανέβαλαν γι’ αύριο. Νομίζω όμως, ότι θα εκλεγεί ο Αρχίνος ή ο Δίων.
 
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Λοιπόν, Μενέξενε, φαίνεται, ότι από πολλές απόψεις είναι ωραίο πράγμα να πεθαίνει κανείς στον πόλεμο. Ενταφιάζεται με τιμή και μεγαλοπρέπεια, έστω και αν πεθάνει φτωχός, και εγκωμιάζεται ανεξάρτητα πάλι από το αν μπορεί να είναι φτωχός. Και τιποτένιος αν είναι, επαινείται από σοφούς άνδρες, οι οποίοι δεν κάνουν πρόχειρο εγκώμιο, αλλά έχουν από πολύ χρόνο προετοιμάσει τους λόγους τους και τόσο θαυμάσια επαινούν, ώστε μαγεύουν τις ψυχές μας, όταν περιγράφουν με ένα υπέροχο λεκτικό στολισμό όσες αρετές έχει και όσες δεν έχει ο καθένας. Και την πόλη εγκωμιάζουν με όλους τους τρόπους και τους πεσόντες στον πόλεμο και όλους τους προγόνους μας τους πριν, ακόμη και εμάς, όσους βρισκόμαστε στη ζωή, μας επαινούν. Σε εμένα προσωπικά, Μενέξενε, οι έπαινοι των ανθρώπων αυτών προκαλούν διάθεση μεγάλης γενναιοψυχίας και κάθε φορά μένω ακίνητος στο άκουσμα και τη μαγεία των λόγων με την εντύπωση, ότι αμέσως εκείνη τη στιγμή έχω γίνει ψηλότερος, ευγενέστερος και ωραιότερος. Και έρχονται πάντοτε μαζί μου ξένοι, πράγμα συνηθισμένο για μένα, και ακούν και αυτοί, απέναντι των οποίων εγώ αμέσως παίρνω αγερωχότερο ύφος.
 
Γιατί κι εκείνοι ανάλογα επηρεάζονται στην εκτίμησή τους προς εμένα και προς την πόλη. Την βρίσκουν δηλαδή θαυμαστότερη από ό,τι την νόμιζαν πριν, γιατί πείθονται από τον ρήτορα για το μεγαλείο της. Και αυτή η έπαρσή μου διαρκεί περισσότερο από 3 ημέρες. Τόσο έντονα εισδύει στην ακοή μου ο λόγος και η απαγγελία από το στόμα του ομιλητού, ώστε μόλις την τέταρτη ή την πέμπτη ημέρα αναγνωρίζω τον εαυτό μου και αντιλαμβάνομαι σε ποιο μέρος της γης βρίσκομαι, ενώ μέχρι τότε έχω σχεδόν την αίσθηση ότι κατοικώ στα νησιά των μακάρων. Τόσο δεινούς ρήτορες έχουμε εμείς.
 
ΜΕΝΕΞΕΝΟΣ
Εσύ Σωκράτη, πάντα ειρωνεύεσαι τους ρήτορες. Εν τούτοις, όποιος εκλεγεί τώρα θα βρεθεί, νομίζω, σε δύσκολη θέση. Γιατί η απόφαση έχει ληφθεί ξαφνικά, ώστε θα αναγκασθεί ο ρήτορας να μιλήσει κάπως αυτοσχέδια.
 
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Από πού το συμπεραίνεις αυτό, αγαπητέ μου; Έχει ο καθένας τους έτοιμους λόγους, και εξάλλου δεν είναι δύσκολο να αυτοσχεδιάζει κανείς τέτοια θέματα μάλιστα. Βέβαια, αν έπρεπε ο ρήτορας να επαινέσει Αθηναίους σε ακροατήριο Πελοποννησίων ή Πελοποννήσιους σε Αθηναίων, θα χρειαζόταν να είναι ικανός ρήτορας, για να πείσει και για να πετύχει. Όταν όμως μιλάει κανείς έχοντας ακροατές αυτούς ακριβώς τους οποίους και εγκωμιάζει, δεν είναι καθόλου δύσκολο να κάνει εντύπωση καλού ρήτορα.
 
ΜΕΝΕΞΕΝΟΣ
Δεν το νομίζεις αυτό δύσκολο, Σωκράτη;
 
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Όχι μα το Δία.
 
ΜΕΝΕΞΕΝΟΣ
Ώστε για τον εαυτό σου φαντάζεσαι ότι θα μπορούσες να μιλήσεις, αν χρειαζόταν και αν σε εξέλεγε η βουλή;
 
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Ασφαλώς, Μενέξενε. Προκειμένου μάλιστα για μένα, δεν είναι καθόλου περίεργο ότι μπορώ να εκφωνήσω λόγο, αφού συμβαίνει να έχω για δάσκαλό μου μια γυναίκα όχι απλά διακεκριμένη στην ρητορική, αλλά ακριβώς εκείνη, η οποία ανέδειξε και άλλους πολλούς και καλούς ρήτορες και μάλιστα έναν, ο οποίος είναι ο εξοχώτερος στην Ελλάδα, τον Περικλή του Ξανθίππου.
 
ΜΕΝΕΞΕΝΟΣ
Ποια είναι αυτή; Ή προφανώς εννοείς την Ασπασία;
 
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Γι’ αυτήν πράγματι μιλάω, και για τον Κόννον του Μητροβίου βέβαια. Γιατί αυτοί είναι οι δυο δάσκαλοί μου, ο ένας της μουσικής, η άλλη της ρητορικής. Λοιπόν δεν είναι καθόλου παράξενο ένας άνδρας που μορφώνεται έτσι, να είναι πολύ καλός στο να μιλάει. Αλλά και όποιος εκπαιδεύτηκε με κατώτερη μόρφωση από μένα, αν διδάχθηκε μουσική από τον Λάμπρον και ρητορική από τον Αντιφώντα τον Ραμνούσιο, και αυτός θα μπορούσε να έχει πετύχει σαν ρήτορας, εφ’ όσον επαινεί Αθηναίους μεταξύ Αθηναίων.
 
ΜΕΝΕΞΕΝΟΣ
Και τι θα είχες να πεις εσύ, αν χρειαζόταν να μιλήσεις;
 
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Μόνος μου από τον εαυτό μου ίσως τίποτα, αλλά μόλις χθες άκουγα την Ασπασία, ενώ τελείωνε έναν επιτάφιο λόγο, ακριβώς με τέτοιο περιεχόμενο. Γιατί άκουσε αυτά που λες εσύ, ότι δηλαδή επρόκειτο να εκλέξουν οι Αθηναίοι τον ομιλητή. Έπειτα άρχισε να μου αναπτύσσει το θέμα, και άλλα μεν τα έλεγε αυτοσχέδια, τι δηλαδή θα έπρεπε να πει ο ρήτορας, άλλα όμως τα είχε επινοήσει άλλη φορά, νομίζω, όταν συνέθετε τον επιτάφιο που εκφώνησε ο Περικλής και προσπαθούσε να συγκολλήσει μερικά κομμάτια από εκείνο τον λόγο.
 
ΜΕΝΕΞΕΝΟΣ
Ώστε θα μπορούσες τώρα να θυμηθείς αυτά που έλεγε η Ασπασία;
 
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Ναι. Αλλιώς είναι ανάξιος μαθητής. Αυτή βέβαια προσπαθούσε να μου μάθει απ’ έξω τον λόγο και παρά λίγο να τις φάω γιατί ξεχνούσα τη συνέχεια.
 
ΜΕΝΕΞΕΝΟΣ
Λοιπόν να μου τον πεις εξάπαντος.
 
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Φοβάμαι μήπως θυμώσει η δασκάλα μου, αν πω σε άλλον τον λόγο της.
 
ΜΕΝΕΞΕΝΟΣ
Να μη φοβάσαι καθόλου, Σωκράτη, αλλά να τον πεις σε μένα και θα με ευχαριστήσεις πολύ, είτε της Ασπασίας λόγο θέλεις να πεις είτε οποιουδήποτε. Φθάνει μόνο να μου τον πεις.
 
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Αλλά ίσως θα με περιγελάσεις, αν φανώ, ότι γέρος άνθρωπος καταγίνομαι ακόμα με αστειότητες.
 
ΜΕΝΕΞΕΝΟΣ
Καθόλου, Σωκράτη. Πες μου τέλος πάντων είτε σοβαρά είτε αστεία.
 
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Όμως πρέπει βέβαια να εκτελώ τις επιθυμίες σου, ώστε αν μου ζητούσες να βγάλω το ιμάτιό μου και να χορέψω, θα το έκανα παρά λίγο και αυτό, εφόσον είμαστε μόνοι οι δυο μας. Λοιπόν άκου. Αυτή άρχισε, νομίζω, τον λόγο της αμέσως από τους νεκρούς και μιλούσε έτσι:
 
Οι προκείμενοι νεκροί με έργα τιμήθηκαν, όπως τους άξιζε, και μετά τις τιμές αυτές πηγαίνουν τον μοιραίο δρόμο, αφού κηδεύτηκαν με την πάνδημο συμμετοχή της πόλης και με το συγγενικό πένθος των δικών τους. Αλλά ο νόμος προστάζει, και υποχρεώσή μας εξάλλου είναι, να αποδώσουμε στους άνδρες δια λόγου όση ακόμη τιμή οφείλεται σε αυτούς. Γιατί με την εκφώνηση ενός ωραίου λόγου οι επιτελέσαντες ένδοξα έργα παραμένουν στην μνήμη και εξαίρονται στην ψυχή των ακροατών. Κατ’ ανάγκη λοιπόν ο λόγος θα έχει τέτοιο περιεχόμενο περίπου: Θα εγκωμιάσει ικανοποιητικά τους νεκρούς και θα παραινέσει με ευμένεια τους ζώντες, συνιστώντας στα παιδιά και τους αδελφούς αυτών των ανδρών να γίνουν μιμητές της αρετής τους και παρηγορώντας τους πατέρες τους, τις μητέρες τους και όσους ζουν ακόμα από τους μακρινότερους συγγενείς τους. Με ποιον λόγο λοιπόν θα ανταποκριθώ σε αυτόν τον σκοπό; Με άλλες λέξεις, από πού είναι σωστό να αρχίσω τον έπαινο των γενναίων ανδρών, οι οποίοι και όσο ζούσαν ευχαριστούσαν τους δικούς τους με την αρετή τους και με τον θάνατό τους αντάλλαξαν την σωτηρία των ζωντανών;
 
Νομίζω ότι πρέπει να τους εγκωμιάσω σύμφωνα με τη φυσική ανάπτυξη της αρετής τους. Υπήρξαν γενναίοι, γιατί γεννήθηκαν από γενναίους. Ας εγκωμιάσω πρώτα λοιπόν την καταγωγή τους, δεύτερον την τροφή και εκπαίδευσή τους και έπειτα ας επιδείξω πόσο ωραία και αντάξια προς αυτά ανδραγαθήματα πραγματοποίησαν.
 
Η ευγενική καταγωγή των ανδρών αυτών έχει τη ρίζα της στη γέννηση των προγόνων τους, οι οποίοι δεν ήταν μετανάστες. Η γέννηση αυτή απέδειξε και για τους απογόνους τους αυτούς, ότι δεν έμεναν στη χώρα σαν μέτοικοι – πράγμα, το οποίο θα συνέβαινε, αν οι πρόγονοί τους είχαν έλθει από αλλού – αλλά σαν αυτόχθονες, ότι κατοικούσαν και ζούσαν σε πατρίδα πραγματική και τρέφονταν όχι από μητριά, όπως άλλοι, αλλά από μητέρα, από τη χώρα στην οποία κατοικούσαν, και ότι τώρα νεκροί αναπαύονται σε δικούς τους τόπους της μητέρας γης που τους γέννησε και τους έθρεψε και τους έδωσε τη ζωή. Είναι λοιπόν δικαιότατο να τιμήσουμε πρώτα τη μητέρα αυτή. Γιατί έτσι συμβαίνει να εξαίρεται συγχρόνως και η ευγενική καταγωγή των ανδρών αυτών.
 
Και αξίζει να επαινείται αυτή η χώρα όχι μόνο από εμάς, αλλά και από όλο τον κόσμο και για τα άλλα της πολλά καλά, αλλά, πρώτα και σπουδαιότερα, γιατί τυχαίνει να είναι αγαπητή στους θεούς. Βεβαιώνει αυτόν τον λόγο μου ο καυγάς και η απόφαση των θεών, οι οποίοι φιλονίκησαν γι’ αυτήν. Και μια πόλη, την οποία οι θεοί επαίνεσαν, πως δεν είναι δίκαιο να επαινείται από όλη την ανθρωπότητα;
 
 Δεύτερος έπαινος αυτής μπορεί να είναι το γεγονός, ότι στο απώτατο παρελθόν, όταν ολόκληρη η γη ανέδιδε και παρήγε παντός είδους ζώα και θηρία και βοσκήματα, η δική μας χώρα στην εποχή αυτή απεδείχθη ότι δεν γέννησε και δεν καταπατήθηκε από άγρια θηρία, αλλά εξέλεξε από τα ζώα και γέννησε τον άνθρωπο, το πλάσμα δηλαδή, που υπερέχει από τα άλλα στη σύνεση και μόνο αυτό πιστεύει στη δικαιοσύνη και στους θεούς. Μεγάλη δε απόδειξη αυτού του λόγου, ότι δηλαδή η γη αυτή γέννησε τους προγόνους και αυτών και τους δικούς μας, είναι το εξής: κάθε ζώο, όταν γεννήσει, έχει και την κατάλληλη τροφή για το γέννημά του. Και από αυτό φανερώνεται αν μια γυναίκα πράγματι γέννησε, ή αν πήρε ξένο παιδί, αν δηλαδή δεν έχει πηγή τροφής για το βρέφος της. Αυτό ακριβώς παρουσιάζει και η δική μας γη και μητέρα μας ως πειστική απόδειξη, ότι γέννησε ανθρώπους.
 
Γιατί μόνη και πρώτη αυτή εκείνα τα χρόνια, παρήγαγε, σαν τροφή κατάλληλη για τον άνθρωπο, τον καρπό του σιταριού και του κριθαριού, με τον οποίο ωραιότατα και υγιεινότατα τρέφεται το ανθρώπινο γένος, βεβαιώνοντας έτσι ότι πράγματι αυτή γέννησε αυτό το ζώο. Και περισσότερο ισχύουν οι αποδείξεις αυτές για τη γη παρά για μια γυναίκα. Γιατί στην κυοφορία και τη γέννηση δεν έχει μιμηθεί η γη τη γυναίκα, αλλά η γυναίκα τη γη. Αυτό δεν τον καρπό δεν τον κράτησε ζηλότυπα, αλλά τον μοίρασε και στους άλλους. Κατόπιν δε βλάστησε για τα παιδιά της το δέντρο που δίνει το λάδι, το καταπραϋντικό των πόνων. Αφού δε έθρεψε και μεγάλωσε τα παιδιά της μέχρι την ήβη, προσκάλεσε σαν άρχοντες και δασκάλους αυτούς τους ίδιους τους θεούς. Αυτών τα ονόματα είναι περιττό να τα αναφέρω στην προκείμενη περίσταση. Τα ξέρουμε τα ονόματα των θεών, οι οποίοι οργάνωσαν τη ζωή μας, αφού σε μας πρώτους μετάδωσαν τις τέχνες για τις καθημερινές μας ανάγκες και μας δίδαξαν την κτήση και την χρήση των όπλων για την άμυνα της χώρας.
 
Αφού λοιπόν γεννήθηκαν και εκπαιδεύθηκαν με τον τρόπο αυτό οι πρόγονοι των νεκρών αυτών, κατοικούσαν στη χώρα ζώντας σύμφωνα με το πολίτευμα το οποίο θέσπισαν και για το οποίο είναι σωστό με λίγες λέξεις να μιλήσω. Γιατί το πολίτευμα παιδαγωγεί τους ανθρώπους: το καλό τους καλούς, το δε αντίθετο τους κακούς. Ώστε είναι ανάγκη να κάνω φανερό, ότι οι προγενέστεροί μας έζησαν με καλό πολίτευμα και αποτέλεσμα αυτού ακριβώς είναι η αρετή και εκείνων και των συγχρόνων, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται και οι προκείμενοι νεκροί . Πράγματι το πολίτευμα ήταν το ίδιο και τότε όπως και τώρα, δηλαδή αριστοκρατία. Με αυτή τη μορφή του πολιτεύματος και τώρα πολιτευόμαστε και σχεδόν πάντοτε μετά από εκείνη την εποχή. Το ονομάζουν άλλος δημοκρατία, άλλος με άλλο όνομα, όπως του αρέσει καλύτερα. Αλλά ουσιαστικά είναι αριστοκρατία που περιορίζεται από τις ορθές γνωματεύσεις του λαού. Άρχοντες βέβαια έχουμε πάντοτε. Αυτοί παίρνουν την εξουσία, άλλοτε κληρονομικά άλλοτε κατ’ εκλογή. Επειδή όμως ο λαός κρατάει ως επί το πλείστον την πολιτική εξουσία, αυτός δίνει τα αξιώματα και τις κυβερνητικές θέσεις σε αυτούς που κάθε φορά κρίθηκαν άριστοι.
 
Ούτε η σωματική ασθένεια, ούτε η φτώχεια, ούτε η αφάνεια των πατέρων γίνεται αιτία να αποκλεισθεί κανείς από τα κοινά. Ούτε με τα αντίθετα πλεονεκτήματα ανοίγεται σε κανέναν ο δρόμος προς τις τιμές, όπως συμβαίνει σε άλλες πόλεις. Εδώ ένας είναι ο όρος: κυβερνά και καταλαμβάνει αξιώματα εκείνος που κρίθηκε σοφός ή αγαθός. Το δε πολίτευμα αυτό το δημιούργησε σε μας η ισότιμη γέννηση. Γιατί οι μεν άλλες πόλεις κατοικήθηκαν από κάθε είδους και διαφόρων τάξεων ανθρώπους, ώστε τα πολιτεύματά τους είναι ανώμαλα, ή τυραννικά ή ολιγαρχικά. Έτσι στην μεταξύ τους συμβίωση μερικοί θεωρούν τους άλλους σαν κυρίαρχους και αυτοί εκείνους σαν δούλους. Ενώ εμείς και οι δικοί μας, γεννημένοι αδέλφια όλοι από μια μητέρα, κρίνουμε ανάξιο να είμαστε κυρίαρχοι και δούλοι ο ένας του άλλου. Απεναντίας, η φυσική μας ισογονία μας οδηγεί να ζητάμε και πολιτική κατά νόμο ισότητα και να μην παραδεχόμαστε στην κοινωνία μας άρχοντες με άλλα προσόντα εκτός από την κατοχή της αρετής και της φρόνησης.
 
Αφού λοιπόν εκπαιδεύθηκαν με κάθε ελευθερία οι πατέρες αυτών και ημών, και αυτοί οι ίδιοι μετά, συντελούσης και της έμφυτης ευγένειας, παρουσίασαν σε όλο τον κόσμο πολλά και λαμπρά έργα και σαν άνθρωποι και σαν κράτος, πιστεύοντας ότι οφείλουν υπέρ της ελευθερίας και υπέρ των Ελλήνων να μάχονται και κατά των βαρβάρων και κατά των Ελλήνων αν χρειάζεται. Δεν έχω βέβαια τον χρόνο, για να διηγηθώ επάξια πως απέκρουσαν τον Εύμολπο και τις Αμαζόνες και παλαιότερους ακόμα εχθρούς, οι οποίοι εκστράτευσαν κατά της χώρας μας, και πως βοήθησαν τους Αργείους κατά των Καδμείων και τους Ηρακλείδες κατά των Αργείων. Άλλωστε και ποιητές έχουν ήδη υμνήσει σε όλους μας την αρετή αυτών των ανδρών με τους ποιητικούς τους ύμνους. Ώστε, αν εγώ επιχειρήσω να υμνήσω τα ίδια έργα με τη γυμνότητα του πεζού λόγου, ίσως φανώ κατώτερος. Γι’ αυτό προτιμώ να τα παραλείψω αυτά, εφόσον μάλιστα έχουν ήδη πάρει το βραβείο για την αξία τους. Υπάρχουν όμως και άλλα αξιόλογα έργα, για τα οποία ακόμη ποιητής δεν κέρδισε δόξα επαινώντας τα όπως τους έπρεπε, έργα, τα οποία περιμένουν τον υμνητή τους.
 
Νομίζω ότι αυτά πρέπει να επαινέσω σε αυτόν τον λόγο μου και να προκαλέσω άλλους να τα υμνήσουν και σε λυρική και σε άλλη ποίηση, όπως αξίζει σε κείνους που τα εκτέλεσαν. Από αυτά τα έργα αναφέρω σαν σπουδαιότερα τα εξής: Τους Πέρσες, οι οποίοι κυριαρχούσαν στην Ασία και ζητούσαν να υποδουλώσουν την Ευρώπη, τους απέκρουσαν τα παιδιά αυτής της γης και δικοί μας πατέρες. Δίκαιο λοιπόν και υποχρέωσή μας είναι αυτούς πρώτα να θυμηθούμε και να επαινέσουμε την αρετή τους. Πρέπει μάλιστα, αν πρόκειται κανείς επάξια να τους επαινέσει, να εκτιμήσει την ανδρεία τους, μεταφερόμενος δια του λόγου του σε εκείνα τα χρόνια, όταν όλη η Ασία ήταν δούλη κιόλας στον τρίτο Πέρση βασιλέα. Από αυτούς τους τρεις βασιλείς ο μεν Κύρος, αφού ελευθέρωσε με την προσωπική του γενναιότητα τους συμπολίτες του Πέρσες, και καθυπόταξε τους κυρίαρχους Μήδους, επεκράτησε σε όλη την άλλη Ασία μέχρι τα όρια της Αιγύπτου, ο δε γιός του Καμβύσης κατέκτησε την Αίγυπτο και όσο μέρος της Λιβύης μπορούσε, και τρίτος ο Δαρείος και κατά ξηρά εξέτεινε τα όρια του κράτους μέχρι την Σκυθία και με το ναυτικό του κυριαρχούσε στην θάλασσα και τα νησιά με τρόπο, ώστε ούτε να περνά από το νου κανενός καμιά ιδέα αντίστασης.
 
Εξ άλλου όλων των ανθρώπων το φρόνημα ήταν υποδουλωμένο. Τόσα πολλά και μεγάλα και μάχιμα έθνη είχε υποτάξει η περσική δύναμη.
 
Ο Δαρείος λοιπόν επιρρίπτοντας σε μας και στους Ερετριείς την αιτία του πολέμου, με την πρόφαση ότι επιβουλευτήκαμε τις Σάρδεις, έστειλε πεντακόσιες χιλιάδες στρατού με μεταγωγικά και πολεμικά σκάφη και στόλο από 300 πλοία υπό τη στρατηγία του Δάτη, τον οποίο και διέταξε να επιστρέψει φέρνοντας τους Ερετριείς και τους Αθηναίους, αν ήθελε να διατηρήσει το κεφάλι του. Κι έπλευσε εκείνος στην Ερέτρια εναντίον ανδρών, οι οποίοι ήσαν μεταξύ των τότε Ελλήνων από τους πιο φημισμένους πολεμιστές και αρκετοί στον αριθμό. Και όμως μέσα σε τρεις μέρες τους υπέταξε και διερεύνησε τη χώρα τους ολόκληρη, ώστε κανείς να μη διαφύγει, μεταχειριζόμενος το εξής μέσο: Οι στρατιώτες του ήλθαν στα σύνορα της ερετρικής γης, παρατάχθηκαν αραιά από τη μια θάλασσα έως την άλλη, και κατόπιν, αφού ένωσαν τα χέρια τους, πέρασαν όλη τη χώρα, για να μπορούν να πουν στο βασιλιά τους, ότι κανείς δεν τους είχε ξεφύγει. Και με το ίδιο σχέδιο κατέπλευσαν από την Ερέτρια στον Μαραθώνα, υποθέτοντας, ότι δεν θα είχαν καμιά δυσκολία να νικήσουν και τους Αθηναίους και αφού τους δέσουν με τον ίδιο τρόπο, όπως και τους Ερετριείς να τους πάρουν μαζί τους.
 
Όσο γίνονταν αυτά και προετοιμάζοντο τα επόμενα, κανείς Έλληνας δεν έσπευσε να βοηθήσει ούτε τους Ερετριείς ούτε τους Αθηναίους, εκτός από τους Λακεδαιμόνιους. Αλλά αυτοί ήλθαν την επομένη της μάχης, ενώ όλοι οι άλλοι τρομαγμένοι απέφευγαν να πάρουν μέρος στον πόλεμο, ευχαριστημένοι, γιατί αυτοί προς το παρόν ήταν εκτός κινδύνου. Εάν λοιπόν κανείς γυρίσει με τη φαντασία του σε εκείνη την εποχή, θα καταλάβει ποια ήταν η αρετή εκείνων, που αντιμετώπισαν στον Μαραθώνα τον βαρβαρικό στρατό και ταπείνωσαν την έπαρση ολόκληρης της Ασίας και πρώτοι έστησαν τρόπαια νικώντας βαρβάρους. Αυτοί έδειξαν και δίδαξαν στους άλλους, ότι δεν ήταν ακαταμάχητη η δύναμη των Περσών, αλλά όσο μεγάλος και πλούσιος μπορεί να είναι ένας στρατός πάντα υποχωρεί μπροστά στους γενναίους. Όσον αφορά εμένα, διακηρύσσω, ότι εκείνοι οι άνδρες δεν είναι μόνον πατέρες των σωμάτων μας, αλλά και πατέρες της ελευθερίας και της δικής μας και όλων όσων κατοικούν στην ήπειρο αυτή. Γιατί εκείνο το κατόρθωμα γνωρίζοντας οι Έλληνες τόλμησαν να αγωνισθούν τις μετέπειτα μάχες υπέρ της σωτηρίας τους, αφού πήραν μάθημα από τους Μαραθωνομάχους.
 
Ώστε σε αυτόν τον λόγο μου οφείλω να δώσω τον καλύτερο έπαινο σε εκείνους. Και αμέσως μετά σε όσους ναυμάχησαν και νίκησαν γύρω από τη Σαλαμίνα και απέναντι στο Αρτεμήσιο. Πράγματι και για τους άνδρες αυτούς πολλά θα είχε να διηγηθεί κανείς, δηλαδή τι είδους επιθέσεις υπέμειναν και στην ξηρά και στη θάλασσα και πως τις απέκρουσαν. Θα αναφέρω όμως και γι’ αυτούς, ό,τι νομίζω καλύτερο, ότι δηλαδή αυτοί συμπλήρωσαν το έργο αυτών που πολέμησαν στον Μαραθώνα. Γιατί όσοι βρίσκονταν στον Μαραθώνα απέδειξαν στους Έλληνες τόσο μόνο, ότι στην ξηρά είναι δυνατόν λίγοι να αποκρούσουν πολλούς βαρβάρους. Δεν μπορούσε όμως να ξέρει κανείς αν θα γινόταν το ίδιο και σε ναυτικό αγώνα, και μάλιστα οι Πέρσες είχαν φήμη, ότι κατά θάλασσα ήταν ακαταμάχητοι, γιατί και πολλοί και πλούσιοι και έμπειροι και ρωμαλέοι ήταν. Αυτό ακριβώς το κατόρθωμα των ανδρών, που τότε ναυμάχησαν, αξίζει να το εγκωμιάσω, γιατί διέλυσαν τον φόβο που κατείχε τους Έλληνες και τους έκανε να τρομάζουν το πλήθος των πλοίων και των ανδρών.
 
Γεγονός πάντως είναι ότι τόσο εκείνοι που πολέμησαν στον Μαραθώνα όσο και αυτοί που ναυμάχησαν στη Σαλαμίνα δίδαξαν τους Έλληνες. Αυτοί τους έμαθαν και τους συνήθισαν να μη φοβούνται τους βαρβάρους, οι μεν πρώτοι στην ξηρά οι δε άλλοι στη θάλασσα.
 
Ως τρίτο και κατά χρονολογική σειρά και κατά αρετήν έργο από αυτά που εξασφάλισαν στους Έλληνες την σωτηρία, αναφέρω τη μάχη στις Πλαταιές, κοινή πια μάχη και για τους Λακεδαιμονίους και για τους Αθηναίους. Αναμφίβολα αυτοί όλοι αντιμετώπισαν τον μεγαλύτερο και φοβερότερο αγώνα και γι’ αυτή τους τη γενναιότητα και τώρα εγκωμιάζονται από εμάς και στο μέλλον από τους μεταγενέστερους. Αλλά και μετά τις νίκες αυτές πολλές ελληνικές πόλεις ήταν ακόμη στην συμμαχία του βαρβάρου και γινόταν γνωστό ότι ο βασιλιάς είχε στο μυαλό του να επιχειρήσει ο ίδιος νέα επίθεση κατά των Ελλήνων. Είναι δίκαιο λοιπόν να αναφέρω και αυτούς, οι οποίοι μετά από τα έργα των προηγουμένων ολοκλήρωσαν τη σωτηρία, καθαρίζοντας και διώχνοντας από τη θάλασσα κάθε βαρβαρικό στοιχείο. Και ήταν αυτοί όσοι ναυμάχησαν στις εκβολές του Ευρυμέδοντα και όσοι εκστράτευσαν στην Κύπρο και όσοι έπλευσαν στην Αίγυπτο και σε άλλους πολλούς τόπους. Σε αυτούς οφείλεται ανάμνηση και ευγνωμοσύνη, γιατί έκαναν τον βασιλιά να φροντίζει κατατρομαγμένος για την δική του σωτηρία και να μην σχεδιάζει την καταστροφή των Ελλήνων.
 
Αυτόν τον πόλεμο κατά των βαρβάρων τον πολέμησαν μέχρι τέλους όλοι οι πολίτες αυτής της πόλης σώζοντας και τους εαυτούς τους και τους άλλους ομόγλωσσους. Εν τούτοις μετά την ειρήνη έπληξε την πόλη μας, όταν ήταν στο απόγειο της δόξας της, το κακό ακριβώς που συνηθίζει να πλήττει και τους ευτυχισμένους ανθρώπους, δηλαδή πρώτα η ζήλεια και έπειτα από τη ζήλεια ο φθόνος. Και το κακό αυτό έφερε την πόλη μας σε ακούσια εχθρότητα κατά των Ελλήνων. Έπειτα, όταν κηρύχθηκε πόλεμος, συγκρούσθηκαν οι Αθηναίοι, μαχόμενοι υπέρ της ελευθερίας των Βοιωτών με τους Λακεδαιμόνιους στην Τανάγρα, αλλά επειδή η μάχη υπήρξε αμφίρροπη, κρίθηκε η έκβαση του πολέμου στον επόμενο αγώνα. Δηλαδή οι μεν Λακεδαιμόνιοι έσπευσαν να φύγουν εγκαταλείποντας τους συμμάχους τους, ενώ οι δικοί μας νίκησαν μετά από τρεις ημέρες στα Οινόφυτα και εκτελώντας έργο δικαιοσύνης επανέφεραν τους άδικα εξορισθέντες. Αυτοί πρώτοι μετά τον Περσικό πόλεμο, υποστηρίζοντας πλέον Έλληνες εναντίον Ελλήνων χάριν της ελευθερίας, πολεμώντας γενναία και ελευθερώνοντας τους συμμάχους τους, πρώτοι μπήκαν σε αυτό το μνήμα με τις τιμές της πόλης.
 
Κατόπιν, όταν γενικεύθηκε ο πόλεμος και ήλθαν όλοι οι Έλληνες εναντίον μας και δενδροτόμησαν τη γη μας – ωραία ευγνωμοσύνη πλήρωσαν στην πόλη! – , οι δικοί μας τους νίκησαν σε ναυμαχία και αφού αιχμαλώτησαν στη Σφακτηρία τους αρχηγούς των Λακεδαιμονίων, αν και μπορούσαν να τους σκοτώσουν, τους λυπήθηκαν και τους έδωσαν πίσω. Και έκαναν ειρήνη νομίζοντας ότι εναντίον ομοφύλων τους έπρεπε να πολεμήσουν μέχρι νίκης και όχι μέχρι εξοντώσεως, όπως θα έκαναν εναντίον βαρβάρων, ώστε να μη γίνει αφορμή η οργή μιας πόλης να καταστραφεί και όλη η Ελλάδα. Αξίζει πράγματι να επαινέσει κανείς αυτούς τους άνδρες, οι οποίοι, αφού πολέμησαν αυτόν τον πόλεμο, τάφηκαν εδώ, γιατί αυτοί απέδειξαν ψευδή τα λεγόμενα μερικών, οι οποίοι αμφισβητούσαν την υπεροχή των Αθηναίων στον προηγούμενο πόλεμο, τον εναντίον των βαρβάρων. Στην προκειμένη περίσταση, νικώντας στον εμφύλιο πόλεμο και αιχμαλωτίζοντας τους αρχηγούς των άλλων Ελλήνων, απέδειξαν ότι μπορούν να νικούν σε μεμονωμένο αγώνα εκείνους, μαζί με τους οποίους τότε νικούσαν από κοινού τους βαρβάρους.
 
Αλλά μετά την ειρήνη αυτή έγινε τρίτος φοβερός και ανέλπιστος πόλεμος, του οποίου οι νεκροί, πολλοί και γενναίοι, κείνται κι αυτοί σε τούτο το μνήμα. Πολλοί έπεσαν στις ακτές της Σικελίας, αφού έστησαν πολλά τρόπαια αγωνιζόμενοι υπέρ της ελευθερίας των Λεοντίνων, επειδή έσπευσαν σε αυτούς τους τόπους για να βοηθήσουν αυτούς υπακούοντας στους συμμαχικούς όρκους. Αλλά επειδή εξ αιτίας της μεγάλης απόστασης η πόλη βρέθηκε σε δύσκολη θέση και δεν μπορούσε να στείλει βοήθεια, γι’ αυτό το λόγο κουράστηκαν και ατύχησαν.
 
 Όμως και οι εχθροί αυτών των ανθρώπων, οι εχθροί εναντίον των οποίων πολέμησαν, επαινούν τη σωφροσύνη και την ανδρεία τους περισσότερο απ’ όσο άλλοι επαινούν σαν φίλοι τους φίλους τους. Άλλοι έπεσαν σε ναυμαχίες που έγιναν στον Ελλήσποντο, όπου μέσα σε μια μέρα συνέλαβαν όλα τα πλοία των εχθρών και έδωσαν και άλλες πολλές ναυμαχίες νικηφόρα. Και να γιατί χαρακτήρισα φοβερό και ανέλπιστο αυτό τον πόλεμο: Σε τέτοιο σημείο ανταγωνισμού προς την πόλη μας έφθασαν οι άλλοι Έλληνες, ώστε τόλμησαν να έλθουν σε διαπραγματεύσεις με το βασιλέα (των Περσών), τον μεγαλύτερο εχθρό μας, αυτόν, τον οποίο εκδίωξαν από κοινού με μας, να τον φέρουν πίσω για ατομικό τους συμφέρον, αυτόν τον βάρβαρο εναντίον Ελλήνων
 
και να συνασπίσουν εναντίον της πόλης μας όλους, και Έλληνες και βαρβάρους. Αλλά ακριβώς τότε έγινε ολοφάνερη η δύναμη και η γενναιότητα της πόλης. Ενώ δηλαδή νόμιζαν ότι αυτή είχε πια συντριβεί στον πόλεμο και είχε αποκλεισθεί ο στόλος μας στην Μυτιλήνη, στάλθηκε προς αυτόν βοήθεια 60 πλοίων, στα οποία επέβαιναν οι ίδιοι οι πολίτες. Και έχουν και αυτόν εδώ τον τάφο, έστω και αν είχαν την ανάξια τύχη να μην περιμαζευτούν από τη θάλασσα, φθάνει ότι έδειξαν ομολογουμένως γενναιότητα νικώντας τους εχθρούς και ελευθερώνοντας τους δικούς τους. Αυτούς οφείλουμε να μνημονεύουμε και να επαινούμε πάντοτε. Γιατί με τη γενναιότητα εκείνων κερδίσαμε όχι μόνο την τότε ναυμαχία, αλλά και τον υπόλοιπο πόλεμο. Χάρις σ’ αυτούς η πόλη μας απέκτησε την φήμη ότι δεν θα συντριβεί ποτέ, και αν ακόμη όλοι ενωθούν εναντίον της. Και ήταν δικαιολογημένη αυτή η φήμη. Νικηθήκαμε εμείς όχι όμως από τους άλλους, αλλά από τις εσωτερικές μας διαιρέσεις. Εκείνοι ακόμα και τώρα δεν μπορούν να μας νικήσουν, αλλά μεταξύ μας χωριστήκαμε σε νικητές και νικημένους.
 
Ακολούθησε έπειτα μια περίοδος ησυχίας και εξωτερικής ειρήνης, κατά την οποία διεξήχθη ο εσωτερικός μας πόλεμος, με τέτοιο τρόπο, ώστε ο καθένας να εύχεται έτσι να διαταραχθεί η πατρίδα του, αν οπωσδήποτε πρέπει να περιέλθει σε αυτή την κατάσταση. Με πόση πράγματι ευχαρίστηση και οικειότητα ενώθηκαν οι πολίτες που είναι από τον Πειραιά και από το Άστυ, πράγμα που δεν το περίμεναν οι άλλοι Έλληνες, και με πόση μετριοπάθεια σταμάτησαν τον πόλεμο εναντίον αυτών που κατέφυγαν στην Ελευσίνα. Αιτία βέβαια για όλα αυτά δεν είναι άλλη παρά η πραγματική συγγένεια, η οποία κάνει τους πολίτες να αγαπώνται με αγάπη διαρκή και συγγενική όχι μόνο με λόγια αλλά και με έργα.
 
Πρέπει με την ανάμνησή μας να τιμάμε και αυτούς, όσους πέθαναν σε αυτόν τον πόλεμο μαχόμενοι εναντίον αλλήλων, και να τους συμφιλιώνουμε κατά την εορτή αυτή, όπως μπορούμε, με ευχές δηλαδή και με θυσίες, επικαλούμενοι τους θεούς που τους εξουσιάζουν, αφού και εμείς οι ζωντανοί έχουμε συμφιλιωθεί. Άλλωστε δεν σκότωσαν ο ένας τον άλλο από κακία, ούτε από έχθρα, αλλά από κακοτυχία. Και μάρτυρες τούτων είμαστε εμείς οι ζωντανοί. Οι συγγενείς των νεκρών και της μιας και της άλλης παράταξης συγχωρήσαμε ο ένας τον άλλο και για όσα κάναμε και για όσα πάθαμε.
 
Έπειτα, αφού παγιώθηκε η εσωτερική ειρήνη, η πόλη απέφυγε να αναμιχθεί σε εξωτερικό πόλεμο. Εναντίων των βαρβάρων δεν μνησικακούσε, γιατί έπαθαν από αυτή αρκετά σαν εκδίκηση. Αλλά εναντίον των Ελλήνων είχε μεγάλη αγανάκτηση, ενθυμούμενη, ότι όσα καλά ευεργετήθηκαν από αυτήν τα πλήρωσαν – με ποια αγνωμοσύνη! – συμπράττοντας με τους βαρβάρους και αιχμαλωτίζοντας τον στόλο, που κάποτε τους έσωσε και γκρεμίζοντας τα τείχη τα οποία εμείς θυσιάσαμε για να μην πέσουν τα δικά τους.
 
Πάντως η πόλη αποφασισμένη να μην βοηθήσει πια τους Έλληνες, των οποίων η ελευθερία κινδύνευε είτε από βαρβάρους είτε από άλλους Έλληνες, πολιτευόταν ανάλογα. Ενώ λοιπόν εφαρμόζαμε αυτή την πολιτική, οι Λακεδαιμόνιοι νομίζοντας πως είχαμε πια πέσει εμείς οι προστάτες της ελευθερίας και ότι ήταν έργο τους πια να κυριαρχήσουν αυτοί πάνω στους άλλους, έβαλαν σε πράξη αυτό το πρόγραμμα.
 
Και τι χρειάζεται να μακρολογώ; Αν ανέφερα όσα επακολούθησαν θα έλεγα γεγονότα όχι παλαιά ούτε καν αναγόμενα σε προηγούμενη γενεά. Από προσωπική μας εμπειρία πράγματι γνωρίζουμε πόσο τρομαγμένοι ήλθαν να ζητήσουν την βοήθεια της πόλης τόσο οι πρώτοι των Ελλήνων Αργείοι και Βοιωτοί και Κορίνθιοι όσο και ο βασιλιάς – το πιο εκπληκτικό όλης αυτής της μεταβολής – βρέθηκε σε τόσο άσχημη θέση, ώστε να μην έχει από πουθενά αλλού δυνατότητα σωτηρίας παρά μόνο από αυτήν εδώ την πόλη, την οποία άλλοτε προσπαθούσε να καταστρέψει. Όμως βέβαια, αν ήθελε κανείς να προσάψει μια δίκαιη κατηγορία στην πόλη μας, αυτό μόνο θα είχε να πει στ’ αλήθεια, ότι πάντα είναι πολύ ευσπλαχνική και πρόθυμη να υπηρετήσει τον ασθενέστερο. Ακριβώς και σε εκείνη την περίσταση δεν στάθηκε ικανή να επιμείνει και να διαφυλάξει όσα είχε αποφασίσει, να μη συντρέξει δηλαδή κανέναν από όσους την αδίκησαν, έστω κι αν αυτός διέτρεχε τον κίνδυνο να υποδουλωθεί, αλλά συγκινήθηκε και έδωσε βοήθεια. Και τους μεν Έλληνες με τη δική της συνδρομή έσωσε από τη δουλεία, ώστε έμειναν ελεύθεροι, μέχρις ότου αυτοί πάλι οι ίδιοι προκάλεσαν την υποδούλωσή τους.
 
 Τον βασιλιά όμως δεν τόλμησε επίσημα να βοηθήσει σεβόμενη τα τρόπαια του Μαραθώνα και της Σαλαμίνας και των Πλαταιών, αλλά και μόνο και μόνο που του έστειλε εξόριστους και εθελοντές να τον βοηθήσουν, αναμφισβήτητα τον έσωσε. Αφού δε ανοικοδόμησε τα τείχη της και ναυπήγησε στόλο, έλαβε επίσημα μέρος στον πόλεμο, εφόσον αναγκάσθηκε να πολεμήσει, και αγωνιζόταν εναντίον των Λακεδαιμονίων στο πλευρό των Παρίων.

Αλλά ο βασιλιάς φοβήθηκε την πόλη επειδή έβλεπε, ότι οι Λακεδαιμόνιοι εξαντλούνταν στον κατά θάλασσα πόλεμο και, θέλοντας να ξεκοπεί από τη συμμαχία, απαιτούσε να περιέλθουν στην υπηκοότητά του οι Έλληνες που βρίσκονταν σε εκείνη την ήπειρο, τους οποίους πριν είχαν παραδώσει οι Λακεδαιμόνιοι στην εξουσία του. Το έθεσε δε αυτό σαν όρο της συμμαχίας σε μας και με τους άλλους συμμάχους, πιστεύοντας ότι δεν θα θελήσουμε τέτοιο πράγμα, ώστε να έχει πρόφαση για την αποστασία του. Και ως προς τους άλλους μεν πλανήθηκε, γιατί συμφώνησαν στην παράδοση και έκαναν συνθήκες και ορκίσθηκαν οι Κορίνθιοι και οι Αργείοι και οι Βοιωτοί και οι άλλοι σύμμαχοι, ότι θα παραδώσουν τους Έλληνες που βρίσκονταν σε εκείνη την ήπειρο, εφόσον ο βασιλιάς επρόκειτο να τους δίνει χρήματα. Και μόνοι εμείς δεν τολμήσαμε ούτε να παραδώσουμε Έλληνες, ούτε να κάνουμε όρκους μαζί του.
 
Τόσο σταθερή και αμόλυντη και από τη φύση της μισοβάρβαρη είναι η γενναιότητα και η ελευθερία της πόλης, γιατί είμαστε γνήσιοι Έλληνες και ανόθευτοι από βαρβαρικό αίμα. Γιατί δεν ζουν στην κοινωνία μας Πέλοπες ή Κάδμοι ή Αίγυπτοι και Δαναοί και άλλοι πολλοί, οι οποίοι συμβατικά είναι Έλληνες, ενώ από καταγωγή είναι βάρβαροι. Εμείς μένουμε αυτούσιοι Έλληνες όχι βαρβαρόμεικτοι και γι’ αυτό έχει εγχαρακτεί στην πόλη έντονο το μίσος κατά των ξένων φυλών. Το γεγονός όμως είναι ότι και πάλι βρεθήκαμε απομονωμένοι, γιατί δεν θέλαμε να κάνουμε το αισχρό και ανόσιο έργο να παραδώσουμε Έλληνες σε βάρβαρους. Φθάσαμε λοιπόν στην ίδια περίπτωση, η οποία και πριν έγινε αιτία να ηττηθούμε στον πόλεμο, αλλά με τη βοήθεια του θεού αυτή τη φορά σταματήσαμε τον πόλεμο με τις πιο καλές συνθήκες από ποτέ πριν. Γιατί σταματήσαμε τις εχθροπραξίες διατηρώντας τον στόλο και τα τείχη και τις αποικίες μας έτσι ώστε ικανοποιημένοι τις έπαυσαν και οι εχθροί. Χάσαμε όμως και στον πόλεμο αυτό γενναίους άνδρες.
 
Αυτούς που σκοτώθηκαν στην Κόρινθο λόγω εδαφικής δυσχέρειας και όσους από προδοσία έπεσαν στο Λέχαιο. Γενναίοι υπήρξαν και όσοι ελευθέρωσαν τον βασιλιά και όσοι εκδίωξαν τους Λακεδαιμόνιους από τη θάλασσα. Αυτούς επαναφέρω στην ανάμνησή σας και σεις πρέπει να επαινείτε μαζί μου και να τιμάτε αυτούς τους άνδρες.
 
Και όσα μεν έργα των ανδρών αυτών ανέφερα, που τάφηκαν εδώ, καθώς και των άλλων, όσοι έπεσαν υπέρ της πόλης μας, είναι βέβαια έργα πολλά και υπέροχα, αλλά ακόμη περισσότερα και θαυμαστότερα είναι όσα έχω παραλείψει.. Γιατί δεν θα αρκούσαν πολλές μέρες και νύχτες σ’ αυτόν, που θα ήθελε να τα διηγηθεί όλα. Κάθε ένας λοιπόν οφείλει με την ανάμνηση των έργων τους να παρακινεί τους απογόνους των νεκρών αυτών να μην εγκαταλείπουν την τάξη των προγόνων, όπως έχουν καθήκον να μην εγκαταλείπουν την τάξη τους στον πόλεμο και να μην οπισθοχωρούν νικημένοι από δειλία. Εγώ βέβαια και τώρα παρακινώ σε αυτό εσάς, τα παιδιά γενναίων ανδρών, και στο μέλλον, όπου συναντώ κανένα από εσάς, θα σας υπενθυμίζω και με επιμονή θα σας συμβουλεύω να είσθε πρόθυμοι για τις γενναιότατες πράξεις. Στην δε παρούσα περίσταση είναι δίκαιο να σας πω όσα οι πατέρες σας, όταν βρέθηκαν μπροστά στο θάνατο, μας παράγγειλαν να λέμε εμείς στους ζωντανούς, λόγια που είπαν, όταν επρόκειτο να αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο.
 
Θα σας πω και όσα άκουσα από το στόμα τους και, συμπεραίνοντας από τα λόγια τους, θα πω εξ ονόματός τους όσα περίπου θα έλεγαν τώρα αυτοί, αν επανέρχονταν στη ζωή. Εσείς θα υποθέσετε ότι ακούτε από εκείνους τους ίδιους όσα σας λέω. Έλεγαν λοιπόν τα εξής:
 
Παιδιά, αυτή καθ’ αυτήν τη παρούσα στιγμή αποδεικνύεται ότι είσθε γεννημένοι από ανδρείους πατέρες. Εμείς έχουμε την δυνατότητα να σώσουμε όπως όπως τη ζωή μας, αλλά εν τούτοις προτιμάμε πιο καλά να πεθάνουμε ένδοξα παρά να ρίξουμε στο όνειδος εσάς τους απογόνους μας και να ντροπιάσουμε τους πατέρες και τους προγόνους μας όλους, πεισμένοι, ότι δεν αξίζει να ζει εκείνος που ντροπιάζει τους δικούς του και ότι αυτόν τον άνθρωπο δεν τον αγαπά ούτε άνθρωπος κανείς ούτε θεός, ούτε στη γη ούτε κάτω από τη γη μετά από το θάνατό του. Πρέπει λοιπόν ενθυμούμενοι τα λόγια μας, να εκτελείτε με ανδρεία το έργο σας, έστω και αν επιδίδεσθε σε άλλη παρά σε πολεμική ασχολία, και να ξέρετε, ότι ο πλούτος που αποκτήθηκε με ανανδρία δεν φέρνει ευτυχία σ’ αυτόν που τον κατέχει. Γιατί αυτός πλουτίζει για άλλον και όχι για τον εαυτό του. Ούτε το σωματικό κάλλος και η δύναμη φαίνονται να έχουν την αξία που τους αρμόζει, όταν είναι προσόντα ενός δειλού, αλλά απεναντίας κάνουν παραφωνία και αποκαλύπτουν περισσότερο το ελάττωμα και ξεσκεπάζουν τη δειλία. Και κάθε πνευματική επίδοση, όταν χωρίζεται από τη δικαιοσύνη και την άλλη αρετή, φαίνεται πανουργία και όχι σοφία.
 
Γι’ αυτό να προσπαθείτε και στα πρώτα και στα τελευταία και σε όλη σας τη ζωή να στρέφετε όλη την προθυμία με όλους τους τρόπους σε αυτό: πώς να ξεπεράσετε και εμάς και τους προγόνους στην δόξα. Αλλιώς, να ξέρετε ότι, αν εμείς σας ξεπερνάμε στην αρετή, αυτή η υπεροχή μας μας δίνει ντροπή, ενώ αν είμαστε κατώτεροί σας, αυτό μας κάνει ευτυχισμένους. Θα γίνουμε εμείς οι νικημένοι και σεις οι νικητές αν εσείς βάλετε σαν σκοπό της ζωής σας, να μην καταχρασθείτε τη δόξα των προγόνων σας και να μην την ξοδέψετε, συναισθανόμενοι ότι για έναν άνδρα ο οποίος δίνει κάποια αξία στον εαυτό του, δεν υπάρχει άλλο αισχρότερο πράγμα παρά να εμφανίζεται τιμώμενος, όχι για τα προσωπικά του έργα αλλά για δόξα προγόνων. Βέβαια είναι για τους μεταγενέστερους καλός και μεγαλοπρεπής θησαυρός και υπάρχουν προγονικές τιμές.
 
 Αλλά είναι άνανδρο και αισχρό να χρησιμοποιεί κανείς έναν θησαυρό, είτε χρημάτων είτε τιμών, επειδή ο ίδιος δεν έχει δικά του αποκτήματα και ένδοξα έργα, και να μην τον παραδίνει στους απογόνους του. Και αν μεν επιδιώξετε αυτά στη ζωή σας, θα έλθετε κοντά μας αγαπημένοι προς αγαπημένους, όταν σας φέρει η κοινή μας μοίρα. Αν όμως αμελήσετε και φανείτε δειλοί, κανείς δεν θα σας υποδεχθεί με προθυμία. Για τα παιδιά ας τελειώσει με αυτά ο λόγος μου.
 
Όσοι δε έχουμε πατέρες και μητέρες, οφείλουμε πάντα να τους παρηγορούμε, ώστε να υπομένουν όσο το δυνατόν πιο γαλήνια την συμφορά, αν τυχόν συμβεί να έλθει το κακό, και να μην παρασυρόμαστε σε θρήνους μαζί τους. Γιατί δεν θα έχουν ανάγκη από άλλον για να νοιώσουν την λύπη τους. Θα είναι αρκετή η δυστυχία που τους ήρθε, για να το κάνει από μόνη της αυτό. Απεναντίας σαν γιατροί και παρήγοροι του πόνου τους να τους θυμίζουμε ότι οι θεοί έχουν εισακούσει τις μεγαλύτερες προσευχές τους. Δεν εύχονταν βέβαια να αποκτήσουν αθάνατα παιδιά, αλλά ενάρετα και δοξασμένα. Και τα πέτυχαν αυτά, τα οποία είναι και τα μεγαλύτερα αγαθά. Εξ άλλου δεν είναι εύκολο σε θνητό άνθρωπο να του πηγαίνουν όλα στη ζωή κατά τη δική του απόφαση. Και αν μεν υπομένουν με θάρρος τις συμφορές, θα φανούν ότι πράγματι είναι πατέρες ανδρείων παιδιών και αυτοί επίσης ανδρείοι. Αν όμως αφήσουν να τους νικήσει η λύπη, θα προκαλέσουν υποψία, ή ότι δεν είναι γονείς μας ή ότι ψεύδονται όσοι μας επαινούν. Αλλά ούτε το ένα ούτε το άλλο πρέπει να τίθεται σε αμφισβήτηση, αλλά εκείνοι πιο πολύ να γίνονται οι δικοί μας επαινέτες με τη διαγωγή τους, αποδεικνύοντας με ολοφάνερο τρόπο ότι πράγματι είναι πατέρες άνδρες ανδρών.
 
Πράγματι το απόφθεγμα “Μηδέν άγαν” που λέγεται τόσους αιώνες θεωρείται σωστή φράση. Και αλήθεια εκφράζει μια λαμπρή σκέψη. Γιατί ο άνθρωπος, ο οποίος έχει εξαρτήσει από τον εαυτό του όλους τους συντελεστές, που οδηγούν στην ευτυχία ή κοντά στην ευτυχία, και δεν αφήνει να ταλαντεύονται σε άλλους ανθρώπους, των οποίων η ατυχία ή η δυστυχία αναγκαστικά επηρεάζει και τη δική του διάθεση, αυτός είναι ο σώφρων και αυτός ο ανδρείος και ο φρόνιμος. Αυτός, και όταν αποκτά χρήματα και παιδιά, και όταν τα χάνει, θα πείθετε εντελώς σε αυτό το παράγγελμα. Τέτοιοι άνθρωποι του μέτρου να είναι και οι δικοί μας γονείς. Το απαιτούμε αυτό και το θέλουμε και το τονίζουμε. Τέτοιοι αναδεικνυόμαστε κι εμείς τώρα. Δεν αγανακτούμε ούτε κυριευόμαστε από φόβο εξ αιτίας του γεγονότος ότι όταν χρειαστεί πρέπει να θυσιάσουμε τη ζωή μας. Παρακαλούμε λοιπόν τους πατέρες και τις μητέρες μας να περάσουν την υπόλοιπη ζωή τους εφαρμόζοντας την ίδια ακριβώς αρχή και να ξέρουν ότι δεν θα μας ευχαριστήσουν καθόλου με τους θρήνους και με τους οδυρμούς τους. Τουναντίον, αν έχουν οι νεκροί κάπως την αίσθηση των ζωντανών, θα μας δυσαρεστήσουν πολύ, αν βασανίζουν τον εαυτό τους και αν κάμπτονται από τις συμφορές.
 
Ενώ, αν πενθούν με υπομονή και με μέτρο, θα μας δίνουν τη μεγαλύτερη ευχαρίστηση. Γιατί η δική μας ζωή, ναι μεν θα τελειώσει, αλλά θα τελειώσει με το τέλος που είναι το ωραιότερο για ανθρώπινη ζωή, ώστε μάλλον να τιμάτε παρά να θρηνείτε τον θάνατο αυτής. Εάν δε οι γονείς μας αφιερώσουν την φροντίδα τους στο να προστατεύουν και να τρέφουν τις γυναίκες και τα παιδιά μας, θα ξεχνούν και θα ζουν καλύτερα και λογικότερα και αγαπητότερα σε μας. Αρκούν αυτά σαν μηνύματα εκ μέρους μας προς τους δικούς μας. Προς δε τους συμπολίτες μας θα είχαμε να απευθύνουμε την παράκληση να μας φροντίζουν τους πατέρες και τους γιούς μας, αυτούς μεν εκπαιδεύοντας στην κοσμιότητα, εκείνους δε τρέφοντας αξιοπρεπώς στα γηρατειά τους. Αλλά τώρα ξέρουμε ότι, και αν δεν τους παρακαλέσουμε, αυτοί θα πάρουν την φροντίδα που τους αξίζει.
 
Λοιπόν, παιδιά και γονείς των πεσόντων, αυτά μας ανέθεσαν εκείνοι να πούμε και εγώ όσο μπορώ πιο πρόθυμα σας τα διαβιβάζω. Και σας παρακαλώ εκ μέρους τους, εσείς οι γιοί να μιμηθείτε τους πατέρες σας. Εσείς οι γονείς να μην αποθαρρύνεσθε, γιατί εμείς και σαν ιδιώτες και σαν κράτος θα φροντίσουμε για τα γηρατειά σας και θα παρέχουμε την προστασία μας στον καθένα, οποιονδήποτε συγγενή εκείνων, όπου κάθε ένας μας τον συναντά. Ως προς την πόλη ξέρετε και σεις οι ίδιοι με ποιον τρόπο φροντίζει για τους συγγενείς αυτών που σκοτώθηκαν σε πόλεμο, ότι δηλαδή με ειδικούς νόμους προστατεύει τα παιδιά και τους γονείς τους και έχει αναθέσει σε έναν από τους πιο σπουδαίους άρχοντες να προσέχει περισσότερο, απ’ ό,τι κάνει για τους άλλους πολίτες, μήπως αδικηθούν οι πατέρες και οι μητέρες αυτών. Συνεισφέρει δε και αυτή στη συντήρηση των παιδιών τους, πρόθυμη να τα κάνει να ξεχάσουν όσο το δυνατό περισσότερο την ορφάνια τους. Η πόλη παίρνει απέναντί τους θέση πατέρα, εφ’ όσον είναι ακόμη παιδιά, και, όταν φθάσουν στο όριο της ανδρικής ηλικίας, τα αποδίδει στην οικογένειά τους, αφού τα εφοδιάσει με πλήρη οπλισμό. Με αυτό προσπαθεί να τους δείξει και να τους υπενθυμίσει τα έργα του πατέρα τους,
 
δίνοντας σε αυτά τις αξίες της πατρικής αρετής, ενώ εξάλλου γίνεται καλός οιωνός να εγκαινιάζει ο νέος στολισμένος με όπλα την είσοδό του στην πατρική εστία, την οποία αναλαμβάνει με σθένος να κυβερνήσει. Τους ίδιους τους πεσόντες δεν σταματά να τιμά ποτέ. Κάθε χρόνο τελεί γι’ αυτούς, όλους μαζί, όσα καθιερωμένα γίνονται για τον καθένα εκ μέρους της οικογένειάς του, και εκτός από αυτά, οργανώνει αγώνες γυμναστικούς και ιππικούς και μουσικής κάθε είδους. Και εν γένει απέναντι μεν στους αποθανώντες έχει λάβει θέση υιού και κληρονόμου, απέναντι δε στους γιους θέση πατέρα, απέναντι στους γονείς και τους άλλους συγγενείς θέση κηδεμόνα, προστατεύοντας πάντα αυτούς με κάθε τρόπο. Με αυτές τις σκέψεις πρέπει να υπομένετε καρτερικότατα την συμφορά. Γιατί έτσι θα είσθε αγαπητότεροι και στους πεθαμένους και στους ζωντανούς και σεις οι ίδιοι ευκολότερα θα μπορέσετε και την πόλη να υπηρετείτε και την προστασία της να δέχεσθε. Και τώρα πια, αφού σύμφωνα με το έθιμο θρηνήσετε τους νεκρούς εσείς και όλοι οι άλλοι, να διαλυθείτε.
 
- Ορίστε, Μενέξενε, αυτός είναι ο λόγος της Ασπασίας της Μιλήσιας.
 
ΜΕΝΕΞΕΝΟΣ
Μα τον Δία, Σωκράτη, πράγματι καλότυχη παρουσιάζεις την Ασπασία, αν αυτή, μια γυναίκα, κατορθώνει να συνθέτει τέτοιους λόγους.
 
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Αν δεν πιστεύεις, έλα μαζί μου και θα ακούσεις την ίδια να μιλάει.
 
ΜΕΝΕΞΕΝΟΣ
Έχω συναντήσει εγώ πολλές φορές την Ασπασία και ξέρω ποια είναι.
 
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Λοιπόν; Δεν την θαυμάζεις και δεν της είσαι ευγνώμων τώρα γι’ αυτόν τον λόγο που άκουσες;
 
ΜΕΝΕΞΕΝΟΣ
Βεβαίως, Σωκράτη, γι’ αυτόν τον λόγο είμαι καταϋποχρεωμένος σε εκείνη ή σε εκείνον, όποιος και αν είναι αυτός που σου τον είπε. Αλλά προπάντων οφείλω πολύ ευγνωμοσύνη σε αυτόν που μου τον απήγγειλε.
 
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Ωραία! Πρόσεχε μόνο μη με προδώσεις, ώστε και πάλι να σου λέω πολλούς και ωραίους της λόγους πολιτικούς.
 
ΜΕΝΕΞΕΝΟΣ
Μη σε νοιάζει, δεν θα σε προδώσω. Μόνο να μου τους λες.
 
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Φυσικά θα στους λέω.

ΤΕΛΟΣ

Ιανουαρίου 26, 2009 Αναρτήθηκε από τον/την | "Greek National Pride" blog, ΕΛΛΑΔΑ, ΙΣΤΟΡΙΚΑ | 1 σχόλιο

- ΠΛΑΤΩΝΑΣ: ΚΡΙΤΩΝ (Ή περί πρακτέου ηθικός) -

ΠΛΑΤΩΝΑΣ

ΚΡΙΤΩΝ

(Ή περί πρακτέου ηθικός)

 
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Γιατί έχεις έλθει τέτοια ώρα, Κρίτωνα; Ή δεν είναι πια πολύ πρωί;
 
ΚΡΙΤΩΝ
Ναι, είναι πολύ πρωί.
 
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Τι ώρα ακριβώς;
 
ΚΡΙΤΩΝ
Βαθειά χαράματα.
 
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Απορώ πως ο δεσμοφύλακας δέχθηκε να σου ανοίξει.
 
ΚΡΙΤΩΝ
Μου είναι πια γνώριμος, Σωκράτη, επειδή έρχομαι συχνά εδώ. Έπειτα του έδωσα και κάποιο φιλοδώρημα.
 
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Και ήλθες τώρα μόλις, ή έχεις πολλή ώρα εδώ;
 
ΚΡΙΤΩΝ
Είναι αρκετή ώρα.
 
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Και γιατί δεν με ξύπνησες αμέσως, αλλά κάθισες πλάι μου σιωπηλός;
 
ΚΡΙΤΩΝ
Γιατί ούτε κι εγώ ο ίδιος, Σωκράτη, μα τον Δία, αν ήμουν στην θέση σου, δεν θα ήθελα να αγρυπνώ με τόση στενοχώρια. Κι έπειτα ήμουν γοητευμένος που σε έβλεπα να κοιμάσαι τόσο ήσυχα. Και δεν σε ξύπνησα επίτηδες, για να σου περάσει η ώρα όσον το δυνατόν πιο ευχάριστα. Και πολλές φορές έως τώρα πριν σε όλη σου τη ζωή σε καλοτύχισα για τον χαρακτήρα σου, πολύ περισσότερο όμως σε θαυμάζω σε αυτή σου τη συμφορά, γιατί βλέπω πόσο ήρεμα και ατάραχα την υποφέρεις.
 
ΣΩΚΡΑΤΗΣ 
Θα ήταν, Κρίτωνα, μια παραφωνία να το πάρω βαριά σε αυτή την ηλικία, γιατί είναι ανάγκη πια να πεθάνω.
 
ΚΡΙΤΩΝ
Είναι όμως κι άλλοι στην ηλικία σου, Σωκράτη, δυστυχισμένοι, αλλά η ηλικία δεν τους εμποδίζει να μην αγανακτούν για την τύχη που τους προσμένει.
 
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Είναι αλήθεια. Αλλά γιατί τέλος πάντων ήλθες τόσο νωρίς;
 
ΚΡΙΤΩΝ
Για να σου φέρω μια δυσάρεστη είδηση, Σωκράτη, για σένα όχι, το βλέπω, αλλά δυσάρεστη και θλιβερή για μένα και για όλους τους φίλους σου. Όσο για μένα, νοιώθω πως δεν θα μπορέσω να την υποφέρω.
 
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Τι συμβαίνει; Μήπως ήλθε το πλοίο από την Δήλο, που μόλις φθάσει πρέπει να πεθάνω;
 
ΚΡΙΤΩΝ
Όχι δεν έφθασε ακόμη. Συλλογίζομαι όμως πως θα φθάσει σήμερα απ’ όσα είπαν κάποιοι που ήλθαν από το Σούνιο και το άφησαν εκεί. Είναι λοιπόν φανερό, από αυτά τα νέα, ότι θα φθάσει σήμερα και αναγκαστικά τότε μέχρι αύριο θα πεθάνεις.
 
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Αλλά, Κρίτωνα, ας είναι καλή η ώρα αυτή. Αν έτσι το θέλουν οι θεοί, ας γίνει έτσι. Δεν πιστεύω όμως να φθάσει σήμερα.
 
ΚΡΙΤΩΝ
Από πού το συμπεραίνεις αυτό;
 
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Θα σου πω. Αν δεν απατώμαι, πρέπει να θανατωθώ την επομένη του ερχομού του πλοίου.
 
ΚΡΙΤΩΝ
Έτσι τουλάχιστον λένε οι αρμόδιοι σε αυτά τα ζητήματα.
 
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Δεν νομίζω λοιπόν πως θα φθάσει το πλοίο αυτή την ημέρα που μας ξημερώνει, αλλά αύριο. Και αυτό το συμπεραίνω από ένα όνειρο που είδα αυτή τη νύχτα, λίγο πριν έλθεις. Και ίσως καλά έκανες που δεν με ξύπνησες.
 
ΚΡΙΤΩΝ
Και ποιο ήταν αυτό το όνειρο;
 
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Μου φάνηκε πως κάποια γυναίκα, χαριτωμένη και όμορφη, ασπροντυμένη, προχωρώντας προς εμένα, με φώναξε με το όνομά μου και μου είπε: Σωκράτη,
“Την τρίτη αυγή, θα φθάσεις στην όμορφη Φθία”.
 
ΚΡΙΤΩΝ
Τι περίεργο όνειρο, Σωκράτη!
 
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Όμως ολοφάνερο, όπως νομίζω εγώ, Κρίτωνα!
 
ΚΡΙΤΩΝ
Και πολύ μάλιστα, όπως φαίνεται. Μα έλα, ευλογημένε μου Σωκράτη, άκουσέ με αυτή τη φορά και σώσου όσο είναι ακόμα καιρός. Γιατί, αν εσύ πεθάνεις, αυτό θα είναι για μένα κάτι παραπάνω από μια συμφορά. Γιατί εκτός του ότι θα χάσω έναν φίλο, που δεν θα τον ξανάβρω ποτέ, ο κόσμος, εκείνοι που δεν μας ξέρουν καλά, θα πουν πως εγώ, αν ήθελα να ξοδεύσω χρήματα, μπορούσα να σε σώσω, αλλά δεν το έκανα. Ω! και τι χειρότερη δυσφήμηση από αυτήν μπορεί να γίνει για μένα, το να νομίζει ο κόσμος, πως λογαριάζω περισσότερο τα χρήματα από τους φίλους; Γιατί ο κόσμος δεν θα πιστέψει ποτέ πως εσύ δεν ήθελες να βγεις από εδώ μέσα, αν και εμείς δείξαμε μεγάλη προθυμία να σε σώσουμε.
 
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Μα τι μας μέλει, καλέ μου Κρίτωνα, για τη γνώμη των πολλών; Οι φρόνιμοι, για τους οποίους αξίζει να ενδιαφερόμαστε, θα πιστέψουν πως όλα έγιναν όπως θα έπρεπε να γίνουν.
 
ΚΡΙΤΩΝ 
Μολαταύτα, το βλέπεις, Σωκράτη, ότι πρέπει να ενδιαφερόμαστε και για τη γνώμη του κόσμου. Η δική σου τωρινή κατάσταση το λέει καθαρά ότι ο κόσμος μπορεί να κάνει όχι τα μικρότερα κακά, αλλά τα μεγαλύτερα σε έναν άνθρωπο που χτυπήθηκε ανάμεσά του με ψεύτικες κατηγορίες.
 
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Πόσο πιο καλά θα ήταν, Κρίτωνα, αν ο κόσμος, όπως μπορεί να κάνει το κακό, άλλο τόσο να μπορούσε να κάνει και το καλό. Αλλά δεν μπορεί να κάνει ούτε το ένα ούτε το άλλο. Δηλαδή δεν μπορεί να πράξει ούτε σωστά ούτε λάθος, και ό,τι κάνει το κάνει στην τύχη.
 
ΚΡΙΤΩΝ
Έτσι είναι. Μα, Σωκράτη, πες μου. Μήπως φοβάσαι για μένα και για τους άλλους φίλους, μήπως αν βγεις από εδώ μέσα οι συκοφάντες μας δημιουργήσουν προβλήματα, διαδίδοντας ότι εμείς σε βοηθήσαμε να δραπετεύσεις, και έτσι αναγκασθούμε ή όλη μας την περιουσία να χάσουμε ή πολλά χρήματα ή και εκτός από αυτά να πάθουμε και κάποιο άλλο κακό; Αν έχεις τέτοιον φόβο, άφησέ τον να πάει στο καλό. Γιατί είναι δίκαιο, προκειμένου να σωθείς, να διατρέξουμε αυτόν τον κίνδυνο και ακόμα μεγαλύτερο, αν χρειαστεί. Μα έλα, άκουσε τα λόγια μου και μη κάνεις διαφορετικά.
 
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Και αυτά φοβάμαι, Κρίτωνα, και πολλά άλλα.
 
ΚΡΙΤΩΝ
Όσο γι’ αυτό δεν πρέπει να έχεις κανέναν φόβο. Γιατί στο κάτω – κάτω δεν ζητούν και μεγάλα πράγματα αυτοί που αναλαμβάνουν να σε βγάλουν από εδώ μέσα. Έπειτα δεν βλέπεις πόσο φτηνά πουλιούνται αυτοί οι συκοφάντες και πως δεν χρειαζόμαστε πολλά χρήματα να τους εξαγοράσουμε; Και συ έχεις στη διάθεσή σου τα δικά μου χρήματα, αρκετά, όπως μου φαίνεται, έπειτα και αν φροντίζεις για μένα ότι δεν θα έπρεπε να ξοδέψω την περιουσία μου, εδώ είναι αυτοί οι φίλοι μας, από τα ξένα, πρόθυμοι να ξοδέψουν από τα δικά τους. Ένας μάλιστα, ο Σιμμίας ο Θηβαίος, γι’ αυτόν ακριβώς τον σκοπό έχει φέρει μαζί του αρκετά χρήματα. Και ο Κέβης και πολλοί άλλοι είναι εδώ, πρόθυμοι, ώστε αυτός ο φόβος να μη σε κρατάει από του να σώσεις τη ζωή σου, μήτε και ο λόγος που έλεγες στο δικαστήριο να σε εμποδίσει, ότι δηλαδή, αν έφευγες από τον τόπο σου, δεν θα ήξερες τι να κάνεις τον εαυτό σου. Γιατί και σε πολλά άλλα μέρη, οπουδήποτε πας, θα σε εκτιμήσουν. Και αν θέλεις να πας στην Θεσσαλία, εκεί έχω φίλους μου που θα σε περιποιηθούν πολύ και θα φροντίσουν για την ασφάλειά σου, ώστε κανείς να μη σε ενοχλήσει.
 
Κι ακόμη, Σωκράτη, έχω τη γνώμη ότι αυτό που πας να κάνεις δεν είναι ούτε ηθικό, να προδώσεις δηλαδή τον εαυτό σου ενώ μπορείς να σωθείς, και βιάζεσαι να γίνει αυτό ακριβώς που οι εχθροί σου περισσότερο θα βιάζονταν να γίνει, γιατί ήθελαν να σε καταστρέψουν. Και να ήταν μόνο αυτό; Νομίζω πως προδίδεις ακόμη και τα παιδιά σου, γιατί, ενώ μπορείς να τ’ αναθρέψεις και να τα μορφώσεις, τα αφήνεις και φεύγεις, εγκαταλείποντάς τα στην τύχη τους. Γιατί θα συμβεί φυσικά σε αυτά ό,τι ακριβώς συμβαίνει σε όλα τα ορφανά παιδιά.
 
Άκουσε, ή δεν πρέπει να κάνουμε παιδιά ή μια φορά αφού τα κάναμε πρέπει να ταλαιπωρηθούμε μαζί τους να τα αναθρέψουμε και να τα μορφώσουμε. Τώρα μου φαίνεται πως εσύ διάλεξες το ευκολότερο μέσον. Όχι, εσύ πρέπει να κάνεις ό,τι θα έκανε ένας άνθρωπος έντιμος και γενναίος, ειδικά εσύ, που λες ότι δεν έκανες τίποτε άλλο στη ζωή σου παρά να ασχολείσαι με την αρετή. Γιατί εγώ ντρέπομαι και για σένα και για μας τους φίλους σου, μήπως φανεί πως όλη αυτή η υπόθεση πήρε αυτό το τέλος από κάποια δειλία μας.
 
Θέλω να πω: Αφήσαμε να πάει η δίκη στο δικαστήριο, και μετά εσύ παρουσιάσθηκες, ενώ μπορούσες να μην παρουσιασθείς, και την αφήσαμε να εξελιχθεί όπως εξελίχθηκε. Και στο τέλος, επειδή δεν κατορθώσαμε να αποφύγουμε αυτή την έκβαση, που είναι και το πιο γελοίο μέρος όλης αυτής της υπόθεσης, να μη φροντίσουμε να σε σώσουμε ούτε συ τουλάχιστον να σώσεις τον εαυτό σου, κάτι που ήταν δυνατόν αρκεί να δρούσαμε κάπως πιο γρήγορα. Πρόσεχε, Σωκράτη, μήπως αυτή η τακτική σου, εκτός από ζημιά, είναι ντροπή και για σένα και για μας. Έλα, πάρε μια απόφαση. Έπρεπε να το είχες αποφασίσει κιόλας, όχι να το αποφασίσεις τώρα! Και η απόφαση είναι μία: Αυτή τη νύχτα πρέπει να έχουν γίνει όλα. Λίγο να αναβάλουμε, όλα τελείωσαν, δεν θα μπορούμε πια να κάνουμε τίποτα. Μα, Σωκράτη, άκουσέ με και μην κάνεις διαφορετικά.
 
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Αγαπητέ μου Κρίτωνα, αυτή η στοργή σου είναι ανεκτίμητη, αν την συνόδευε κάποια δικαιοσύνη. Αν όχι, όμως, όσο μεγαλύτερη είναι τόσο περισσότερο με στενοχωρεί. Ας εξετάσουμε αν αυτό που λες μπορεί να γίνει ή όχι. Γιατί όχι μόνο τώρα, αλλά πάντοτε, τέτοιος είμαι, ώστε να μην υπακούω σε τίποτα άλλο παρά στον λόγο εκείνο, που όταν σκέφτομαι, θα μου φανεί ο καλύτερος. Και τους λόγους που έλεγα άλλοτε (στο παρελθόν), δεν μπορώ τώρα να τους απαρνηθώ, επειδή με βρήκε αυτό το δυστύχημα, γιατί για μένα είναι πάντοτε οι ίδιοι, και το ίδιο τους εκτιμώ σήμερα και τους σέβομαι όπως και παλιότερα. Και αν δεν έχουμε τώρα λόγους πιο ισχυρούς, μάθε καλά πως εγώ ποτέ δεν θα συμφωνήσω σε αυτό που λες, ακόμα και αν αυτός ο παντοδύναμος λαός με φοβερίσει σαν παιδί, με τα τρομερότατα μέσα που έχει στη διάθεσή του, όπως είναι η φυλάκιση, ο θάνατος, η δήμευση της περιουσίας.
 
Πως λοιπόν θα μπορούσαμε να εξετάσουμε πιο σωστά το ζήτημά μας; Αν αρχίσουμε από εκείνο που έλεγες για τις γνώμες και ας εξετάσουμε, αν σωστά ή όχι λέγαμε στο παρελθόν ότι σε άλλες γνώμες πρέπει να δίνουμε προσοχή και σε άλλες όχι. Ή πριν, όταν δεν χρειαζόταν να πεθάνω, ήταν σωστό, ενώ τώρα έγινε φανερό ότι λεγόταν πραγματικά μόνο για παιχνίδι και φλυαρία; Κρίτωνα, εγώ επιθυμώ να εξετάσουμε μαζί αυτούς τους λόγους, που λέγαμε στο παρελθόν, μήπως φανούν τώρα που βρίσκομαι σε αυτή την κατάσταση κάπως αλλοιωμένοι ή παραμένουν οι ίδιοι, και ή να τους απαρνηθούμε ή να υπακούσουμε σε αυτούς. Εκείνοι που δεν πετούν τα λόγια τους στον αέρα, πάντα λένε αυτό, όπως προ ολίγου έλεγα κι εγώ, ότι από τις γνώμες των ανθρώπων σε άλλες πρέπει να δίνουμε σημασία και σε άλλες όχι. Προς θεού, Κρίτωνα, δεν νομίζεις ότι λέχθηκε σωστά αυτό;
 
 Εσύ, όσο τουλάχιστον μπορεί να κρίνει άνθρωπος, είσαι έξω από τον κίνδυνο να πεθάνεις αύριο, και δεν σου θολώνει την κρίση σου μια συμφορά σαν την δική μου. Γι’ αυτό σκέψου. Δεν σου φαίνεται σωστό άλλες από τις γνώμες των ανθρώπων να εκτιμούμε κι άλλες όχι; Όχι όλες, αλλά άλλες ναι, άλλες όχι. Τι λες; Δεν είναι σωστό αυτό;

ΚΡΙΤΩΝ
Σωστό.
 
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Λοιπόν πρέπει να εκτιμάμε τις καλές και όχι τις πονηρές;
 
ΚΡΙΤΩΝ
Ναι.
 
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Και καλές δεν είναι οι γνώμες των “φρονίμων” και πονηρές οι γνώμες των “αφρόνων”;
 
ΚΡΙΤΩΝ
Πως θα ήταν διαφορετικά;
 
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Εμπρός λοιπόν, ας εξετάσουμε αν αυτά που λέγαμε ήταν σωστά. Ένας που γυμνάζει το σώμα του τάχα υπολογίζει τον έπαινο και την κατηγορία και την γνώμη κάθε ανθρώπου, όποιος και αν είναι, ή τη γνώμη ενός μόνου, δηλαδή εκείνου που τυχαίνει να είναι γιατρός ή γυμναστής;
 
ΚΡΙΤΩΝ
Ενός μόνον.
 
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Επομένως αυτός πρέπει να φοβάται τις κατηγορίες και να επιθυμεί τους επαίνους μόνο εκείνου και όχι όλου του κόσμου.
 
ΚΡΙΤΩΝ
Είναι φανερό αυτό.
 
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Γι’ αυτό ακριβώς πρέπει αυτός να γυμνάζει το σώμα του και να τρώει και να πίνει και να κάνει τέλος πάντων ό,τι φαίνεται καλό σε αυτόν που τον έχει σαν οδηγό, και όχι βέβαια όπως φαίνεται καλό σε όλους τους άλλους.
 
ΚΡΙΤΩΝ
Έτσι είναι.
 
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Πάει καλά. Και αν δεν υπακούσει σε εκείνον μόνο αλλά περιφρονήσει τη γνώμη του και τους επαίνους και εκτιμήσει περισσότερο τις κρίσεις του κόσμου, που δεν καταλαβαίνει τίποτε από αυτά (από γυμναστική), δεν θα πάθει έτσι κάποια βλάβη;
 
ΚΡΙΤΩΝ
Πως δεν θα πάθει…
 
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Και ποια είναι αυτή η βλάβη; Και ποιο μέρος εκείνου που δεν υπακούει βλάπτει αυτή;
 
ΚΡΙΤΩΝ
Είναι φανερό ότι βλάπτεται το σώμα, γιατί είναι αυτό το ίδιο που καταστρέφεται λίγο – λίγο.
 
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Σωστά μιλάς. Και αυτό, Κρίτωνα, ισχύει στον ίδιο βαθμό και για τα άλλα πράγματα, για να μην τα αναφέρουμε όλα αναλυτικά; Λοιπόν και για τα δίκαια και για τα άδικα και για τα άσχημα και για τα ωραία και για τα ωφέλιμα και τα βλαβερά, που είναι το θέμα πάνω στο οποίο συζητάμε, πρέπει να ακολουθούμε τη γνώμη του κόσμου και να την υπολογίζουμε ή μόνο εκείνου που καταλαβαίνει απ’ αυτά, αν υπάρχει κανείς τέτοιος, και να ντρεπόμαστε και να φοβόμαστε αυτόν περισσότερο παρά όλους τους άλλους; Αυτόν που αν δεν τον ακολουθήσουμε, θα καταστρέψουμε και θα βλάψουμε εκείνο το μέρος το οποίο με τη δικαιοσύνη ευημερεί και ακμάζει, ενώ σβήνει και αφανίζεται με την αδικία; Ή μήπως αυτό δεν είναι αξίζει τίποτα;
 
ΚΡΙΤΩΝ
Το παραδέχομαι, Σωκράτη.
 
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Λοιπόν, αν εμείς, αυτό το μέρος που γίνεται καλύτερο με τα υγιεινά, και νοσηρό με τα νοσηρά, το καταστρέψουμε όταν δεν υπακούσουμε στη γνώμη αυτών που ξέρουν, άρα θα μπορέσουμε να ζούμε με αυτή την καταστροφή; Και αυτό είναι το σώμα. Ή όχι;
 
ΚΡΙΤΩΝ
Ναι.
 
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Πες μου, μπορούμε να ζήσουμε με ένα σώμα κακοποιημένο και καταστραμμένο;
 
ΚΡΙΤΩΝ
Ασφαλώς όχι.
 
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Και τότε μπορούμε να ζήσουμε και να έχουμε καταστρέψει εκείνο το μέρος μας που η αδικία μαραίνει και η δικαιοσύνη ωφελεί; Ή νομίζουμε πως είναι ευτελέστερο από το σώμα αυτό το μέρος, όποιο και αν είναι, στο οποίο κατοικεί η δικαιοσύνη και η αδικία;
 
ΚΡΙΤΩΝ
Κάθε άλλο.
 
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Μήπως αυτό είναι πολυτιμότερο;
 
ΚΡΙΤΩΝ
Και πολύ μάλιστα.
 
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Λοιπόν, αγαπητέ μου, δεν πρέπει να ενδιαφερόμαστε τόσο πολύ εμείς για το τι θα πει για μας ο κόσμος, αλλά για το τι θα πει εκείνος που γνωρίζει τι είναι δίκαιο και τι άδικο, ο ένας – και αυτή είναι η αλήθεια. Ώστε δεν πήρες καλό δρόμο πρωτύτερα με το να υποστηρίζεις πως πρέπει να δίνουμε σημασία στην γνώμη του κόσμου, όταν πρόκειται για τα δίκαια, για τα ωραία, για τα καλά και τα αντίθετά τους. Θα πει ίσως κανείς: Ε, ο κόσμος είναι καλός για να σκοτώνει.
 
ΚΡΙΤΩΝ
Και βέβαια θα το πει, Σωκράτη.
 
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Είναι αλήθεια. Μα καλέ μου, αυτός ο συλλογισμός που κάναμε τώρα μου φαίνεται πως μοιάζει με εκείνον που κάναμε την άλλη φορά. Μου φαίνεται δηλαδή πως μένει σταθερός. Και πρόσεξε αν μένει σταθερός και αυτός ο άλλος, ότι δηλαδή πρέπει να δίνουμε πάρα πολλή σημασία όχι στο να ζούμε απλά αλλά στο να ζούμε σωστά.
 
ΚΡΙΤΩΝ
Και βέβαια μένει σταθερός.
 
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Και η γνώμη ότι το καλό, το έντιμο, και το δίκαιο είναι ένα και το αυτό μένει σταθερή ή όχι;
 
ΚΡΙΤΩΝ
Μένει σταθερή.
 
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Λοιπόν, σύμφωνα με τις αρχές που παραδεχθήκαμε, πρέπει να εξετάσουμε αν είναι δίκαιο να αποπειραθώ να φύγω από εδώ χωρίς τη συγκατάθεση των Αθηναίων, ή αν δεν είναι δίκαιο. Και αν φαίνεται δίκαιο, να το επιχειρήσουμε, αλλιώς να το αφήσουμε. Όσο για εκείνες τις σκέψεις σου, για τα έξοδα, τα λόγια του κόσμου, την ανατροφή των παιδιών, κοίταξε μήπως στ’ αλήθεια, Κρίτωνα, είναι σοφίσματα αυτού του ελαφρόκοσμου που σε σκοτώνει χωρίς λόγο και που αν μπορούσε θα σε επανέφερε πάλι στη ζωή. Αλλά επειδή η λογική έτσι μας επιβάλλει, πρόσεξε μήπως δεν πρέπει να σκεπτόμαστε τίποτα άλλο, παρά εκείνο ακριβώς που λέγαμε προ ολίγου: αν δηλαδή εμείς θα πράξουμε δίκαια, πληρώνοντας με χρήματα και με ευγνωμοσύνη εκείνους που θα με οδηγήσουν έξω από τη φυλακή, και αν θα πράξουμε δίκαια, αυτοί και εγώ, εκείνοι που θα με βγάλουν και εγώ που θα βγω, ή αν άδικα. Και στην περίπτωση που θα κάνουμε αδικία, κοίταξε μήπως δεν είναι ανάγκη να λογαριάσουμε ούτε τον θάνατο μένοντας εδώ στην φυλακή ήσυχοι ούτε κανένα άλλο χειρότερο κακό που θα συνηγορεί στην αδικία.
 
ΚΡΙΤΩΝ
Καλά είναι αυτά όλα στην θεωρία, Σωκράτη, μα κοίταξε τώρα τι πρέπει να πράξουμε.
 
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Ας το εξετάσουμε μαζί, φίλε μου. Και αν έχεις κανέναν σοβαρό λόγο να μου αντιτάξεις, αντίταξέ μου τον και εγώ θα σε ακούσω, αλλιώς σταμάτα πια, φίλε μου, να μου λες όλο τα ίδια, ότι εγώ πρέπει να φύγω παρά την θέληση των Αθηναίων. Γιατί εγώ θέλω να πεισθείς γι’ αυτά που λεω και όχι να συμφωνήσεις παρά τη θέλησή σου. Πρόσεχε τώρα αν η βάση της σκέψης διατυπώνεται σωστά και προσπάθησε, όπως νομίζεις καλύτερα, να απαντάς στις ερωτήσεις μου.
 
ΚΡΙΤΩΝ
Και βέβαια θα προσπαθήσω.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Παραδεχόμαστε ότι ποτέ δεν πρέπει να κάνουμε αδικία, ή μήπως σε ορισμένες περιπτώσεις μπορούμε να κάνουμε και σε άλλες όχι; Ή η αδικία δεν είναι ποτέ σε καμιά περίπτωση ούτε έντιμο ούτε καλό, όπως πολλές φορές εμείς συμφωνώντας παραδεχθήκαμε στο παρελθόν και όπως πριν εγώ έλεγα. Ή όλες οι προηγούμενες συμφωνίες μας λησμονήθηκαν κατά το διάστημα των λίγων αυτών ημερών, τόσο που εμείς σε αυτή την ηλικία, γέροντες καθώς είμαστε, αν και σπουδαιολογούσαμε μαζί, χωρίς να το καταλάβουμε δεν διαφέραμε καθόλου από τα μικρά παιδιά; Πως εκείνες οι συμφωνίες μας δεν μένουν πάντοτε οι ίδιες, είτε η κοινή γνώμη τις παραδέχεται είτε τις απορρίπτει; Και αν πρόκειται να πάθουμε ακόμη χειρότερα κακά από αυτά ή και ελαφρότερα, η αδικία οπωσδήποτε γι’ αυτόν που την κάνει δεν παραμένει πάντα μια πράξη αισχρή και ανήθικη; Το παραδεχόμαστε αυτό ή όχι;
 
ΚΡΙΤΩΝ
Το παραδεχόμαστε.
 
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Λοιπόν σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να αδικεί κανείς.
 
ΚΡΙΤΩΝ
Όχι βέβαια.
 
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Επομένως ούτε αν αδικείται κανείς πρέπει να ανταποδίδει το άδικο, όπως πιστεύει ο πολύς κόσμος, αφού βέβαια δεν πρέπει με κανένα τρόπο να αδικεί κάποιος.
 
ΚΡΙΤΩΝ
Είναι φανερό.
 
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Τότε λοιπόν τι λες; Πρέπει κάποιος να κάνει κακό στον άλλο ή όχι;
 
ΚΡΙΤΩΝ
Όχι, βέβαια, δεν πρέπει, Σωκράτη.
 
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Και είναι δίκαιο να ανταποδίδει κανείς το κακό, όταν κακοποιείται, όπως πιστεύει ο πολύς κόσμος, ή όχι;
 
ΚΡΙΤΩΝ
Ασφαλώς όχι.
 
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Γιατί το να κάνει κανείς το κακό στους ανθρώπους δεν διαφέρει καθόλου από του να τους αδικεί.
 
ΚΡΙΤΩΝ
Σωστά μιλάς.
 
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Λοιπόν, δεν πρέπει ο άνθρωπος να κάνει αδικία ούτε να κάνει κακό, οποιοδήποτε και αν είναι το κακό που του κάνουν. Και πρόσεχε τώρα, Κρίτωνα, μήπως δεν μιλάς όπως σκέπτεσαι, γιατί ξέρω καλά πως είναι και θα είναι λίγοι εκείνοι που έχουν την ίδια γνώμη με μας σχετικά με αυτό το ζήτημα. Το σίγουρο είναι ότι όσοι έχουν την ίδια γνώμη για αυτά και όσοι δεν έχουν δεν μπορεί ποτέ να φθάσουν σε συμφωνία, και μάλιστα είναι αναγκαίο, επειδή θα επιμένουν και οι δυο στις αντίθετες απόψεις τους, να περιφρονούνται μεταξύ τους.
 
Γι’ αυτό λοιπόν σκέψου πολύ καλά, αν είσαι σύμφωνος με τη γνώμη μου, και επομένως να αρχίσουμε να σκεπτόμαστε ορμώμενοι από αυτή την ηθική αρχή, παραδεχόμενοι δηλαδή ότι δεν είναι ηθικά σωστό ούτε το να αδικεί κανείς ούτε το να ανταποδίδει το κακό με μια εκδίκηση Ή δεν συμμερίζεσαι τη γνώμη μου και απαρνείσαι αυτή την ηθική αρχή; Όσο για μένα, αυτή τη γνώμη είχα και προηγουμένως και αυτήν έχω ακόμα και τώρα. Εάν εσύ έχεις στο μυαλό σου καμιά άλλη, πες την μου και εξήγησέ μου. Αν όμως μένεις σταθερός στη γνώμη που είχες πρώτα, κάθισε να ακούσεις ό,τι ακολουθεί.

ΚΡΙΤΩΝ
Μένω σταθερός και συμφωνώ μαζί σου. Λέγε λοιπόν.
 
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Πρόσεξε τώρα λίγο περισσότερο. Αν εμείς φύγουμε από εδώ χωρίς τη συγκατάθεση της πόλης, αδικούμε κανένα, και μάλιστα εκείνους που λιγότερο θα έπρεπε να αδικήσουμε, ναι ή όχι; Και μένουμε πιστοί σε εκείνα τα οποία ομολογήσαμε ότι είναι δίκαια, ναι ή όχι;
 
ΚΡΙΤΩΝ
Δεν μπορώ, Σωκράτη, να απαντήσω σε ό,τι με ρωτάς. Δεν σε καταλαβαίνω.
 
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Μα σκέψου έτσι: Αν τη στιγμή που ξεκινάμε για να δραπετεύσουμε από εδώ – ή όπως αλλιώς ονομάσουμε αυτή την πράξη αν η λέξη “δραπετεύσουμε” δεν σου αρέσει – έλθουν να μας συναντήσουν οι νόμοι της Πολιτείας και αυτή η ίδια η Πολιτεία προσωπικά και παρουσιαζόμενοι μπροστά μας μας ρωτήσουν: “Σωκράτη, πες μας, τι έχεις κατά νου να κάνεις; Δεν σκέπτεσαι ίσως πως με αυτή την φυγή σου καταργείς εμάς και όλη την Πολιτεία; Ή νομίζεις πως είναι δυνατόν να σταθεί ορθή μια Πολιτεία και να μην ανατραπεί, εκεί όπου οι αποφάσεις των δικαστηρίων δεν έχουν κανένα κύρος, αλλά ματαιώνονται και ποδοπατούνται από τους πολίτες ” Τι θα απαντήσουμε εμείς, Κρίτωνα, σε αυτά και σε άλλες παρόμοιες επιπλήξεις; Πολλά βέβαια θα μπορούσε να πει κανείς, και αν μάλιστα είναι ρήτορας, για να δικαιολογηθεί επειδή παραβίασε αυτόν τον νόμο, που απαιτεί οι αποφάσεις να έχουν το αποτέλεσμά τους. Ή θα απαντήσουμε ότι “η Πολιτεία μας αδίκησε και δεν μας έκρινε σύμφωνα με το δίκαιο;” Έτσι θα απαντήσουμε ή όχι;
 
ΚΡΙΤΩΝ
Έτσι μα το Δία, Σωκράτη.
 
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Αλλά ας υποθέσουμε πως οι νόμοι τότε μας λένε: “Σωκράτη, αυτή ήταν η συμφωνία που κάναμε μεταξύ μας ή δεν συμφωνήσαμε να μένεις πιστός στις αποφάσεις που εκδίδουν τα δικαστήρια, οποιεσδήποτε και αν είναι;” Και αν παραξενευόμαστε με αυτά τους τα λόγια, ίσως θα εξακολουθούσαν να μας λένε: “Μην παραξενεύεσαι, Σωκράτη, με αυτό μας το ύφος, αλλά απάντησέ μας, γιατί και συ συνηθίζεις να προχωρείς με ερωτήσεις και απαντήσεις. Λέγε λοιπόν τι παράπονο έχεις εναντίον μας και εναντίον της πόλης ώστε ζητάς έτσι να μας καταστρέψεις; Δεν σου δώσαμε εμείς πρώτοι την ζωή, αφού εξαιτίας μας ο πατέρας σου πήρε γυναίκα τη μητέρα σου, και σ’ έφερε στον κόσμο; Έχεις να κάνεις καμιά κριτική σε εκείνους από εμάς που κανονίζουν τους γάμους πως δεν είναι τάχα καλοί;”
 
“Δεν έχω τίποτα εναντίον τους” θα έλεγα. “Μη τυχόν έχεις να πεις κάτι εναντίον των νόμων νόμους που κανονίζουν την ανατροφή και την εκπαίδευση σύμφωνα με τους οποίους και συ εκπαιδεύτηκες; Τι; Αυτοί οι νόμοι από εμάς που γι’ αυτό το σκοπό έχουν οριστεί, δεν έκαναν καλά που παράγγελλαν στον πατέρα σου να σε εκπαιδεύσει με μαθήματα μουσικής και γυμναστικής; Καλά έκαναν” θα απαντούσα εγώ.
 
“Ας είναι. Και αφού γεννήθηκες εξ αιτίας μας και ανατράφηκες και μορφώθηκες, θα μπορούσες να πεις ότι δεν είσαι δικός μας και παιδί μας και δούλος μας κι εσύ και οι πρόγονοί σου; Και αφού το πράγμα έτσι έχει, άραγε νομίζεις πως έχεις ίσα δικαιώματα εσύ με εμάς και φαντάζεσαι πως ό,τι κι αν σου κάνουμε, είναι δίκαιο να μας το ανταποδίδεις με τη σειρά σου; Ή τάχα απέναντι στον πατέρα σου δεν θα είχες ίσα δικαιώματα και απέναντι στον αφέντη σου, αν τύχαινε να έχεις τέτοιον, ώστε εκείνα που θα πάθαινες απ’ αυτούς να τα ανταποδίδεις αντεκδικούμενος αυτούς, ούτε δηλαδή αν σε ύβριζαν να τους υβρίζεις, ούτε αν σε έδερναν να τους δέρνεις, ούτε άλλα παρόμοια πολλά. Ως προς την πατρίδα σου όμως και τους νόμους της, κατά την γνώμη σου, θα είχες βέβαια το δικαίωμα, ώστε, αν εμείς θέλουμε να σε θανατώσουμε, επειδή το κρίνουμε δίκαιο, και συ τότε θα προσπαθούσες, όσον εξαρτάται από σένα να καταστρέψεις και εμάς και την πατρίδα αντεκδικούμενος, και θα ισχυρισθείς ότι, με το να κάνεις αυτά, πράττεις δίκαια, εσύ που αληθινά φροντίζεις για την αρετή;
 
Ή είσαι τόσο σοφός, ώστε σου έχει διαφύγει ότι και από τη μητέρα και από τον πατέρα και από όλους τους άλλους προγόνους το πολυτιμότερο πράγμα είναι η πατρίδα και σεβαστότερο και αγιώτερο και σε ανώτερη θέση, κατά τη γνώμη των θεών και των φρονίμων ανθρώπων, και ότι πρέπει να σεβόμαστε και περισσότερο να υπακούμε και να αγαπάμε την πατρίδα, όταν οργίζεται, παρά τον πατέρα, και, ή να προσπαθούμε να την πείθουμε, ή να εκτελούμε ό,τι κι αν διατάζει. Και ή να υποφέρουμε, αν αυτή το θέλει, χωρίς το παραμικρό παράπονο, και αν θέλει ακόμα να μας δείρει ή να μας ρίξει στην φυλακή, ή να μας στείλει στον πόλεμο για να πληγωθούμε ή να σκοτωθούμε, όλα αυτά πρέπει να τα κάνουμε. Και έτσι είναι το σωστό. Μάλιστα δεν πρέπει να ξεφεύγουμε ούτε να οπισθοχωρούμε ούτε να εγκαταλείπουμε τη θέση μας, αλλά και στον πόλεμο και στα δικαστήρια και όπου αλλού, καθήκον μας είναι να εκτελούμε όσα διατάσσει η Πολιτεία και η πατρίδα, ή, το πολύ, αν εκείνο που διατάζει δεν μας φαίνεται δίκαιο, να της υποδείξουμε και να την πείσουμε ποιο είναι το δίκαιο. Να μεταχειριζόμαστε όμως βία, δεν είναι ασέβεια σε μια μητέρα, σε έναν πατέρα και πολύ περισσότερο στην πατρίδα;”
 
 Τι θα απαντήσουμε εμείς σε όλα αυτά, Κρίτων; Θα απαντήσουμε ότι οι νόμοι λένε αλήθεια ή όχι;
 
ΚΡΙΤΩΝ
Έτσι μου φαίνεται.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Στη συνέχεια, σκέφτομαι, πως οι νόμοι θα μιλούσαν έτσι: “Πρόσεξε τώρα, αν λέμε αλήθεια ότι εσύ δηλαδή εγκληματείς εναντίον μας, εάν κάνεις ό,τι σκοπεύεις να κάνεις. Γιατί αφού σε γεννήσαμε, σε αναθρέψαμε και σε μορφώσαμε και σου δώσαμε μαζί με τους άλλους απ’ όλα τα καλά, απ’ ό,τι μπορούσαμε, σε ειδοποιήσαμε από πριν. Και όπως εσένα, έτσι και κάθε άλλον Αθηναίο που έφθασε στην ηλικία να γίνε πολίτης και έμαθε τα έθιμα της πόλης και εμάς τους νόμους. Σε ειδοποιήσαμε ότι, αν δεν σου αρέσουμε εμείς, σου δίνουμε την άδεια να πάρεις μαζί σου όλα τα πράγματά σου και να πας όπου σου αρέσει.
 
Και κανείς από μας τους νόμους δεν εμποδίζει ή απαγορεύει σε κανένα από σας, τους Αθηναίους, αν είναι δυσαρεστημένος με μας ή την Πολιτεία, να πάει σε κάποια από τις αποικίες μας ή να ξενιτευθεί, σε όποιο τόπο θέλει, μαζί με τα υπάρχοντά του. Ώστε λοιπόν, αν κάποιος από σας μένει εδώ, αφού είδε με ποιο τρόπο εμείς δικάζουμε και πώς διοικούμε την Πολιτεία, τότε θεωρούμε ότι αυτός έμπρακτα έχει αναλάβει υποχρεώσεις απέναντί μας, να εκτελεί ό,τι τον διατάζουμε και επίσης του επιτρέπουμε να κάνει ένα από αυτά τα δύο, ή να μας πείσει με τη λογική ή να υπακούσει στις διαταγές μας, αυτός δεν κάνει ούτε το ένα ούτε το άλλο.
 
Ε, λοιπόν, Σωκράτη, με αυτές τις κατηγορίες θα ενοχοποιηθείς, αν βέβαια κάνεις αυτά που λογαριάζεις και προ πάντων εσύ περισσότερο από κάθε άλλο Αθηναίο ”.
 
Και αν εγώ έλεγα γιατί αυτό; Ίσως θα μου επιτίθονταν δίκαια και θα μου έλεγαν ότι εγώ, περισσότερο από κάθε άλλο Αθηναίο, ανέλαβα αυτή την υποχρέωση.
 
“Έχουμε μεγάλες αποδείξεις” θα έλεγαν, “Σωκράτη, ότι σου αρέσαμε και εμείς και η πόλη. Γιατί δεν θα έμενες κλεισμένος περισσότερο από κάθε άλλον Αθηναίο σε αυτή την πόλη, εάν αυτή δεν σου άρεσε εξαιρετικά. Πραγματικά, δεν βγήκες ποτέ από την πόλη για να δεις τους αγώνες, εκτός από μια φορά στον Ισθμό, ούτε σε κανένα άλλο μέρος πήγες, εκτός αν πήγες κάπου για να πολεμήσεις, ούτε και έκανες ποτέ σου κανένα ταξίδι, όπως άλλοι άνθρωποι, ούτε επιθύμησες να γνωρίσεις άλλες πόλεις και άλλους νόμους, γιατί εμείς και η πόλη σε ικανοποιούσαμε. Τόσο πολύ μας αγαπούσες! Και έδωσες υπόσχεση να ζεις σαν πολίτης κάτω από την εξουσία μας. Και μετά εδώ έκανες παιδιά, πράγμα που πάλι δείχνει ότι σου άρεσε η πόλη. Και στη δίκη ακόμα ήταν δικαίωμά σου να ορίσεις σαν ποινή την εξορία, και αυτό ακριβώς που τώρα σκοπεύεις να κάνεις χωρίς το θέλημα της πόλης, μπορούσες να το κάνεις τότε με τη συγκατάθεσή της.
 
Εσύ όμως εκείνη την ημέρα καμάρωνες προσποιούμενος ότι δεν αγανακτούσες, αν θα παρίστατο ανάγκη να πεθάνεις, και προτιμούσες, όπως έλεγες, τον θάνατο από την εξορία. Και τώρα δεν ντρέπεσαι ούτε για εκείνους τους λόγους, ούτε σε νοιάζει για μας τους νόμους αφού κάνεις απόπειρα να μας καταργήσεις. Και θέλεις να κάνεις τα ίδια ακριβώς τα οποία θα έκανε κάποιος ανάξιος δούλος, να δραπετεύσεις δηλαδή παρά τις συνθήκες και τις υποσχέσεις που ανέλαβες για να ζεις σαν πολίτης. Απάντησε λοιπόν, πες μας πρώτα, αν δεν είναι αλήθεια, όπως εμείς το διαβεβαιώνουμε, ότι εσύ είσαι υποχρεωμένος να ζεις σαν πολίτης σύμφωνα με τις διαταγές μας, με έργα και όχι μόνο με λόγια. Είναι αλήθεια;”.
 
Τι θα απαντήσουμε σε αυτά, Κρίτωνα; Μπορούμε να μη συμφωνήσουμε;
 
ΚΡΙΤΩΝ
Αναγκαστικά, Σωκράτη.
 
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
“Τι άλλο λοιπόν, κάνεις”, θα έλεγαν, “παρά να παραβαίνεις τις συνθήκες και τις συμφωνίες που έκλεισες μαζί μας. Και δεν τα παραδέχθηκες με τη βία αυτά ούτε εξαπατήθηκες ούτε αναγκάσθηκες να αποφασίσεις βιαστικά, γιατί είχες καιρό στα εβδομήντα σου χρόνια να σκεφτείς. Και στο διάστημα αυτό μπορούσες να φύγεις, αν δεν σου αρέσαμε εμείς και αν οι μεταξύ μας συμφωνίες δεν σου φαίνονταν δίκαιες. Απεναντίας εσύ δεν προτίμησες ούτε την Σπάρτη ούτε την Κρήτη, για τις οποίες ως γνωστόν κάθε φορά που συζητείς λές ότι ευνομούνται, ούτε καμία άλλη από τις ελληνικές πόλεις ούτε από τις βαρβαρικές. Μάλιστα ποτέ στη ζωή σου δεν έφυγες από εδώ, λιγότερο ακόμα και από τους κουτσούς και τους τυφλούς και τους άλλους ανάπηρους, σαν να μην διέφερες καθόλου από αυτούς. Τόσο πολύ, πιο πολύ από ό,τι στους άλλους Αθηναίους, σου άρεσε αυτή η πόλη και οι εμείς οι νόμοι. Γιατί σε ποιον μπορεί να αρέσει μια πόλη χωρίς νόμους; Και τώρα δεν θα μείνεις πιστός σε όσα έχεις υποσχεθεί; Ναι (θα μείνεις πιστός), αν μας ακούσεις, Σωκράτη, και δεν θα γίνεις περίγελος φεύγοντας από την πατρίδα σου.
 
Σκέψου τώρα και τα επακόλουθα: Εάν αθετήσεις τις υποχρεώσεις σου αυτές και υποπέσεις σε ένα τέτοιο σφάλμα, τι καλό θα κάνεις στον εαυτό σου και στους φίλους σου; Ότι θα διατρέξουν τον κίνδυνο να εξορισθούν και να στερηθούν την πατρίδα τους ή να χάσουν την περιουσία τους, είναι σχεδόν βέβαιο. Όσο για σένα, αν καταφύγεις σε καμία από τις πόλεις που είναι πολύ κοντά, όπως στην Θήβα ή στα Μέγαρα, επειδή και οι δύο αυτές πόλεις ευνομούνται, θα πας εκεί, Σωκράτη, σαν ένας εχθρός της Πολιτείας τους. Και όσοι αγαπούν τις πόλεις τους θα σε στραβοκοιτάζουν, γιατί θα σε θεωρούν διαφθορέα των νόμων, και έτσι θα επιβεβαιώσεις στους δικαστές την γνώμη τους ότι ορθά έκριναν την δίκη σου, γιατί άνθρωπος που είναι διαφθορέας των νόμων μπορεί κάλλιστα να νομισθεί διαφθορέας της νεολαίας και του αμαθούς όχλου.
 
Τι θα κάνεις λοιπόν; Θα αποφύγεις τις ευνομούμενες πόλεις και τους πολιτισμένους ανθρώπους; Και αν το κάνεις αυτό, θα αξίζει τον κόπο να ζεις; Ή θα τους πλησιάσεις και αδιάντροπα θα συζητάς μαζί τους; Τι θα κάνεις Σωκράτη; Μήπως αυτά που έλεγες εδώ, πως η αρετή και η δικαιοσύνη και η νομιμότητα είναι τα πιο ανεκτίμητα πράγματα στους ανθρώπους; Και δεν νομίζεις ότι η πράξη σου αυτή θα είναι μια αδιαντροπιά; Ποιος θα αμφέβαλε γι’ αυτό;
 
Οπότε εσύ θα σηκωθείς και θα φύγεις από αυτούς τους τόπους, θα πας στην Θεσσαλία, στους φίλους του Κρίτωνα, γιατί εκεί, ως γνωστόν, επικρατεί μεγάλη αταξία και ανηθικότητα και εκεί ευχαρίστως ίσως να σε άκουαν να τους διηγείσαι με ποιο γελοίο τρόπο δραπέτευσες, κουκουλωμένος με κάποιο μανδύα ή σκεπασμένος με κάποια κάπα ή με άλλον τρόπο μεταμφιεσμένος, κατά τη συνήθεια των δούλων που δραπετεύουν, και αφού ακόμα θα άλλαζες τη μορφή σου. Και νομίζεις πως κανείς δεν θα βρεθεί να σου πει ότι εσύ, γέρος άνθρωπος, ενώ ακόμα σου απομένει λίγη ζωή, τόλμησες να δείξεις τόση αφοσίωση στη ζωή σου, ώστε να ποδοπατήσεις τους πιο σημαντικούς νόμους,; Ίσως, να μην στο πουν, αν εσύ δεν πειράξεις κανέναν. Μα, αν όχι, Σωκράτη, ω πόσα πολλά και ανάξιά σου έχεις να ακούσεις! Θα ζεις λοιπόν κολακεύοντας όλους τους ανθρώπους και θα φέρεσαι δουλικά σε όλους; Και πως θα τα περνάς στην Θεσσαλία;
 
Διασκεδάζοντας στα τραπέζια του ενός και του άλλου, σαν να πήγαινες εκεί επίτηδες για να φας και να πιείς; Κι εκείνοι οι περίφημοι λόγοι μας περί δικαιοσύνης και της άλλης αρετής τι θα γίνουν; Ω, ναι, θέλεις να ζήσεις για τα παιδιά σου, να τα αναθρέψεις και να τα μορφώσεις! Λοιπόν τι σκέφτεσαι; Λογαριάζεις να τα πάρεις στην Θεσσαλία να τα αναθρέψεις και να τα μορφώσεις, αφού τα κάνεις ξένους, για να απολαύσουν στο τέλος και αυτό το καλό; Ή όχι, και θα τα αφήσεις εδώ να ανατραφούν; Αλλά νομίζεις ότι αν ζεις εσύ, αν και θα είσαι μακριά τους, αυτά θα ανατραφούν και θα μορφωθούν καλύτερα; Θα πεις ότι οι φίλοι σου θα αναλάβουν την φροντίδα γι’ αυτά. Ωραία! Αν φύγεις για τη Θεσσαλία θα φροντίσουν, και αν φύγεις για τον Άδη δεν θα φροντίσουν; Αν πρόκειται βέβαια να ελπίζεις κανένα καλό από εκείνους που σου λένε ότι είναι φίλοι, έχε τους εμπιστοσύνη!
 
Λοιπόν, Σωκράτη, άκουσε εμάς που σε αναθρέψαμε. Τα παιδιά, τη ζωή, και κάθε άλλο αγαπητό που υπάρχει στον κόσμο, να μην λογαριάσεις εμπρός στο δίκαιο, για να μπορείς όταν πας στον Άδη να απολογηθείς με όλα αυτά στους εκεί Άρχοντες. Γιατί εδώ – στη γη – είναι φανερό και σε σένα και στους δικούς σου ότι αυτό που σκοπεύεις να κάνεις δεν είναι ούτε καλό ούτε δίκαιο, ούτε ευλαβικό. Ούτε εκεί κάτω (στον Άδη) όταν θα φθάσεις θα σου είναι ωφέλιμο. Γι’ αυτό τώρα θα φύγεις απ’ αυτόν τον κόσμο, εάν αποφασίσεις να φύγεις, αδικημένος όχι από εμάς, τους νόμους, αλλά από τους ανθρώπους.
 
Ενώ αν δραπετεύσεις από εδώ απαντώντας με τόσο αισχρό τρόπο στην αδικία με την αδικία και στο κακό με το κακό, αθετώντας τις συμφωνίες και τις υποσχέσεις που μόνος σου έκλεισες μαζί μας, και βλάπτοντας εκείνους που λιγότερο θα έπρεπε να βλάψεις, δηλαδή τον ίδιο τον εαυτό σου και τους φίλους σου και την πατρίδα σου και εμάς, τότε και εμείς θα είμαστε οργισμένοι εναντίον σου, εφόσον ζεις, και εκεί κάτω, στον Άδη, οι αδελφοί μας οι νόμοι, δεν θα σου κάνουν καλή υποδοχή, επειδή θα γνωρίζουν ότι επιχείρησες και εμάς εδώ να καταστρέψεις, όσο ήταν αυτό δυνατόν από τη μεριά σου. Πρόσεξε λοιπόν να μην πλανηθείς από τα λόγια του Κρίτωνα και κάνεις ό,τι σου λέει αυτός, αντί να κάνεις ό,τι σου λέμε εμείς”.
 
Όλα αυτά, αγαπητέ μου φίλε Κρίτωνα, να ξέρεις καλά ότι εγώ νομίζω πως τα ακούω να λέγονται απαράλλακτα, όπως οι κορυβαντιώντες νομίζουν πως ακούν τον ήχο των αυλών. Και βουίζει στ’ αυτιά μου αυτός ο ίδιος ήχος των λόγων, τόσο πολύ, ώστε με κάνει να μένω κουφός σε κάθε άλλο ήχο. Λοιπόν, Κρίτωνα, ξέρεις τώρα εσύ πως σκέφτομαι. Αν σε αυτά έχεις αντιρρήσεις, μάταιος ο κόπος σου. Εάν νομίζεις όμως πως θα κατορθώσεις κάτι παραπάνω, πες μου τη σκέψη σου.
 
ΚΡΙΤΩΝ
Σωκράτη μου, δεν έχω να πω τίποτα παραπάνω.
 
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Άσε τα λοιπόν, Κρίτωνα, και ας πράξουμε έτσι, αφού προς αυτόν τον δρόμο μας οδηγεί ο Θεός.

ΤΕΛΟΣ

Ιανουαρίου 26, 2009 Αναρτήθηκε από τον/την | "Greek National Pride" blog, ΕΛΛΑΔΑ, ΙΣΤΟΡΙΚΑ | Γράψτε ένα σχόλιο

- ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ τής ΣΙΚΕΛΙΑΣ -

ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ τής ΣΙΚΕΛΙΑΣ

 

1. Οι Αθηναίοι αποφασίζουν νά εκστρατεύσουν εναντίον τής Σικελίας  Κατά τόν ίδιον χειμώνα, οι Αθηναίοι ήθελαν νά εκστρατεύσουν πάλιν κατά τής Σικελίας μέ στρατιωτικάς δυνάμεις μεγαλυτέρας παρά εκείνας πού είχαν οι Λάχης καί Ευρυμέδων, μέ τήν ελπίδα νά τήν υποτάξουν, καθόσον οι πολλοί δέν εγνώριζαν ούτε τό μέγεθος τής νήσου, ούτε τό πλήθος τών κατοίκων αυτής, Ελλήνων καί βαρβάρων, ούτε υπωπτεύοντο, ότι o πόλεμος, τόν oποίον επροτίθεντο ν’ αναλάβουν, δέν ήτο πολύ μικροτέρας σπουδαιότητος από τόν Πελοποννησιακόν. Διότι ο δι’ εμπορικού πλοίου περίπλους τής Σικελίας απαιτεί οκτώ περίπου ημέρας, καί ενώ είναι τόσον μεγάλη, αποτελεί σχεδόν μέρος τής ηπείρου, από τής οποίας διαχωρίζεται διά βραχίονος θαλάσσης πλάτους είκοσι περίπου σταδίων.

2. Οι πρώτοι κάτοικοι τής Σικελίας καί η αποίκισις αυτής  Η Σικελία απωκίσθη από τών αρχαίων χρόνων υπό τών επομένων εν συνόλω λαών. Παλαιότατοι κάτοικοι μέρους αυτής λέγονται οι Κύκλωπες καί οι Λαιστρυγόνες, τών οποίων ούτε τήν καταγωγήν είμαι εις θέσιν νά ορίσω, ούτε πόθεν ήλθαν, ούτε πού μετέβησαν. Πρέπει ν’ αρκεσθώμεν, επομένως, εις τάς διηγήσεις τών ποιητών καί εις ό,τι τυχόν καθείς γνωρίζει περί αυτών. Πρώτοι μετ’ αυτούς εγκατασταθέντες εις αυτήν φαίνονται οι Σικανοί, καί ισχυρίζονται μέν οι ίδιοι ότι ήσαν παλαιότεροι, λόγω τού ότι ήσαν γηγενείς, αλλά τά πράγματα αποδεικνύουν ότι ήσαν Ίβηρες, εκδιωχθέντες από τόν Σικανόν ποταμόν τής Ιβηρίας υπό τών Λιγύων. Ούτοι κατοικούν ακόμη καί σήμερον τό δυτικόν μέρος τής Σικελίας, η οποία από αυτούς ωνομάσθη έκτοτε Σικανία, ενώ προηγουμένως εκαλείτο Τρινακρία. Αλλά τινές εκ τών Τρώων, διαφυγόντες τούς Αχαιούς, κατά τήν άλωσιν τής Τροίας, έφθασαν επί πλοίων εις τήν Σικελίαν καί εγκατεστάθησαν γείτονες τών Σικανών εις δύο πόλεις, τήν Έρυκα καί τήν Έγεσταν, λαβόντες τό κοινόν όνομα Έλυμοι. Μαζί μέ αυτούς εγκατεστάθησαν καί μερικοί Φωκείς, εκ τών λαβόντων μέρος εις τόν Τρωϊκόν πόλεμον, οι οποίοι παρεσύρθησαν τότε υπό τής κακοκαιρίας εις τήν Λιβύην πρώτον καί έπειτα εξ αυτής εις τήν Σικελίαν.

Οι Σικελοί, εξ άλλου, διέβησαν εις τήν Σικελίαν, εκδιωχθέντες από τήν Ιταλίαν, όπου κατώκουν, υπό τών Οπικών. Κατά τινα πιθανήν παράδοσιν διεπεραιώθησαν εκεί επί σχεδίων, επωφεληθέντες τήν κατάλληλον διά τήν διάβασιν στιγμήν, ότε ο άνεμος ήτο απόγειος. Είναι, άλλωστε, ενδεχόμενον νά κατέπλευσαν εκεί καί κατ’ άλλον τρόπον. Υπάρχουν δέ καί σήμερον ακόμη Σικελοί εις τήν Ιταλίαν, η οποία επωνομάσθη ούτως από τό όνομα βασιλέως τινος τών Σικελών, ονομαζομένου Ιταλού. Ελθόντες ούτοι εις τήν Σικελίαν μέ πολυάριθμον στρατόν καί νικήσαντες εις μάχην τούς Σικανούς, απώθησαν αυτούς πρός τά μεσημβρινά καί τά δυτικά μέρη αυτής καί έγιναν αιτία όπως η νήσος από Σικανίας ονομασθή Σικελία. Εγκατασταθέντες δ’ εις τά καλύτερα μέρη τής χώρας, κατείχαν αυτήν επί τριακόσια περίπου έτη, προτού έλθουν Έλληνες εις τήν Σικελίαν. Καί σήμερον ακόμη κατέχουν τό κέντρον καί τά βόρεια τής νήσου. Αλλά καί Φοίνικες είχαν,χάριν τού μετά τών Σικελών εμπορίου των, αποικίας πέριξ όλης τής νήσου, καί επί τών ακρωτηρίων, τά οποία κατελάμβαναν καί απεχώριζαν από τήν ξηράν διά τείχους, καί επί τών παρακειμένων νησιδίων.

Αλλ’ όταν οι Έλληνες ωσαύτως ήρχισαν ερχόμενοι πολλοί διά θαλάσσης, απεσύρθησαν από τά λοιπά μέρη καί συγκεντρωθέντες, κατώκησαν εις τήν Μοτύην, τόν Σολούντα καί τό Πάνορμον, πλησίον τών Ελύμων, τό μέν ένεκα τής εμπιστοσύνης πού είχαν εις τήν συμμαχίαν τών Ελύμων, τό δέ διότι εις τό μέρος τούτο, τό από Σικελίας εις Καρχηδόνα ταξίδιον είναι συντομώτατον. Τόσοι βάρβαροι λαοί καί κατά τοιούτον τρόπον εγκατεστάθησαν εις τήν Σικελίαν.

3. Εκ τών Ελλήνων, πρώτοι οι Χαλκιδείς, πλεύσαντες εξ Ευβοίας υπό τήν αρχηγίαν τού Θουκλέους ως οικιστού, απώκισαν τήν Νάξον καί ίδρυσαν βωμόν εις τιμήν Απόλλωνος τού αρχηγέτου, ο οποίος σώζεται σήμερον εκτός τής πόλεως καί επί τού οποίου οι αποστελλόμενοι εκ Σικελίας θεωροί προσφέρουν θυσίας, πρίν εκπλεύσουν. Κατά τό ακόλουθον έτος, ο Αρχίας, είς τών Ηρακλειδών, ελθών εκ Κορίνθου, ίδρυσε τάς Συρακούσας, αφού πρώτον εξεδίωξε τούς Σικελούς εκ τής νησίδος, η οποία είναι σήμερον ηνωμένη πλέον μέ τήν ξηράν καί επί τής οποίας κείται η εσωτερική πόλις. Μέ τόν καιρόν ύστερον, καί η έξω πόλις συνεδέθη μέ αυτήν διά τείχους καί έγινε πολυάνθρωπος. Κατά τό πέμπτον έτος μετά τήν ίδρυσιν τών Συρακουσίων, ο Θουκλής μετά τών Χαλκιδέων, ορμηθέντες εκ Νάξου, εξεδίωξαν κατόπιν πολέμου τούς Σικελούς καί ίδρυσαν τούς Λεοντίνους, καί ύστερον τήν Κατάνην. Οι Καταναίοι, εν τούτοις, εξέλεξαν οι ίδιοι ως οικιστήν τόν Εύαρχον.

4. Περί τήν αυτήν εποχήν, ο Λάμις, ηγούμενος αποικίας, ήλθεν εκ Μεγάρων εις τήν Σικελίαν, όπου εγκατεστάθη εις θέσιν τινά, άνωθεν τού ποταμού Παντακύου, καλουμένην Τρώτιλον. Βραδύτερον, μετοικήσας αυτόθεν, εγκατεστάθη εις τούς Λεοντίνους, όπου επολιτογραφήθη μέ τούς περί αυτόν, αλλά μετ’ ολίγον χρόνον εξεδιώχθη υπό τών Χαλκιδέων καί ίδρυσε τήν Θάψον, όπου καί απέθανε. Οι περί αυτόν, εκδιωχθέντες εκ τής Θάψου, ίδρυσαν τά κληθέντα Μέγαρα Υβλαία, επί χώρας, τήν οποίαν παρέδωκεν εις αυτούς καί όπου τούς ωδήγησεν ο βασιλεύς τών Σικελών Ύβλων. Αφού κατώκησαν εκεί διακόσια σαράντα πέντε έτη, εξεδιώχθησαν εκ τής πόλεως καί τής χώρας υπό τού Γέλωνος, τυράννου τών Συρακουσίων. Αλλά πρίν εκδιωχθούν, εκατόν έτη μετά τήν ιδίαν αυτών εγκατάστασιν, έστειλαν πρός ίδρυσιν τής Σελινούντος τόν Πάμμιλον, όστις είχεν έλθει από τήν μητρόπολιν αυτών Μέγαρα,διά νά λάβη μέρος εις τήν νέαν αποικίαν. Κατά τό τεσσαρακοστόν πέμπτον έτος μετά τήν ίδρυσιν τών Συρακουσών, ιδρύθη η Γέλα, από κοινού υπό τού Αντιφήμου καί τού Εντίμου, οι οποίοι ήλθαν επί κεφαλής αποίκων, εκείνος εκ Ρόδου, καί ούτος εκ Κρήτης.

Η πόλις έλαβε τό όνομά της από τόν ποταμόν Γέλαν, αλλά τό μέρος όπου ευρίσκεται σήμερον η ακρόπολις, καί τό οποίον ετειχίσθη πρώτον, ονομάζεται Λίνδιοι. Εις τήν νέαν αποικίαν εισήχθησαν οι Δωρικοί θεσμοί. Εκατόν οκτώ σχεδόν ακριβώς έτη μετά τήν ιδίαν αυτών εγκατάστασιν, οι Γελώοι ίδρυσαν τόν Ακράγαντα. Τήν πόλιν ωνόμασαν εκ τού ομωνύμου ποταμού. Οικιστάς αυτής διώρισαν τόν Αριστόνουν καί τόν Πυστίλον, καί εισήγαγαν εις αυτήν τούς ιδίους αυτών θεσμούς. Η Ζάγκλη κατ’ αρχάς ιδρύθη από πειρατών ελθόντων εκ Κύμης, αποικίας τών Χαλκιδέων, κειμένης εις τήν Οπικίαν. Βραδύτερον όμως ήλθαν εκ Χαλκίδος καί τής άλλης Ευβοίας πλήθος αποίκων, οι οποίοι έλαβαν μέρος μετά τών πρώτων εις τήν διανομήν τής γής. Οικισταί ήσαν ο Περιήρης καί ο Κραταιμένης, ο πρώτος εκ Κυμης, ο δεύτερος εκ Χαλκίδος. Η πόλις ωνομάσθη πρώτον υπό τών Σικελών Ζάγκλη, διά τό δρεπανοειδές σχήμα τού μέρους, καθόσον τό δρέπανον οι Σικελοί ονομάζουν ζάγκλον. Βραδύτερον όμως οι άποικοι ούτοι εξεδιώχθησαν υπό τών Σαμίων καί άλλων Ιώνων, οι οποίοι, φεύγοντες τούς Πέρσας, αποβιβάσθησαν εις τήν Σικελίαν. Τούς Σαμίους πάλιν εξεδίωξεν ολίγον χρόνον ύστερον ο Αναξίλας, τύραννος τών Ρηγίνων, καί αποικίσας τήν πόλιν μέ σύμμικτον πληθυσμόν, μετωνόμασεν αυτήν Μεσσήνην από τό όνομα τής παλαιάς αυτού πατρίδος.

5. Τής Ιμέρας οικισταί υπήρξαν οι εκ Ζάγκλης Ευκλείδης καί Σίμος καί Σάκων. Οι πλείστοι τών αποίκων ήσαν Χαλκιδείς, αλλά μετ’ αυτών εγκατεστάθησαν καί φυγάδες εκ Συρακουσών, οι καλούμενοι Μυλητίδαι, νικηθέντες υπό τής αντιθέτου φατρίας. Καί η μέν γλώσσα των ήτο κράμα τής Χαλκιδικής καί Δωρικής διαλέκτου, αλλ’ επεκράτησαν οι Χαλκιδικοί θεσμοί, αι Άκραι καί αι Κασμέναι απωκίσθησαν υπό τών Συρακουσίων, αι Άκραι εβδομήντα έτη μετά τήν ίδρυσιν τών Συρακουσών, αι Κασμέναι είκοσι περίπου έτη μετά τάς Άκρας. Η Καμάρινα απωκίσθη τό πρώτον υπό τών Συρακουσίων, ακριβώς σχεδόν εκατόν τριάντα πέντε έτη μετά τήν ίδρυσιν τών Συρακουσών. Οικισταί αυτής ήσαν ο Δάσκων καί ο Μενέκωλος. Αλλ’ οι Καιμαριναίοι, επαναστατήσαντες κατά τών Συρακουσίων καί νικηθέντες, εξεδιώχθησαν υπό τούτων, καί μετά καιρόν ο Ιπποκράτης, τύραννος τής Γέλας, λαβών τήν χώραν τών Καμαριναίων ως λύτρα Συρακουσίων τινών αιχμαλώτων, έγινεν ο ίδιος οικιστής καί συνώκισεν εκ νέου τήν Καμάριναν. Αλλ’ οι κάτοικοι αυτής εξεδιώχθησαν πάλιν υπό τού Γέλωνος, καί η πόλις απωκίσθη διά τρίτην φοράν υπό τών κατοίκων τής Γέλας.

6. Οι Αθηναίοι στέλλουν πρέσβεις εις Έγεσταν τής Σικελίας  Τόσοι λαοί Ελλήνων καί βαρβάρων κατώκουν τήν Σικελίαν καί τοσούτον ήτο τό μέγεθος τής νήσου, κατά τής οποίας οι Αθηναίοι έσπευσαν νά εκστρατεύσουν. Η αληθής αιτία τής τοιαύτης εκστρατείας ήτο η ζωηρά των επιθυμία νά κατακτήσουν ολόκληρον τήν νήσον, ήθελαν όμως συγχρόνως νά έχουν τήν εύσχημον πρόφασιν, ότι έρχονται εις βοήθειαν τών ομογενών των καί τών άλλων συμμάχων των. Αλλά πρό πάντων εξώθησαν αυτούς πρέσβεις τών Εγεσταίων, οι οποίοι, ελθόντες εις Αθήνας, επεκαλούντο μετά μεγάλης θέρμης τήν συνδρομήν των. Διότι, γείτονες όντες τών Σελινουντίων, είχαν περιέλθει εις πόλεμον πρός αυτούς, εξ αφορμής τού ζητήματος τής μεταξύ αυτών επιγαμίας καί ένεκα αμφισβητουμένου τινός εδάφους, καί οι Σελινούντιοι, επικαλεσθέντες τήν συμμαχικήν βοήθειαν τών Συρακουσίων, επίεζαν αυτούς ισχυρώς διά τού πολέμου καί κατά γήν καί κατά θάλασσαν. Ως εκ τούτου, οι Εγεσταίοι, υπενθυμίζοντες εις τούς Αθηναίους τήν συμμαχίαν, η οποία είχε συνομολογηθή επί Λάχητος κατά τόν προηγούμενον πόλεμον, παρεκάλουν νά τούς βοηθήσουν διά τής αποστολής ναυτικής δυνάμεως, ισχυριζόμενοι, πλήν πολλών άλλων, καί τούτο κυρίως, ότι, εάν οι

Συρακούσιοι δέν ετιμωρούντο διά τήν έξωσιν τών Λεοντίνων εκ τής πόλεώς των, καί αφίνοντο νά καταστρέψουν καί τούς υπολειπομένους ακόμη συμμάχους τών Αθηναίων καί εκτείνουν ούτω τήν εξουσίαν των εις ολόκληρον τήν Σικελίαν, υπήρχε φόβος μήπως, Δωριείς αυτοί καί άποικοι, έλθουν ημέραν τινά μέ μεγάλας στρατιωτικάς δυνάμεις εις βοήθειαν τών Δωριέων τής Πελοποννήσου, ως ομογενών καί ιδρυτών τής αποικίας των, καί συγκαταλύσουν τήν δύναμιν καί αυτών τών Αθηνών. Ότι, επομένως, η φρόνησις επιβάλλει ν’ αντιταχθούν κατά τών Συρακουσίων μέ τούς υπολειπόμενους ακόμη συμμάχους των, τόσον μάλλον, καθόσον, ως έλεγαν οι Εγεσταίοι, θά παρείχαν αυτοί ικανά διά τόν πόλεμον χρήματα.

Οι Αθηναίοι ακούσαντες κατά τάς συνελεύσεις τού λαού τούς Εγεσταίους καί τούς υποστηρικτάς αυτών εκθέτοντας επανειλημμένως τά επιχειρήματα ταύτα, εψήφισαν νά αποσταλούν πρώτον πρέσβεις εις τήν Έγεσταν, όπως δι’ επιτοπίου ερεύνης βεβαιωθούν εάν υπάρχουν πράγματι τά χρήματα τά οποία ισχυρίζονται ότι έχουν εις τό δημόσιον ταμείον καί εις τούς ναούς, καί εξακριβώσουν εις ποίαν κατάστασιν ευρίσκονται τά τού πολέμου πρός τούς Σελινουντίους.

7. Οι Αργείοι κατεδαφίζουν τάς Ορνεάς Ούτως, οι πρέσβεις τών Αθηναίων εστάλησαν εις τήν Σικελίαν. Οι Λακεδαιμόνιοι, εξ άλλου, καί οι σύμμαχοι αυτών, πλήν τών Κορινθίων, εξεστράτευσαν, κατά τήν διάρκειαν τού αυτού χειμώνος

εις τήν Αργολίδα καί ηρήμωσαν μικρόν μέρος αυτής, αποκομίσαντες καί σίτον επί αμαξών, τάς οποίας είχαν φέρει μαζί των πρός τούτο. Αφού δ’ εγκατέστησαν τούς Αργείους φυγάδας εις τάς Ορνεάς, όπου άφισαν μικράν φρουράν, καί συνωμολόγησαν ανακωχήν διά χρονικόν τι διάστημα, κατά τό οποίον οι Ορνεάται καί οι Αργείοι υπεχρεώθησαν νά μή βλάπτουν οι μέν τήν χώραν τών δέ, επέστρεψαν μέ τόν στρατόν εις τά ίδια. Αλλ’ επειδή οι Αθηναίοι ήλθαν μετ’ ολίγον χρόνον μέ τριάντα πλοία καί εξακόσιους οπλίτας οι Αργείοι εξεστράτευσαν πανστρατιά μέ αυτούς καί επολιόρκησαν τάς Ορνεάς επί μίαν ημέραν. Διαρκούσης όμως τής νυκτός, επειδή ο πολιορκητικός στρατός κατηυλίσθη μακράν, οι πολιορκούμενοι έφυγαν απαρατήρητοι από τάς Ορνεάς. Τήν επομένην, άμα ως αντελήφθησαν τό πράγμα οι Αργείοι, κατηδάφισαν τάς Ορνεάς καί μετά τούτο ανεχώρησαν. Καί μετ’ ολίγον επέστρεψαν καί οι Αθηναίοι μέ τόν στόλον των εις τά ίδια.

Οι Αθηναίοι ερημώνουν την Μακεδονίαν  Οι Αθηναίοι μετέφεραν ωσαύτως διά θαλάσσης εις τήν Μεθώνην, παρά τά σύνορα τής Μακεδονίας, ιππικόν, αποτελούμενον από συμπολίτας των καί από Μακεδόνας εξόριστους, οι οποίοι είχαν καταφύγει εις Αθήνας, καί ηρήμωναν τήν χώραν τού Περδίκκα. Οι Λακεδαιμόνιοι διεμήνυσαν πρός τούς Χαλκιδείς τής Θράκης, οι οποίοι, ευρίσκοντο υπό ανακωχήν πρός τούς Αθηναίους, δυναμένην νά τερματισθή δέκα ημέρας μετά τήν καταγγελίαν, συνιστώντες νά βοηθήσουν τόν Περδίκκαν. Ούτοι όμως ηρνήθησαν. Καί εν τώ μεταξύ ετελείωσεν ο χειμών καί συγχρόνως τό δέκατον έκτον έτος τού πολέμου, τού οποίου τήν Ιστορίαν έγραψεν ο Θουκυδίδης.

 

Έτος 17ον : -415 / -414

 

8. Η εκκλησία τού δήμου τών Αθηναίων ψηφίζει τήν εκστρατείαν εις Σικελίαν 

Κατά τήν αρχήν τού επομένου έαρος, οι Αθηναίοι πρέσβεις επέστρεψαν εκ Σικελίας, συνοδευόμενοι υπό τών πρέσβεων τών Εγεσταίων, οι οποίοι έφεραν εξήντα τάλαντα αργύρου μή νομισματοποιημένου, ως μισθόν ενός μηνός τών πληρωμάτων εξήντα πλοίων, τών οποίων τήν αποστολήν επρόκειτο νά ζητήσουν. Οι Αθηναίοι συνεκάλεσαν τήν συνέλευσιν τού λάου, καί ακούσαντες από τούς πρέσβεις τών Εγεσταίων καί τούς ιδικούς των, πλήν άλλων επαγωγών καί αναληθών πραγμάτων, ότι υπήρχαν άφθονα χρήματα έτοιμα εντός τών ναών καί τού δημοσίου ταμείου, εψήφισαν τήν εις Σικελίαν αποστολήν στόλου εξήντα πλοίων, υπό τήν αρχηγίαν τού Αλκιβιάδου, υιού τού Κλεινίου, τού Νικίου, υιού τού Νικηράτου, καί τού Λαμάχου υιού τού Ξενοφάνους, εις τούς οποίους έδωκαν απόλυτον πληρεξουσιότητα νά βοηθήσουν τούς Εγεσταίους εναντίον τών Σελινουντίων, νά συνοικίσουν καί πάλιν τήν πόλιν τών Λεοντίνων, εάν μέρος εξ αυτών ήθελε σωθή εκ τού πολέμου, καί ρυθμίσουν κατά τά λοιπά τά πράγματα τής Σικελίας, όπως θά έκριναν καλύτερον διά τό συμφέρον τών Αθηναίων.

Πέντε ημέρας ύστερον, συνεκλήθη πάλιν συνέλευσις τού λαού, όπως εξετάση τά μέτρα πού έπρεπε νά ληφθούν διά τήν ταχύτερον παρασκευήν τής εκστρατείας, καί όπως ψηφιστή κάθε άλλο,τού οποίου οι στρατηγοί θά είχαν τυχόν ανάγκην διά νά εκκινήσουν. Ο Νικίας, ο οποίος είχεν εκλεχθή αρχηγός παρά τήν θέλησίν του, καί, εξ άλλου, ενόμιζεν ότι η απόφασις τής πόλεως ήτο εσφαλμένη καί ότι δι’ αιτίαν ασήμαντον καί κατ’ επίφασιν μόνον ευπρόσωπον επεδίωκαν τήν κατάκτησιν ολοκλήρου τής Σικελίας, η οποία ήτο έργον δυσχερές, επροχώρησεν εις τό βήμα, καί θέλων ν’ αποτρέψη τούς Αθηναίους, απηύθυνεν εις αυτούς τούς επομένους περίπου παραινετικούς λόγους:

9. Λόγος τού Νικίου πρός τήν εκκλησίαν τού δήμου Αθηναίων κατά τής εκστρατείας  Η σημερινή συνέλευσις τού λαού συνεκλήθη διά νά εξετάση κατά τινα τρόπον πρέπει νά γίνουν αι παρασκευαί μας διά τήν εκστρατείαν κατά τής Σιικελίας. Αλλ’ εγώ νομίζω ότι οφείλομεν νά διασκεφθώμεν ακόμη περί τής ουσίας αυτού τού ζητήματος, άν δηλαδή συμφέρη νά γίνη η θαλασσία αυτή εκστρατεία, καί ότι δέν πρέπει, προκειμένου περί σπουδαιοτάτης υποθέσεως, ν’ αναλάβωμεν, κατόπιν τόσον βραχείας σκέψεως, πόλεμον, ο οποίος δέν μάς αφορά, παρασυρόμενοι από ανθρώπους αλλοφύλους. Μολονότι, δι’ εμέ τουλάχιστον, η εκστρατεία αυτή φέρει τιμήν καί ολιγώτερον παντός άλλου φοβούμαι διά τήν ιδίαν μου ζωήν, τό οποίον δέν σημαίνει ότι θεωρώ ολιγώτερον καλόν πολίτην εκείνον, ο οποίος προνοεί καί περί τού προσώπου του καί περί τής περιουσίας του, αφού ο τοιούτος είναι φυσικόν νά θέλη, χάριν τού ιδίου αυτού συμφέροντος, όπως καί τά πράγματα τής πόλεως ευδοκιμούν. Άλλωστε, ούτε εις τό παρελθόν ωμίλησα ποτέ, παρά τάς πεποιθήσεις μου, ένεκα τών τιμών, αι οποίαι μού επεδαψιλεύοντο, ούτε τώρα θά είπω άλλο τι παρ’ ό,τι θεωρώ καλύτερον.Ως εκ τής ιδιοσυγκρασίας σας, γνωρίζω καλώς ότι οι λόγοι μου δέν θά έφεραν κανέν αποτέλεσμα, εάν σάς εσυμβούλευα νά φροντίζετε περί τής διατηρήσεως τών κεκτημένων, καί νά μή διακινδυνεύσετε ό,τι έχετε ήδη εις χείρας χάριν τών αδήλων καί μελλόντων. Θά προσπαθήσω, εν τούτοις, νά σάς αποδείξω, ότι η σπουδή σας είναι άκαιρος καί ότι δέν είναι εύκολον νά επιτύχετε ό,τι επιδιώκετε.

10. Ισχυρίζομαι δηλαδή ότι εκστρατεύοντες κατά τής Σικελίας καί αφίνοντες οπίσω σας πολλούς εχθρούς, επιθυμείτε, ως φαίνεται, πλέοντες εκεί νά προσελκύσετε καί άλλους τοιούτους εδώ.

Καί νομίζετε ίσως, ότι σάς παρέχει ασφάλειαν τινα η συνομολογηθείσα ειρήνη. Αλλ’ αυτή, εάν μέν μένετε ήσυχοι, ημπορεί νά είναι ειρήνη, κατ’ όνομα (διότι τοιαύτην τήν κατήντησαν αι ενέργειαι μερικών καί εδώ καί μεταξύ τών αντιπάλων μας), εάν όμως υποστήτε αποφασιστικήν τινα ήτταν, οι εχθροί θά σπεύσουν νά σάς επιτεθούν, πρώτον μέν διότι τήν συνθήκην ηναγκάσθησαν ούτοι νά συνομολογήσουν συνεπεία τών ατυχιών των, καί η υπογραφή της εκείνους μάλλον εξέθεσε παρά ημάς. Έπειτα, αυτή αύτη η συνθήκη περιέχει πολλά αμφισβητούμενα. Άλλωστε, μερικοί εκ τών αντιπάλων μας, καί όχι οι ασθενέστεροι, ούτε μέχρι σήμερον ακόμη εδέχθησαν τήν συνθήκην αυτήν, αλλ’ άλλοι μέν διατελούν εις φανερόν πρός ημάς πόλεμον, άλλοι δέ, τουναντίον, διότι οι Λακεδαιμόνιοι μένουν ακόμη ήσυχοι, απέχουν καί αυτοί επίσης εχθροπραξιών, επί τή βάσει ανακωχής δυναμένης νά τερματισθή δέκα ημέρας μετά τήν καταγγελίαν.

Είναι, άλλωστε, ενδεχόμενον, εάν εύρισκαν τήν δύναμίν μας διηρημένην, πρός τό οποίον ήδη μετά τόσης σπουδής φερόμεθα, νά επετίθεντο συντόνως εναντίον μας ομού μετά τών Σικελιωτών,εις τών οποίων τήν συμμαχίαν θά απέδιδαν μεγάλην αξίαν. Αυτά, επομένως, οφείλομεν προσηκόντως νά εξετάσωμεν, καί ενώ τό σκάφος τής πολιτείας είναι ακόμη μακράν τού λιμένος, νά μή σκεπτώμεθα περί αναλήψεως κινδύνων, καί νά μή ορεγώμεθα νέας κατακτήσεις, πρίν εξασφαλίσωμεν τάς υπάρχουσας, αφού καί τούς Χαλκιδείς τής Θράκης, οι οποίοι έχουν αποστατήσει από ημάς επί τόσα έτη, ακόμη δέν υπετάξαμεν, καί άλλων εκ τών επί τής στερεάς υπηκόων μας η υπακοή είναι αμφίβολος. Αλλ’ ημείς σπεύδομεν νά βοηθήσωμεν τούς Εγεσταίους, διότι είναι τάχα σύμμαχοί μας καί αδικούνται, αναβάλλομεν όμως νά εκδικηθώμεν τά εναντίον μας αδικήματα τών υπηκόων μας, οι οποίοι από τόσον καιρόν έχουν αποστατήσει από ημάς.

11. “Μολονότι άπαξ υποτάξαντες τούτους θά ηδυνάμεθα νά συγκρατήσωμεν εκείνους, εάν νικήσωμεν τούς Σικελιώτας αδύνατον είναι νά κρατήσωμεν αυτούς υπό τήν εξουσίαν μας, ένεκα τής μεγάλης αποστάσεως καί τού μεγάλου των πλήθους. Είναι, έν τούτοις, ανόητον νά εκστρατεύη κανείς εναντίον λαού, τόν οποίου η ήττα δέν εξασφαλίζει τήν υποταγήν, καί ενώ η αποτυχία δέν αφίνει αυτόν εις τήν ιδίαν θέσιν πού ευρίσκετο πρό τής επιχειρήσεως. Αποβλέπων εις τήν παρούσαν κατάστασιν τών πραγμάτων τής Σικελίας, τολμώ νά είπω ότι οι Σικελιώται θά ήσαν ακόμη ολιγώτερον επικίνδυνοι δι’ ημάς, εάν υποβάλλοντο υπό τήν ηγεμονίαν τών Συρακουσίων, μέ τήν άποψιν τής οποίας οι Εγεσταίοι ζητούν κυρίως νά μάς εκφοβίσουν. Διότι σήμερον μέν είναι ενδεχόμενον νά έλθουν εκείθεν μεμονωμένα άτομα εναντίον μας, εκ τής επιθυμίας νά υποχρεώσουν τούς Λακεδαιμονίους, αλλ’ εάν όλοι οι Σικελιώται υπεβάλλοντο υπό τήν ηγεμονίαν μιάς πόλεως, δέν είναι πιθανόν τοιαύτη ηγεμονεύουσα πόλις ν’ αναλάβη πόλεμον κατ’ άλλης επίσης ηγεμονευούσης πόλεως.

Διότι καθ’ ον τρόπον αυτή, συνεργαζόμενη μετά τών Πελοποννησίων, ήθελε θέσει τέρμα εις τήν ηγεμονίαν μας, είναι φυσικόν νά καταλυθή καί η ιδική της υπό τών ιδίων Πελοποννησίων διά τής χρησιμοποιήσεως τών αυτών μέσων. Εάν δέ θέλωμεν νά μάς φοβούνται οι Έλληνες τής Σικελίας,τό καλλίτερον πού έχομεν νά κάνωμεν είναι νά μή μεταβώμεν εκεί. Ημπορούμεν νά επιτύχωμεν τό αυτό, μολονότι εις μικρότερον βαθμόν, εάν αφού τούς επιδείξωμεν τήν δύναμιν μας, αποσυρθώμεν μετά βραχείαν εκεί παραμονήν. Διότι γνωρίζομεν πάντες ότι οι ανθρώποι θαυμάζουν ό,τι ευρίσκεται εις μεγαλυτέραν απ’ αυτών απόστασιν καί εκείνα, τά οποία δίδουν ελαχίστην ευκαιρίαν,όπως ή περί αυτών φήμη υποβληθή εις δοκιμασίαν. Αλλ’ εάν υφιστάμεθα αποτυχίαν τινά, θά μάς περιεφρόνουν καί δέν θά εβράδυναν νά μάς επιτεθούν, συνεργαζόμενοι μέ τούς εδώ εχθρούς μας.

Τούτο ακριβώς έχετε πάθει καί σεις, ώ Αθηναίοι, μέ τούς Λακεδαιμονίους καί τούς συμμάχους των. Επειδή, αντιθέτως πρός τούς αρχικούς φόβους σας, τούς ενικήσατε απροσδοκήτως, καταφρονείτε ήδη αυτούς καί επιδιώκετε τήν κατάκτησιν καί τής Σικελίας ακόμη. Δέν πρέπει όμως νά επαίρεσθε διά τάς ατυχίας τών αντιπάλων, αλλά τήν εμπιστοσύνην σας νά στηρίζετε μόνον εις τήν διά τής υπεροχής τών σχεδίων καί υπολογισμών σας επικράτησιν απέναντι αυτών. Καί πρέπει νά εννοήσετε ότι οι Λακεδαιμόνιοι, ένεκα τής ταπεινωτικής δι’ αυτούς ειρήνης, εις έν καί μόνον αποβλέπουν: πώς ακόμη καί τώρα, άν ημπορέσουν, θά μάς ανατρέψουν, διά νά αποπλύνουν τήν ιδίαν αυτών ταπείνωσιν, τοσούτω μάλλον καθόσον ανέκαθεν καί υπέρ πάν άλλο θηρεύουν τήν φήμην τής ανδρείας. Οφείλομεν, ως εκ τούτου, εάν σωφρονούμεν, νά εννοήσωμεν ότι εκείνο πού μάς ενδιαφέρει δέν είναι η τύχη τών Εγεσταίων τής Σικελίας, λαού βαρβάρου, αλλά πώς ασφαλέστερον θά προφυλαχθώμεν από τάς επιβουλάς πόλεως, εμπνεομένης από ολιγαρχικάς προθέσεις.

12. “Οφείλομεν, πρός τούτοις, νά μή λησμονούμεν, ότι πρό μικρού ανελάβαμεν οπωσδήποτε από μεγάλην επιδημίαν καί πόλεμον, καί ως εκ τούτου μόλις τώρα αναπληρώνομεν τάς εις χρήματα καί άνδρας απωλείας μας. Τούς πόρους μας τούτους καθήκον έχομεν νά χρησιμοποιήσωμεν εδώ υπέρ τών αναγκών ημών καί όχι υπέρ τών φυγάδων τούτων, οι οποίοι εκλιπαρούν τήν βοήθειάν μας, οι οποίοι συμφέρον έχουν νά ψευσθούν επιτυχώς καί οι οποίοι, εάν μέν επιτύχουν εις βάρος τών άλλων, χωρίς αυτοί νά συνεισφέρουν άλλο τι παρά λόγια, δέν επιδεικνύουν ανάλογον ευγνωμοσύνην,ενώ εάν αποτύχουν, παρασύρουν τούς φίλους των εις τήν καταστροφήν. Εάν πάλιν κανείς ευτυχής, διότι εξελέχθη στρατηγός, συνιστά τήν εκστρατείαν, αποβλέπων μόνον εις τό ίδιον αυτού συμφέρον (άλλωστε ών καί πάρα πολύ νέος διά νά είναι αρχηγός), διά νά θαυμασθή διά τούς ίππους πού τρέφει καί ωφεληθή κάτι από τήν αρχηγίαν του, όπως επαρκέση εις τήν πολυτέλειάν του, μήτε εις αυτόν δώσατε τήν ευκαιρίαν νά επιδειχθή προσωπικώς μέ κίνδυνον τής πόλεως. Οφείλετε νά έχετε υπ’ όψιν ότι τοιούτοι ανθρώποι ζημιώνουν τά δημόσια καί σπαταλούν τά ίδια, καί ότι τό πράγμα είναι πάρα πολύ σοβαρόν καί όχι τοιούτον ώστε νά ημπορή νά σχεδιασθή καί επιχειρηθή εσπευσμένως υπό νεωτέρων.

13. “Τούτους βλέπων τώρα παριστάμενους εδώ, κατά παρακίνησιν τού ιδίου ανθρώπου, φοβούμαι καί παρακινώ αντιθέτως τούς πρεσβυτέρους, όσοι τυχόν κάθηνται πλησίον τινός εαυτών νά μή επηρεασθούν από ψευδές αίσθημα εντροπής καί φοβηθούν μήπως θεωρηθούν δειλοί, εάν δέν ψηφίσουν υπέρ τού πολέμου. Μήτε νά καταληφθούν, όπως ημπορούν νά τό πάθουν, από νοσηρόν έρωτα, διά πράγματα πού δέν βλέπουν, διότι γνωρίζουν ότι διά τής απληστίας ελάχιστα επιτυγχάνονται, ενώ διά τής προνοίας πλείστα. Εν ονόματι τής πατρίδος, η οποία εις τό παρελθόν ουδέποτε διέτρεξε μεγαλύτερον κίνδυνον, ας αποκρούσουν τόν πόλεμον καί ας ψηφίσουν, όπως οι μέν Σικελιώται, σεβόμενοι τά μεταξύ ημών καί αυτών σημερινά σύνορα, κατά τών οποίων τίποτε δέν ημπορεί κανείς νά προβάλη, τόν Ιόνιον δηλαδή κόλπον, διά τόν πλέοντα παρά τήν ακτήν, καί τήν Σικελικήν θάλασσαν, διά τόν πλέοντα διά τού ανοικτού πελάγους, καί διακηρούντες τάς κτήσεις των, διευθετούν τάς διαφοράς των αναμεταξύ των. Πρός τούς Εγεσταίους, εξ άλλου, ιδιαιτέρως νά είπωμεν ότι, αφού τόν πρός τούς Σελινουντίους πόλεμον ανέλαβαν, κατ’ αρχάς, άνευ τής γνώμης τών Αθηναίων οφείλουν καί μόνοι των νά τόν τερματίσουν. Καί τού λοιπού νά παραιτήσωμεν τήν συνήθειαν νά κάμωμεν συμμάχους, τούς οποίους οφείλομεν νά βοηθώμεν, εάν ατυχήσουν, αλλ’ από τούς οποίους καμμίαν δέν θά λάβωμεν βοήθειαν εν ώρα ανάγκης.

14. “Και σύ, Πρύτανη, εάν νομίζης ότι καθήκον έχεις νά κήδεσαι τής πόλεως, καί θέλης νά δειχθής αληθής καλός πολίτης, υπόβαλε πάλιν τό ζήτημα εις νέαν συζήτησιν καί ψηφοφορίαν τού Αθηναϊκού λαού. Εάν διστάζης νά επανέλθης εις τά άπαξ ψηφισθέντα, σκέψου ότι επί παρουσία τόσων μαρτύρων δέν ημπορεί νά γεννηθή ζήτημα παραβιάσεως τών νόμων, αλλ’ ότι θά γίνης ιατρός τής πόλεως, εν σχέσει πρός τήν ληφθείσαν υπ’ αυτής απόφασιν, καί ότι καλού άρχοντος καθήκον είναι νά ωφελήση όσον ημπορεί περισσότερον τήν πατρίδα του, ή τουλάχιστον νά μή τήν βλάψη εκουσίως”.

15. Τοιαύτα είπεν ο Νικίας. Οι πλείστοι εκ τών Αθηναίων, οι οποίοι επροχώρησαν εις τό βήμα καί έλαβαν τόν λόγον, ωμίλησαν υπέρ τής εκστρατείας καί κατά τής ανατροπής τών αποφασισθέντων, τινές όμως ωμίλησαν αντιθέτως. Αλλά μετά μεγίστης ζέσεως εξώθει εις τήν εκστρατείαν ο Αλκιβιάδης, υιός τού Κλεινίου, καί διότι ήθελε ν’ αντιπολιτευθή τόν Νικίαν, τού οποίου καί άλλως ήτο πολιτικός αντίπαλος, καί διότι όντος ωμίλησε περί αυτού υβριστικώς. Πρό πάντων όμως, διότι επεθύμει ν’ ασκήση τήν αρχηγίαν, ελπίζων ούτω καί τήν Σικελίαν νά κατακτήση καί τήν Καρχηδόνα, καί συγχρόνως διά τών πολεμικών του επιτυχιών νά εξυπηρετήση τά προσωπικά του συμφέροντα, αποκτών καί πλούτη καί δόξαν. Πράγματι, κατέχων υπέροχον θέσιν μεταξύ τών πολιτών, επεδίδετο εις ικανοποίησιν τών επιθυμιών του, εν σχέσει πρός τάς ιπποτροφίας καί τήν άλλην πολυτέλειαν, υπεράνω τών μέσων, τά οποία διέθετε, καί τούτο πρό πάντων έγινε βραδύτερον αιτία τής καταστροφής τής πόλεως. Διότι φοβηθέντες οι πολλοί τάς υπερβολάς του εκδεδιητημένου καί ακολάστου βίου του, καθώς καί τήν μεγαλοπραγμοσύνην, τήν οποίαν επεδείκνυε εις τό κάθε τί πού ανεμιγνύετο, διετέθησαν εχθρικώς κατ’ αυτού, καθόσον τόν υπώπτευαν ως επιδιώκοντα τυραννίδα. Καί μολονότι διεχειρίζετο δημοσία άριστα τά τού πολέμου, έκαστος ηγανάκτει κατ’ αυτού προσωπικώς, ένεκα τού τρόπου τού βίου του, καί ως εκ τούτου, εμπιστευθέντες τά τής πόλεως εις άλλους, έφεραν αυτήν μετ’ ολίγον εις τήν καταστροφήν. Καί ήδη προχωρήσας εις τό βήμα,απηύθυνε πρός τούς Αθηναίους τόν επόμενον περίπου παραινετικόν λόγον.

 

-416           ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ τής ΜΗΛΟΥ

-417           ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ τού ΝΙΚΙΑ στή ΘΡΑΚΗ

-417           ΟΣΤΡΑΚΙΣΜΟΣ τού ΥΠΕΡΒΟΛΟΥ

-418           ΜΑΧΗ τής ΜΑΝΤΙΝΕΙΑΣ A’

-420           ΣΥΜΜΑΧΙΑ ΑΘΗΝΑΣ-ΑΡΓΟΥΣ-ΜΑΝΤΙΝΕΙΑΣ-ΗΛΙΔΑΣ

-421           ΝΙΚΙΕΙΟΣ ΕΙΡΗΝΗ

-421           ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ ο τού ΚΛΕΙΝΙΟΥ ΠΑΙΣ

-422           ΜΑΧΗ τής ΑΜΦΙΠΟΛΗΣ

-422           ΘΑΝΑΤΟΣ τού ΚΛΕΩΝΟΣ

-422           ΘΑΝΑΤΟΣ τού ΒΡΑΣΙΔΑ

-424           ΕΙΣΒΟΛΗ τών ΣΠΑΡΤΙΑΤΩΝ       στήν ΑΜΦΙΠΟΛΗ

-424           ΗΤΤΑ τών ΑΘΗΝΑΙΩΝ στό ΔΗΛΙΟ

-424           ΚΑΤΑΛΗΨΗ τών ΚΥΘΗΡΩΝ

-424           ΚΛΕΩΝΕΙΟΣ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ

-424           ΓΕΡΟ-ΟΛΙΓΑΡΧΙΚΟΣ

-424           ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗ – ΙΠΠΗΣ

 

Ο ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ ανεβάζει το έργο του ΙΠΠΗΣ, μία φανερή επίθεση εναντίον του ΚΛΕΩΝΟΣ. Αναθεώρηση των φορολογικών καταλόγων της Αθηναικής Ηγεμονίας από τον ΚΛΕΩΝΑ. Ο λεγόμενος ΓΕΡΟ-ΟΛΙΓΑΡΧΙΚΟΣ, αν και δεν ήταν ούτε γέρος αλλά και ούτε ολιγαρχικός, γράφει για την δημοκρατία ότι: Το να έχουν το δικαίωμα οι πάντες να ομιλούν στην εκκλησία του  Δήμου,ακόμη και οι φτωχοί και αμόρφωτοι,άρα ανάξιοι γι’ αυτό,δεν είναι δείγμα κακοδιοίκησης,αλλά αντιθέτως αυτό ακριβώς διακρίνει μία ευνομούμενη πολιτεία. Γιατί αν είχαν το δικαίωμα του αγορεύειν μόνο οι άριστοι των πολιτών, θα έπαιρναν αποφάσεις ευνοικές μόνο για την δική τους τάξη, και ασύμφορες για τον υπόλοιπο λαό.

 

Η κακοπροαίρετη αντίδραση των ολιγαρχικών ήταν και είναι πάντα η γνώμη, ότι ένας αμαθής πολίτης δεν θα γνώριζε τι ήταν συμφέρον για τον εαυτό του και τον υπόλοιπο λαό.Αλλά και σε αυτήν τη γνώμη ο Γερο-ολιγαρχικός,αντιπαραθέτει το ακλόνητο επιχείρημα,ότι η αμάθεια και η χαμηλή καταγωγή, αλλά και καλή πρόθεση του απλού πολίτη, είναι επωφελέστερη από την αρετή, την γνώση, αλλά και την κακή πρόθεση του άριστου.

  Οι ιδέες αυτές του Γερο-ολιγαρχικού -το πραγματικό του όνομα μας είναι άγνωστο- μεταφέρουν σε εμάς την ένταση που υπήρχε την εποχή πού έγραψε το δοκίμιό του, και τις προδοτικές ενέργειες της αριστοκρατίας που,μεσούντος του Πελοποννησιακού πολέμου,υπονόμευε την Δημοκρατία, αδιαφορώντας για την έκβαση της αντιπαράθεσης με την Σπάρτη, ή επιθυμώντας ακόμη και την ήττα της πατρίδος της.

Ιανουαρίου 26, 2009 Αναρτήθηκε από τον/την | "Greek National Pride" blog, ΕΛΛΑΔΑ, ΙΣΤΟΡΙΚΑ | Γράψτε ένα σχόλιο

   

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 162 other followers