"Greek National Pride" blog / ΕΛΛΑΔΑ / ΙΣΤΟΡΙΚΑ

– ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ τής ΣΙΚΕΛΙΑΣ –


ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ τής ΣΙΚΕΛΙΑΣ

 

1. Οι Αθηναίοι αποφασίζουν νά εκστρατεύσουν εναντίον τής Σικελίας  Κατά τόν ίδιον χειμώνα, οι Αθηναίοι ήθελαν νά εκστρατεύσουν πάλιν κατά τής Σικελίας μέ στρατιωτικάς δυνάμεις μεγαλυτέρας παρά εκείνας πού είχαν οι Λάχης καί Ευρυμέδων, μέ τήν ελπίδα νά τήν υποτάξουν, καθόσον οι πολλοί δέν εγνώριζαν ούτε τό μέγεθος τής νήσου, ούτε τό πλήθος τών κατοίκων αυτής, Ελλήνων καί βαρβάρων, ούτε υπωπτεύοντο, ότι o πόλεμος, τόν oποίον επροτίθεντο ν’ αναλάβουν, δέν ήτο πολύ μικροτέρας σπουδαιότητος από τόν Πελοποννησιακόν. Διότι ο δι’ εμπορικού πλοίου περίπλους τής Σικελίας απαιτεί οκτώ περίπου ημέρας, καί ενώ είναι τόσον μεγάλη, αποτελεί σχεδόν μέρος τής ηπείρου, από τής οποίας διαχωρίζεται διά βραχίονος θαλάσσης πλάτους είκοσι περίπου σταδίων.

2. Οι πρώτοι κάτοικοι τής Σικελίας καί η αποίκισις αυτής  Η Σικελία απωκίσθη από τών αρχαίων χρόνων υπό τών επομένων εν συνόλω λαών. Παλαιότατοι κάτοικοι μέρους αυτής λέγονται οι Κύκλωπες καί οι Λαιστρυγόνες, τών οποίων ούτε τήν καταγωγήν είμαι εις θέσιν νά ορίσω, ούτε πόθεν ήλθαν, ούτε πού μετέβησαν. Πρέπει ν’ αρκεσθώμεν, επομένως, εις τάς διηγήσεις τών ποιητών καί εις ό,τι τυχόν καθείς γνωρίζει περί αυτών. Πρώτοι μετ’ αυτούς εγκατασταθέντες εις αυτήν φαίνονται οι Σικανοί, καί ισχυρίζονται μέν οι ίδιοι ότι ήσαν παλαιότεροι, λόγω τού ότι ήσαν γηγενείς, αλλά τά πράγματα αποδεικνύουν ότι ήσαν Ίβηρες, εκδιωχθέντες από τόν Σικανόν ποταμόν τής Ιβηρίας υπό τών Λιγύων. Ούτοι κατοικούν ακόμη καί σήμερον τό δυτικόν μέρος τής Σικελίας, η οποία από αυτούς ωνομάσθη έκτοτε Σικανία, ενώ προηγουμένως εκαλείτο Τρινακρία. Αλλά τινές εκ τών Τρώων, διαφυγόντες τούς Αχαιούς, κατά τήν άλωσιν τής Τροίας, έφθασαν επί πλοίων εις τήν Σικελίαν καί εγκατεστάθησαν γείτονες τών Σικανών εις δύο πόλεις, τήν Έρυκα καί τήν Έγεσταν, λαβόντες τό κοινόν όνομα Έλυμοι. Μαζί μέ αυτούς εγκατεστάθησαν καί μερικοί Φωκείς, εκ τών λαβόντων μέρος εις τόν Τρωϊκόν πόλεμον, οι οποίοι παρεσύρθησαν τότε υπό τής κακοκαιρίας εις τήν Λιβύην πρώτον καί έπειτα εξ αυτής εις τήν Σικελίαν.

Οι Σικελοί, εξ άλλου, διέβησαν εις τήν Σικελίαν, εκδιωχθέντες από τήν Ιταλίαν, όπου κατώκουν, υπό τών Οπικών. Κατά τινα πιθανήν παράδοσιν διεπεραιώθησαν εκεί επί σχεδίων, επωφεληθέντες τήν κατάλληλον διά τήν διάβασιν στιγμήν, ότε ο άνεμος ήτο απόγειος. Είναι, άλλωστε, ενδεχόμενον νά κατέπλευσαν εκεί καί κατ’ άλλον τρόπον. Υπάρχουν δέ καί σήμερον ακόμη Σικελοί εις τήν Ιταλίαν, η οποία επωνομάσθη ούτως από τό όνομα βασιλέως τινος τών Σικελών, ονομαζομένου Ιταλού. Ελθόντες ούτοι εις τήν Σικελίαν μέ πολυάριθμον στρατόν καί νικήσαντες εις μάχην τούς Σικανούς, απώθησαν αυτούς πρός τά μεσημβρινά καί τά δυτικά μέρη αυτής καί έγιναν αιτία όπως η νήσος από Σικανίας ονομασθή Σικελία. Εγκατασταθέντες δ’ εις τά καλύτερα μέρη τής χώρας, κατείχαν αυτήν επί τριακόσια περίπου έτη, προτού έλθουν Έλληνες εις τήν Σικελίαν. Καί σήμερον ακόμη κατέχουν τό κέντρον καί τά βόρεια τής νήσου. Αλλά καί Φοίνικες είχαν,χάριν τού μετά τών Σικελών εμπορίου των, αποικίας πέριξ όλης τής νήσου, καί επί τών ακρωτηρίων, τά οποία κατελάμβαναν καί απεχώριζαν από τήν ξηράν διά τείχους, καί επί τών παρακειμένων νησιδίων.

Αλλ’ όταν οι Έλληνες ωσαύτως ήρχισαν ερχόμενοι πολλοί διά θαλάσσης, απεσύρθησαν από τά λοιπά μέρη καί συγκεντρωθέντες, κατώκησαν εις τήν Μοτύην, τόν Σολούντα καί τό Πάνορμον, πλησίον τών Ελύμων, τό μέν ένεκα τής εμπιστοσύνης πού είχαν εις τήν συμμαχίαν τών Ελύμων, τό δέ διότι εις τό μέρος τούτο, τό από Σικελίας εις Καρχηδόνα ταξίδιον είναι συντομώτατον. Τόσοι βάρβαροι λαοί καί κατά τοιούτον τρόπον εγκατεστάθησαν εις τήν Σικελίαν.

3. Εκ τών Ελλήνων, πρώτοι οι Χαλκιδείς, πλεύσαντες εξ Ευβοίας υπό τήν αρχηγίαν τού Θουκλέους ως οικιστού, απώκισαν τήν Νάξον καί ίδρυσαν βωμόν εις τιμήν Απόλλωνος τού αρχηγέτου, ο οποίος σώζεται σήμερον εκτός τής πόλεως καί επί τού οποίου οι αποστελλόμενοι εκ Σικελίας θεωροί προσφέρουν θυσίας, πρίν εκπλεύσουν. Κατά τό ακόλουθον έτος, ο Αρχίας, είς τών Ηρακλειδών, ελθών εκ Κορίνθου, ίδρυσε τάς Συρακούσας, αφού πρώτον εξεδίωξε τούς Σικελούς εκ τής νησίδος, η οποία είναι σήμερον ηνωμένη πλέον μέ τήν ξηράν καί επί τής οποίας κείται η εσωτερική πόλις. Μέ τόν καιρόν ύστερον, καί η έξω πόλις συνεδέθη μέ αυτήν διά τείχους καί έγινε πολυάνθρωπος. Κατά τό πέμπτον έτος μετά τήν ίδρυσιν τών Συρακουσίων, ο Θουκλής μετά τών Χαλκιδέων, ορμηθέντες εκ Νάξου, εξεδίωξαν κατόπιν πολέμου τούς Σικελούς καί ίδρυσαν τούς Λεοντίνους, καί ύστερον τήν Κατάνην. Οι Καταναίοι, εν τούτοις, εξέλεξαν οι ίδιοι ως οικιστήν τόν Εύαρχον.

4. Περί τήν αυτήν εποχήν, ο Λάμις, ηγούμενος αποικίας, ήλθεν εκ Μεγάρων εις τήν Σικελίαν, όπου εγκατεστάθη εις θέσιν τινά, άνωθεν τού ποταμού Παντακύου, καλουμένην Τρώτιλον. Βραδύτερον, μετοικήσας αυτόθεν, εγκατεστάθη εις τούς Λεοντίνους, όπου επολιτογραφήθη μέ τούς περί αυτόν, αλλά μετ’ ολίγον χρόνον εξεδιώχθη υπό τών Χαλκιδέων καί ίδρυσε τήν Θάψον, όπου καί απέθανε. Οι περί αυτόν, εκδιωχθέντες εκ τής Θάψου, ίδρυσαν τά κληθέντα Μέγαρα Υβλαία, επί χώρας, τήν οποίαν παρέδωκεν εις αυτούς καί όπου τούς ωδήγησεν ο βασιλεύς τών Σικελών Ύβλων. Αφού κατώκησαν εκεί διακόσια σαράντα πέντε έτη, εξεδιώχθησαν εκ τής πόλεως καί τής χώρας υπό τού Γέλωνος, τυράννου τών Συρακουσίων. Αλλά πρίν εκδιωχθούν, εκατόν έτη μετά τήν ιδίαν αυτών εγκατάστασιν, έστειλαν πρός ίδρυσιν τής Σελινούντος τόν Πάμμιλον, όστις είχεν έλθει από τήν μητρόπολιν αυτών Μέγαρα,διά νά λάβη μέρος εις τήν νέαν αποικίαν. Κατά τό τεσσαρακοστόν πέμπτον έτος μετά τήν ίδρυσιν τών Συρακουσών, ιδρύθη η Γέλα, από κοινού υπό τού Αντιφήμου καί τού Εντίμου, οι οποίοι ήλθαν επί κεφαλής αποίκων, εκείνος εκ Ρόδου, καί ούτος εκ Κρήτης.

Η πόλις έλαβε τό όνομά της από τόν ποταμόν Γέλαν, αλλά τό μέρος όπου ευρίσκεται σήμερον η ακρόπολις, καί τό οποίον ετειχίσθη πρώτον, ονομάζεται Λίνδιοι. Εις τήν νέαν αποικίαν εισήχθησαν οι Δωρικοί θεσμοί. Εκατόν οκτώ σχεδόν ακριβώς έτη μετά τήν ιδίαν αυτών εγκατάστασιν, οι Γελώοι ίδρυσαν τόν Ακράγαντα. Τήν πόλιν ωνόμασαν εκ τού ομωνύμου ποταμού. Οικιστάς αυτής διώρισαν τόν Αριστόνουν καί τόν Πυστίλον, καί εισήγαγαν εις αυτήν τούς ιδίους αυτών θεσμούς. Η Ζάγκλη κατ’ αρχάς ιδρύθη από πειρατών ελθόντων εκ Κύμης, αποικίας τών Χαλκιδέων, κειμένης εις τήν Οπικίαν. Βραδύτερον όμως ήλθαν εκ Χαλκίδος καί τής άλλης Ευβοίας πλήθος αποίκων, οι οποίοι έλαβαν μέρος μετά τών πρώτων εις τήν διανομήν τής γής. Οικισταί ήσαν ο Περιήρης καί ο Κραταιμένης, ο πρώτος εκ Κυμης, ο δεύτερος εκ Χαλκίδος. Η πόλις ωνομάσθη πρώτον υπό τών Σικελών Ζάγκλη, διά τό δρεπανοειδές σχήμα τού μέρους, καθόσον τό δρέπανον οι Σικελοί ονομάζουν ζάγκλον. Βραδύτερον όμως οι άποικοι ούτοι εξεδιώχθησαν υπό τών Σαμίων καί άλλων Ιώνων, οι οποίοι, φεύγοντες τούς Πέρσας, αποβιβάσθησαν εις τήν Σικελίαν. Τούς Σαμίους πάλιν εξεδίωξεν ολίγον χρόνον ύστερον ο Αναξίλας, τύραννος τών Ρηγίνων, καί αποικίσας τήν πόλιν μέ σύμμικτον πληθυσμόν, μετωνόμασεν αυτήν Μεσσήνην από τό όνομα τής παλαιάς αυτού πατρίδος.

5. Τής Ιμέρας οικισταί υπήρξαν οι εκ Ζάγκλης Ευκλείδης καί Σίμος καί Σάκων. Οι πλείστοι τών αποίκων ήσαν Χαλκιδείς, αλλά μετ’ αυτών εγκατεστάθησαν καί φυγάδες εκ Συρακουσών, οι καλούμενοι Μυλητίδαι, νικηθέντες υπό τής αντιθέτου φατρίας. Καί η μέν γλώσσα των ήτο κράμα τής Χαλκιδικής καί Δωρικής διαλέκτου, αλλ’ επεκράτησαν οι Χαλκιδικοί θεσμοί, αι Άκραι καί αι Κασμέναι απωκίσθησαν υπό τών Συρακουσίων, αι Άκραι εβδομήντα έτη μετά τήν ίδρυσιν τών Συρακουσών, αι Κασμέναι είκοσι περίπου έτη μετά τάς Άκρας. Η Καμάρινα απωκίσθη τό πρώτον υπό τών Συρακουσίων, ακριβώς σχεδόν εκατόν τριάντα πέντε έτη μετά τήν ίδρυσιν τών Συρακουσών. Οικισταί αυτής ήσαν ο Δάσκων καί ο Μενέκωλος. Αλλ’ οι Καιμαριναίοι, επαναστατήσαντες κατά τών Συρακουσίων καί νικηθέντες, εξεδιώχθησαν υπό τούτων, καί μετά καιρόν ο Ιπποκράτης, τύραννος τής Γέλας, λαβών τήν χώραν τών Καμαριναίων ως λύτρα Συρακουσίων τινών αιχμαλώτων, έγινεν ο ίδιος οικιστής καί συνώκισεν εκ νέου τήν Καμάριναν. Αλλ’ οι κάτοικοι αυτής εξεδιώχθησαν πάλιν υπό τού Γέλωνος, καί η πόλις απωκίσθη διά τρίτην φοράν υπό τών κατοίκων τής Γέλας.

6. Οι Αθηναίοι στέλλουν πρέσβεις εις Έγεσταν τής Σικελίας  Τόσοι λαοί Ελλήνων καί βαρβάρων κατώκουν τήν Σικελίαν καί τοσούτον ήτο τό μέγεθος τής νήσου, κατά τής οποίας οι Αθηναίοι έσπευσαν νά εκστρατεύσουν. Η αληθής αιτία τής τοιαύτης εκστρατείας ήτο η ζωηρά των επιθυμία νά κατακτήσουν ολόκληρον τήν νήσον, ήθελαν όμως συγχρόνως νά έχουν τήν εύσχημον πρόφασιν, ότι έρχονται εις βοήθειαν τών ομογενών των καί τών άλλων συμμάχων των. Αλλά πρό πάντων εξώθησαν αυτούς πρέσβεις τών Εγεσταίων, οι οποίοι, ελθόντες εις Αθήνας, επεκαλούντο μετά μεγάλης θέρμης τήν συνδρομήν των. Διότι, γείτονες όντες τών Σελινουντίων, είχαν περιέλθει εις πόλεμον πρός αυτούς, εξ αφορμής τού ζητήματος τής μεταξύ αυτών επιγαμίας καί ένεκα αμφισβητουμένου τινός εδάφους, καί οι Σελινούντιοι, επικαλεσθέντες τήν συμμαχικήν βοήθειαν τών Συρακουσίων, επίεζαν αυτούς ισχυρώς διά τού πολέμου καί κατά γήν καί κατά θάλασσαν. Ως εκ τούτου, οι Εγεσταίοι, υπενθυμίζοντες εις τούς Αθηναίους τήν συμμαχίαν, η οποία είχε συνομολογηθή επί Λάχητος κατά τόν προηγούμενον πόλεμον, παρεκάλουν νά τούς βοηθήσουν διά τής αποστολής ναυτικής δυνάμεως, ισχυριζόμενοι, πλήν πολλών άλλων, καί τούτο κυρίως, ότι, εάν οι

Συρακούσιοι δέν ετιμωρούντο διά τήν έξωσιν τών Λεοντίνων εκ τής πόλεώς των, καί αφίνοντο νά καταστρέψουν καί τούς υπολειπομένους ακόμη συμμάχους τών Αθηναίων καί εκτείνουν ούτω τήν εξουσίαν των εις ολόκληρον τήν Σικελίαν, υπήρχε φόβος μήπως, Δωριείς αυτοί καί άποικοι, έλθουν ημέραν τινά μέ μεγάλας στρατιωτικάς δυνάμεις εις βοήθειαν τών Δωριέων τής Πελοποννήσου, ως ομογενών καί ιδρυτών τής αποικίας των, καί συγκαταλύσουν τήν δύναμιν καί αυτών τών Αθηνών. Ότι, επομένως, η φρόνησις επιβάλλει ν’ αντιταχθούν κατά τών Συρακουσίων μέ τούς υπολειπόμενους ακόμη συμμάχους των, τόσον μάλλον, καθόσον, ως έλεγαν οι Εγεσταίοι, θά παρείχαν αυτοί ικανά διά τόν πόλεμον χρήματα.

Οι Αθηναίοι ακούσαντες κατά τάς συνελεύσεις τού λαού τούς Εγεσταίους καί τούς υποστηρικτάς αυτών εκθέτοντας επανειλημμένως τά επιχειρήματα ταύτα, εψήφισαν νά αποσταλούν πρώτον πρέσβεις εις τήν Έγεσταν, όπως δι’ επιτοπίου ερεύνης βεβαιωθούν εάν υπάρχουν πράγματι τά χρήματα τά οποία ισχυρίζονται ότι έχουν εις τό δημόσιον ταμείον καί εις τούς ναούς, καί εξακριβώσουν εις ποίαν κατάστασιν ευρίσκονται τά τού πολέμου πρός τούς Σελινουντίους.

7. Οι Αργείοι κατεδαφίζουν τάς Ορνεάς Ούτως, οι πρέσβεις τών Αθηναίων εστάλησαν εις τήν Σικελίαν. Οι Λακεδαιμόνιοι, εξ άλλου, καί οι σύμμαχοι αυτών, πλήν τών Κορινθίων, εξεστράτευσαν, κατά τήν διάρκειαν τού αυτού χειμώνος

εις τήν Αργολίδα καί ηρήμωσαν μικρόν μέρος αυτής, αποκομίσαντες καί σίτον επί αμαξών, τάς οποίας είχαν φέρει μαζί των πρός τούτο. Αφού δ’ εγκατέστησαν τούς Αργείους φυγάδας εις τάς Ορνεάς, όπου άφισαν μικράν φρουράν, καί συνωμολόγησαν ανακωχήν διά χρονικόν τι διάστημα, κατά τό οποίον οι Ορνεάται καί οι Αργείοι υπεχρεώθησαν νά μή βλάπτουν οι μέν τήν χώραν τών δέ, επέστρεψαν μέ τόν στρατόν εις τά ίδια. Αλλ’ επειδή οι Αθηναίοι ήλθαν μετ’ ολίγον χρόνον μέ τριάντα πλοία καί εξακόσιους οπλίτας οι Αργείοι εξεστράτευσαν πανστρατιά μέ αυτούς καί επολιόρκησαν τάς Ορνεάς επί μίαν ημέραν. Διαρκούσης όμως τής νυκτός, επειδή ο πολιορκητικός στρατός κατηυλίσθη μακράν, οι πολιορκούμενοι έφυγαν απαρατήρητοι από τάς Ορνεάς. Τήν επομένην, άμα ως αντελήφθησαν τό πράγμα οι Αργείοι, κατηδάφισαν τάς Ορνεάς καί μετά τούτο ανεχώρησαν. Καί μετ’ ολίγον επέστρεψαν καί οι Αθηναίοι μέ τόν στόλον των εις τά ίδια.

Οι Αθηναίοι ερημώνουν την Μακεδονίαν  Οι Αθηναίοι μετέφεραν ωσαύτως διά θαλάσσης εις τήν Μεθώνην, παρά τά σύνορα τής Μακεδονίας, ιππικόν, αποτελούμενον από συμπολίτας των καί από Μακεδόνας εξόριστους, οι οποίοι είχαν καταφύγει εις Αθήνας, καί ηρήμωναν τήν χώραν τού Περδίκκα. Οι Λακεδαιμόνιοι διεμήνυσαν πρός τούς Χαλκιδείς τής Θράκης, οι οποίοι, ευρίσκοντο υπό ανακωχήν πρός τούς Αθηναίους, δυναμένην νά τερματισθή δέκα ημέρας μετά τήν καταγγελίαν, συνιστώντες νά βοηθήσουν τόν Περδίκκαν. Ούτοι όμως ηρνήθησαν. Καί εν τώ μεταξύ ετελείωσεν ο χειμών καί συγχρόνως τό δέκατον έκτον έτος τού πολέμου, τού οποίου τήν Ιστορίαν έγραψεν ο Θουκυδίδης.

 

Έτος 17ον : -415 / -414

 

8. Η εκκλησία τού δήμου τών Αθηναίων ψηφίζει τήν εκστρατείαν εις Σικελίαν 

Κατά τήν αρχήν τού επομένου έαρος, οι Αθηναίοι πρέσβεις επέστρεψαν εκ Σικελίας, συνοδευόμενοι υπό τών πρέσβεων τών Εγεσταίων, οι οποίοι έφεραν εξήντα τάλαντα αργύρου μή νομισματοποιημένου, ως μισθόν ενός μηνός τών πληρωμάτων εξήντα πλοίων, τών οποίων τήν αποστολήν επρόκειτο νά ζητήσουν. Οι Αθηναίοι συνεκάλεσαν τήν συνέλευσιν τού λάου, καί ακούσαντες από τούς πρέσβεις τών Εγεσταίων καί τούς ιδικούς των, πλήν άλλων επαγωγών καί αναληθών πραγμάτων, ότι υπήρχαν άφθονα χρήματα έτοιμα εντός τών ναών καί τού δημοσίου ταμείου, εψήφισαν τήν εις Σικελίαν αποστολήν στόλου εξήντα πλοίων, υπό τήν αρχηγίαν τού Αλκιβιάδου, υιού τού Κλεινίου, τού Νικίου, υιού τού Νικηράτου, καί τού Λαμάχου υιού τού Ξενοφάνους, εις τούς οποίους έδωκαν απόλυτον πληρεξουσιότητα νά βοηθήσουν τούς Εγεσταίους εναντίον τών Σελινουντίων, νά συνοικίσουν καί πάλιν τήν πόλιν τών Λεοντίνων, εάν μέρος εξ αυτών ήθελε σωθή εκ τού πολέμου, καί ρυθμίσουν κατά τά λοιπά τά πράγματα τής Σικελίας, όπως θά έκριναν καλύτερον διά τό συμφέρον τών Αθηναίων.

Πέντε ημέρας ύστερον, συνεκλήθη πάλιν συνέλευσις τού λαού, όπως εξετάση τά μέτρα πού έπρεπε νά ληφθούν διά τήν ταχύτερον παρασκευήν τής εκστρατείας, καί όπως ψηφιστή κάθε άλλο,τού οποίου οι στρατηγοί θά είχαν τυχόν ανάγκην διά νά εκκινήσουν. Ο Νικίας, ο οποίος είχεν εκλεχθή αρχηγός παρά τήν θέλησίν του, καί, εξ άλλου, ενόμιζεν ότι η απόφασις τής πόλεως ήτο εσφαλμένη καί ότι δι’ αιτίαν ασήμαντον καί κατ’ επίφασιν μόνον ευπρόσωπον επεδίωκαν τήν κατάκτησιν ολοκλήρου τής Σικελίας, η οποία ήτο έργον δυσχερές, επροχώρησεν εις τό βήμα, καί θέλων ν’ αποτρέψη τούς Αθηναίους, απηύθυνεν εις αυτούς τούς επομένους περίπου παραινετικούς λόγους:

9. Λόγος τού Νικίου πρός τήν εκκλησίαν τού δήμου Αθηναίων κατά τής εκστρατείας  Η σημερινή συνέλευσις τού λαού συνεκλήθη διά νά εξετάση κατά τινα τρόπον πρέπει νά γίνουν αι παρασκευαί μας διά τήν εκστρατείαν κατά τής Σιικελίας. Αλλ’ εγώ νομίζω ότι οφείλομεν νά διασκεφθώμεν ακόμη περί τής ουσίας αυτού τού ζητήματος, άν δηλαδή συμφέρη νά γίνη η θαλασσία αυτή εκστρατεία, καί ότι δέν πρέπει, προκειμένου περί σπουδαιοτάτης υποθέσεως, ν’ αναλάβωμεν, κατόπιν τόσον βραχείας σκέψεως, πόλεμον, ο οποίος δέν μάς αφορά, παρασυρόμενοι από ανθρώπους αλλοφύλους. Μολονότι, δι’ εμέ τουλάχιστον, η εκστρατεία αυτή φέρει τιμήν καί ολιγώτερον παντός άλλου φοβούμαι διά τήν ιδίαν μου ζωήν, τό οποίον δέν σημαίνει ότι θεωρώ ολιγώτερον καλόν πολίτην εκείνον, ο οποίος προνοεί καί περί τού προσώπου του καί περί τής περιουσίας του, αφού ο τοιούτος είναι φυσικόν νά θέλη, χάριν τού ιδίου αυτού συμφέροντος, όπως καί τά πράγματα τής πόλεως ευδοκιμούν. Άλλωστε, ούτε εις τό παρελθόν ωμίλησα ποτέ, παρά τάς πεποιθήσεις μου, ένεκα τών τιμών, αι οποίαι μού επεδαψιλεύοντο, ούτε τώρα θά είπω άλλο τι παρ’ ό,τι θεωρώ καλύτερον.Ως εκ τής ιδιοσυγκρασίας σας, γνωρίζω καλώς ότι οι λόγοι μου δέν θά έφεραν κανέν αποτέλεσμα, εάν σάς εσυμβούλευα νά φροντίζετε περί τής διατηρήσεως τών κεκτημένων, καί νά μή διακινδυνεύσετε ό,τι έχετε ήδη εις χείρας χάριν τών αδήλων καί μελλόντων. Θά προσπαθήσω, εν τούτοις, νά σάς αποδείξω, ότι η σπουδή σας είναι άκαιρος καί ότι δέν είναι εύκολον νά επιτύχετε ό,τι επιδιώκετε.

10. Ισχυρίζομαι δηλαδή ότι εκστρατεύοντες κατά τής Σικελίας καί αφίνοντες οπίσω σας πολλούς εχθρούς, επιθυμείτε, ως φαίνεται, πλέοντες εκεί νά προσελκύσετε καί άλλους τοιούτους εδώ.

Καί νομίζετε ίσως, ότι σάς παρέχει ασφάλειαν τινα η συνομολογηθείσα ειρήνη. Αλλ’ αυτή, εάν μέν μένετε ήσυχοι, ημπορεί νά είναι ειρήνη, κατ’ όνομα (διότι τοιαύτην τήν κατήντησαν αι ενέργειαι μερικών καί εδώ καί μεταξύ τών αντιπάλων μας), εάν όμως υποστήτε αποφασιστικήν τινα ήτταν, οι εχθροί θά σπεύσουν νά σάς επιτεθούν, πρώτον μέν διότι τήν συνθήκην ηναγκάσθησαν ούτοι νά συνομολογήσουν συνεπεία τών ατυχιών των, καί η υπογραφή της εκείνους μάλλον εξέθεσε παρά ημάς. Έπειτα, αυτή αύτη η συνθήκη περιέχει πολλά αμφισβητούμενα. Άλλωστε, μερικοί εκ τών αντιπάλων μας, καί όχι οι ασθενέστεροι, ούτε μέχρι σήμερον ακόμη εδέχθησαν τήν συνθήκην αυτήν, αλλ’ άλλοι μέν διατελούν εις φανερόν πρός ημάς πόλεμον, άλλοι δέ, τουναντίον, διότι οι Λακεδαιμόνιοι μένουν ακόμη ήσυχοι, απέχουν καί αυτοί επίσης εχθροπραξιών, επί τή βάσει ανακωχής δυναμένης νά τερματισθή δέκα ημέρας μετά τήν καταγγελίαν.

Είναι, άλλωστε, ενδεχόμενον, εάν εύρισκαν τήν δύναμίν μας διηρημένην, πρός τό οποίον ήδη μετά τόσης σπουδής φερόμεθα, νά επετίθεντο συντόνως εναντίον μας ομού μετά τών Σικελιωτών,εις τών οποίων τήν συμμαχίαν θά απέδιδαν μεγάλην αξίαν. Αυτά, επομένως, οφείλομεν προσηκόντως νά εξετάσωμεν, καί ενώ τό σκάφος τής πολιτείας είναι ακόμη μακράν τού λιμένος, νά μή σκεπτώμεθα περί αναλήψεως κινδύνων, καί νά μή ορεγώμεθα νέας κατακτήσεις, πρίν εξασφαλίσωμεν τάς υπάρχουσας, αφού καί τούς Χαλκιδείς τής Θράκης, οι οποίοι έχουν αποστατήσει από ημάς επί τόσα έτη, ακόμη δέν υπετάξαμεν, καί άλλων εκ τών επί τής στερεάς υπηκόων μας η υπακοή είναι αμφίβολος. Αλλ’ ημείς σπεύδομεν νά βοηθήσωμεν τούς Εγεσταίους, διότι είναι τάχα σύμμαχοί μας καί αδικούνται, αναβάλλομεν όμως νά εκδικηθώμεν τά εναντίον μας αδικήματα τών υπηκόων μας, οι οποίοι από τόσον καιρόν έχουν αποστατήσει από ημάς.

11. «Μολονότι άπαξ υποτάξαντες τούτους θά ηδυνάμεθα νά συγκρατήσωμεν εκείνους, εάν νικήσωμεν τούς Σικελιώτας αδύνατον είναι νά κρατήσωμεν αυτούς υπό τήν εξουσίαν μας, ένεκα τής μεγάλης αποστάσεως καί τού μεγάλου των πλήθους. Είναι, έν τούτοις, ανόητον νά εκστρατεύη κανείς εναντίον λαού, τόν οποίου η ήττα δέν εξασφαλίζει τήν υποταγήν, καί ενώ η αποτυχία δέν αφίνει αυτόν εις τήν ιδίαν θέσιν πού ευρίσκετο πρό τής επιχειρήσεως. Αποβλέπων εις τήν παρούσαν κατάστασιν τών πραγμάτων τής Σικελίας, τολμώ νά είπω ότι οι Σικελιώται θά ήσαν ακόμη ολιγώτερον επικίνδυνοι δι’ ημάς, εάν υποβάλλοντο υπό τήν ηγεμονίαν τών Συρακουσίων, μέ τήν άποψιν τής οποίας οι Εγεσταίοι ζητούν κυρίως νά μάς εκφοβίσουν. Διότι σήμερον μέν είναι ενδεχόμενον νά έλθουν εκείθεν μεμονωμένα άτομα εναντίον μας, εκ τής επιθυμίας νά υποχρεώσουν τούς Λακεδαιμονίους, αλλ’ εάν όλοι οι Σικελιώται υπεβάλλοντο υπό τήν ηγεμονίαν μιάς πόλεως, δέν είναι πιθανόν τοιαύτη ηγεμονεύουσα πόλις ν’ αναλάβη πόλεμον κατ’ άλλης επίσης ηγεμονευούσης πόλεως.

Διότι καθ’ ον τρόπον αυτή, συνεργαζόμενη μετά τών Πελοποννησίων, ήθελε θέσει τέρμα εις τήν ηγεμονίαν μας, είναι φυσικόν νά καταλυθή καί η ιδική της υπό τών ιδίων Πελοποννησίων διά τής χρησιμοποιήσεως τών αυτών μέσων. Εάν δέ θέλωμεν νά μάς φοβούνται οι Έλληνες τής Σικελίας,τό καλλίτερον πού έχομεν νά κάνωμεν είναι νά μή μεταβώμεν εκεί. Ημπορούμεν νά επιτύχωμεν τό αυτό, μολονότι εις μικρότερον βαθμόν, εάν αφού τούς επιδείξωμεν τήν δύναμιν μας, αποσυρθώμεν μετά βραχείαν εκεί παραμονήν. Διότι γνωρίζομεν πάντες ότι οι ανθρώποι θαυμάζουν ό,τι ευρίσκεται εις μεγαλυτέραν απ’ αυτών απόστασιν καί εκείνα, τά οποία δίδουν ελαχίστην ευκαιρίαν,όπως ή περί αυτών φήμη υποβληθή εις δοκιμασίαν. Αλλ’ εάν υφιστάμεθα αποτυχίαν τινά, θά μάς περιεφρόνουν καί δέν θά εβράδυναν νά μάς επιτεθούν, συνεργαζόμενοι μέ τούς εδώ εχθρούς μας.

Τούτο ακριβώς έχετε πάθει καί σεις, ώ Αθηναίοι, μέ τούς Λακεδαιμονίους καί τούς συμμάχους των. Επειδή, αντιθέτως πρός τούς αρχικούς φόβους σας, τούς ενικήσατε απροσδοκήτως, καταφρονείτε ήδη αυτούς καί επιδιώκετε τήν κατάκτησιν καί τής Σικελίας ακόμη. Δέν πρέπει όμως νά επαίρεσθε διά τάς ατυχίας τών αντιπάλων, αλλά τήν εμπιστοσύνην σας νά στηρίζετε μόνον εις τήν διά τής υπεροχής τών σχεδίων καί υπολογισμών σας επικράτησιν απέναντι αυτών. Καί πρέπει νά εννοήσετε ότι οι Λακεδαιμόνιοι, ένεκα τής ταπεινωτικής δι’ αυτούς ειρήνης, εις έν καί μόνον αποβλέπουν: πώς ακόμη καί τώρα, άν ημπορέσουν, θά μάς ανατρέψουν, διά νά αποπλύνουν τήν ιδίαν αυτών ταπείνωσιν, τοσούτω μάλλον καθόσον ανέκαθεν καί υπέρ πάν άλλο θηρεύουν τήν φήμην τής ανδρείας. Οφείλομεν, ως εκ τούτου, εάν σωφρονούμεν, νά εννοήσωμεν ότι εκείνο πού μάς ενδιαφέρει δέν είναι η τύχη τών Εγεσταίων τής Σικελίας, λαού βαρβάρου, αλλά πώς ασφαλέστερον θά προφυλαχθώμεν από τάς επιβουλάς πόλεως, εμπνεομένης από ολιγαρχικάς προθέσεις.

12. «Οφείλομεν, πρός τούτοις, νά μή λησμονούμεν, ότι πρό μικρού ανελάβαμεν οπωσδήποτε από μεγάλην επιδημίαν καί πόλεμον, καί ως εκ τούτου μόλις τώρα αναπληρώνομεν τάς εις χρήματα καί άνδρας απωλείας μας. Τούς πόρους μας τούτους καθήκον έχομεν νά χρησιμοποιήσωμεν εδώ υπέρ τών αναγκών ημών καί όχι υπέρ τών φυγάδων τούτων, οι οποίοι εκλιπαρούν τήν βοήθειάν μας, οι οποίοι συμφέρον έχουν νά ψευσθούν επιτυχώς καί οι οποίοι, εάν μέν επιτύχουν εις βάρος τών άλλων, χωρίς αυτοί νά συνεισφέρουν άλλο τι παρά λόγια, δέν επιδεικνύουν ανάλογον ευγνωμοσύνην,ενώ εάν αποτύχουν, παρασύρουν τούς φίλους των εις τήν καταστροφήν. Εάν πάλιν κανείς ευτυχής, διότι εξελέχθη στρατηγός, συνιστά τήν εκστρατείαν, αποβλέπων μόνον εις τό ίδιον αυτού συμφέρον (άλλωστε ών καί πάρα πολύ νέος διά νά είναι αρχηγός), διά νά θαυμασθή διά τούς ίππους πού τρέφει καί ωφεληθή κάτι από τήν αρχηγίαν του, όπως επαρκέση εις τήν πολυτέλειάν του, μήτε εις αυτόν δώσατε τήν ευκαιρίαν νά επιδειχθή προσωπικώς μέ κίνδυνον τής πόλεως. Οφείλετε νά έχετε υπ’ όψιν ότι τοιούτοι ανθρώποι ζημιώνουν τά δημόσια καί σπαταλούν τά ίδια, καί ότι τό πράγμα είναι πάρα πολύ σοβαρόν καί όχι τοιούτον ώστε νά ημπορή νά σχεδιασθή καί επιχειρηθή εσπευσμένως υπό νεωτέρων.

13. «Τούτους βλέπων τώρα παριστάμενους εδώ, κατά παρακίνησιν τού ιδίου ανθρώπου, φοβούμαι καί παρακινώ αντιθέτως τούς πρεσβυτέρους, όσοι τυχόν κάθηνται πλησίον τινός εαυτών νά μή επηρεασθούν από ψευδές αίσθημα εντροπής καί φοβηθούν μήπως θεωρηθούν δειλοί, εάν δέν ψηφίσουν υπέρ τού πολέμου. Μήτε νά καταληφθούν, όπως ημπορούν νά τό πάθουν, από νοσηρόν έρωτα, διά πράγματα πού δέν βλέπουν, διότι γνωρίζουν ότι διά τής απληστίας ελάχιστα επιτυγχάνονται, ενώ διά τής προνοίας πλείστα. Εν ονόματι τής πατρίδος, η οποία εις τό παρελθόν ουδέποτε διέτρεξε μεγαλύτερον κίνδυνον, ας αποκρούσουν τόν πόλεμον καί ας ψηφίσουν, όπως οι μέν Σικελιώται, σεβόμενοι τά μεταξύ ημών καί αυτών σημερινά σύνορα, κατά τών οποίων τίποτε δέν ημπορεί κανείς νά προβάλη, τόν Ιόνιον δηλαδή κόλπον, διά τόν πλέοντα παρά τήν ακτήν, καί τήν Σικελικήν θάλασσαν, διά τόν πλέοντα διά τού ανοικτού πελάγους, καί διακηρούντες τάς κτήσεις των, διευθετούν τάς διαφοράς των αναμεταξύ των. Πρός τούς Εγεσταίους, εξ άλλου, ιδιαιτέρως νά είπωμεν ότι, αφού τόν πρός τούς Σελινουντίους πόλεμον ανέλαβαν, κατ’ αρχάς, άνευ τής γνώμης τών Αθηναίων οφείλουν καί μόνοι των νά τόν τερματίσουν. Καί τού λοιπού νά παραιτήσωμεν τήν συνήθειαν νά κάμωμεν συμμάχους, τούς οποίους οφείλομεν νά βοηθώμεν, εάν ατυχήσουν, αλλ’ από τούς οποίους καμμίαν δέν θά λάβωμεν βοήθειαν εν ώρα ανάγκης.

14. «Και σύ, Πρύτανη, εάν νομίζης ότι καθήκον έχεις νά κήδεσαι τής πόλεως, καί θέλης νά δειχθής αληθής καλός πολίτης, υπόβαλε πάλιν τό ζήτημα εις νέαν συζήτησιν καί ψηφοφορίαν τού Αθηναϊκού λαού. Εάν διστάζης νά επανέλθης εις τά άπαξ ψηφισθέντα, σκέψου ότι επί παρουσία τόσων μαρτύρων δέν ημπορεί νά γεννηθή ζήτημα παραβιάσεως τών νόμων, αλλ’ ότι θά γίνης ιατρός τής πόλεως, εν σχέσει πρός τήν ληφθείσαν υπ’ αυτής απόφασιν, καί ότι καλού άρχοντος καθήκον είναι νά ωφελήση όσον ημπορεί περισσότερον τήν πατρίδα του, ή τουλάχιστον νά μή τήν βλάψη εκουσίως».

15. Τοιαύτα είπεν ο Νικίας. Οι πλείστοι εκ τών Αθηναίων, οι οποίοι επροχώρησαν εις τό βήμα καί έλαβαν τόν λόγον, ωμίλησαν υπέρ τής εκστρατείας καί κατά τής ανατροπής τών αποφασισθέντων, τινές όμως ωμίλησαν αντιθέτως. Αλλά μετά μεγίστης ζέσεως εξώθει εις τήν εκστρατείαν ο Αλκιβιάδης, υιός τού Κλεινίου, καί διότι ήθελε ν’ αντιπολιτευθή τόν Νικίαν, τού οποίου καί άλλως ήτο πολιτικός αντίπαλος, καί διότι όντος ωμίλησε περί αυτού υβριστικώς. Πρό πάντων όμως, διότι επεθύμει ν’ ασκήση τήν αρχηγίαν, ελπίζων ούτω καί τήν Σικελίαν νά κατακτήση καί τήν Καρχηδόνα, καί συγχρόνως διά τών πολεμικών του επιτυχιών νά εξυπηρετήση τά προσωπικά του συμφέροντα, αποκτών καί πλούτη καί δόξαν. Πράγματι, κατέχων υπέροχον θέσιν μεταξύ τών πολιτών, επεδίδετο εις ικανοποίησιν τών επιθυμιών του, εν σχέσει πρός τάς ιπποτροφίας καί τήν άλλην πολυτέλειαν, υπεράνω τών μέσων, τά οποία διέθετε, καί τούτο πρό πάντων έγινε βραδύτερον αιτία τής καταστροφής τής πόλεως. Διότι φοβηθέντες οι πολλοί τάς υπερβολάς του εκδεδιητημένου καί ακολάστου βίου του, καθώς καί τήν μεγαλοπραγμοσύνην, τήν οποίαν επεδείκνυε εις τό κάθε τί πού ανεμιγνύετο, διετέθησαν εχθρικώς κατ’ αυτού, καθόσον τόν υπώπτευαν ως επιδιώκοντα τυραννίδα. Καί μολονότι διεχειρίζετο δημοσία άριστα τά τού πολέμου, έκαστος ηγανάκτει κατ’ αυτού προσωπικώς, ένεκα τού τρόπου τού βίου του, καί ως εκ τούτου, εμπιστευθέντες τά τής πόλεως εις άλλους, έφεραν αυτήν μετ’ ολίγον εις τήν καταστροφήν. Καί ήδη προχωρήσας εις τό βήμα,απηύθυνε πρός τούς Αθηναίους τόν επόμενον περίπου παραινετικόν λόγον.

 

-416           ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ τής ΜΗΛΟΥ

-417           ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ τού ΝΙΚΙΑ στή ΘΡΑΚΗ

-417           ΟΣΤΡΑΚΙΣΜΟΣ τού ΥΠΕΡΒΟΛΟΥ

-418           ΜΑΧΗ τής ΜΑΝΤΙΝΕΙΑΣ A’

-420           ΣΥΜΜΑΧΙΑ ΑΘΗΝΑΣ-ΑΡΓΟΥΣ-ΜΑΝΤΙΝΕΙΑΣ-ΗΛΙΔΑΣ

-421           ΝΙΚΙΕΙΟΣ ΕΙΡΗΝΗ

-421           ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ ο τού ΚΛΕΙΝΙΟΥ ΠΑΙΣ

-422           ΜΑΧΗ τής ΑΜΦΙΠΟΛΗΣ

-422           ΘΑΝΑΤΟΣ τού ΚΛΕΩΝΟΣ

-422           ΘΑΝΑΤΟΣ τού ΒΡΑΣΙΔΑ

-424           ΕΙΣΒΟΛΗ τών ΣΠΑΡΤΙΑΤΩΝ       στήν ΑΜΦΙΠΟΛΗ

-424           ΗΤΤΑ τών ΑΘΗΝΑΙΩΝ στό ΔΗΛΙΟ

-424           ΚΑΤΑΛΗΨΗ τών ΚΥΘΗΡΩΝ

-424           ΚΛΕΩΝΕΙΟΣ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ

-424           ΓΕΡΟ-ΟΛΙΓΑΡΧΙΚΟΣ

-424           ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗ – ΙΠΠΗΣ

 

Ο ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ ανεβάζει το έργο του ΙΠΠΗΣ, μία φανερή επίθεση εναντίον του ΚΛΕΩΝΟΣ. Αναθεώρηση των φορολογικών καταλόγων της Αθηναικής Ηγεμονίας από τον ΚΛΕΩΝΑ. Ο λεγόμενος ΓΕΡΟ-ΟΛΙΓΑΡΧΙΚΟΣ, αν και δεν ήταν ούτε γέρος αλλά και ούτε ολιγαρχικός, γράφει για την δημοκρατία ότι: Το να έχουν το δικαίωμα οι πάντες να ομιλούν στην εκκλησία του  Δήμου,ακόμη και οι φτωχοί και αμόρφωτοι,άρα ανάξιοι γι’ αυτό,δεν είναι δείγμα κακοδιοίκησης,αλλά αντιθέτως αυτό ακριβώς διακρίνει μία ευνομούμενη πολιτεία. Γιατί αν είχαν το δικαίωμα του αγορεύειν μόνο οι άριστοι των πολιτών, θα έπαιρναν αποφάσεις ευνοικές μόνο για την δική τους τάξη, και ασύμφορες για τον υπόλοιπο λαό.

 

Η κακοπροαίρετη αντίδραση των ολιγαρχικών ήταν και είναι πάντα η γνώμη, ότι ένας αμαθής πολίτης δεν θα γνώριζε τι ήταν συμφέρον για τον εαυτό του και τον υπόλοιπο λαό.Αλλά και σε αυτήν τη γνώμη ο Γερο-ολιγαρχικός,αντιπαραθέτει το ακλόνητο επιχείρημα,ότι η αμάθεια και η χαμηλή καταγωγή, αλλά και καλή πρόθεση του απλού πολίτη, είναι επωφελέστερη από την αρετή, την γνώση, αλλά και την κακή πρόθεση του άριστου.

  Οι ιδέες αυτές του Γερο-ολιγαρχικού -το πραγματικό του όνομα μας είναι άγνωστο- μεταφέρουν σε εμάς την ένταση που υπήρχε την εποχή πού έγραψε το δοκίμιό του, και τις προδοτικές ενέργειες της αριστοκρατίας που,μεσούντος του Πελοποννησιακού πολέμου,υπονόμευε την Δημοκρατία, αδιαφορώντας για την έκβαση της αντιπαράθεσης με την Σπάρτη, ή επιθυμώντας ακόμη και την ήττα της πατρίδος της.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s