"Greek National Pride" blog / ΕΛΛΑΔΑ / ΙΣΤΟΡΙΚΑ

– Η ΜΑΧΗ τής ΣΦΑΚΤΗΡΙΑΣ (- 425π.Χ) –


ΜΑΧΗ τής ΣΦΑΚΤΗΡΙΑΣ

 

ΚΑΤΑΛΗΨΗ τής ΠΥΛΟΥ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ τών ΣΠΑΡΤΙΑΤΩΝ.

ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ  ΒΙΒΛΙΟΝ Δ’ (1 – 41)

1. Επιχειρήσεις εις Σικελίαν

Τό καλοκαίρι τού -425, δέκα πλοία τών Συρακουσίων καί άλλα τόσα τών Λοκρών εξέπλευσαν, μετά από πρόσκλησιν τών κατοίκων τής Μεσσήνης τής Σικελίας, καί κατέλαβαν τήν πόλιν, η οποία ώς εκ τούτου απεσπάσθη από τούς Αθηναίους. Εις τούτο προέβησαν κυρίως, οι μέν Συρακούσιοι, διότι εθεώρουν ότι η Μεσσήνη είναι τό κλειδί τής Σικελίας καί εφοβούντο μήπως οι Αθηναίοι τήν καταστήσουν μίαν ημέραν βάσιν επιχειρήσεων καί επιτεθούν εναντίον των μέ υπερτέρας δυνάμεις.

Οι δέ Λοκροί, λόγω τής έχθρας των εναντίον τών Ρηγίνων, τούς οποίους επεδίωκαν νά εξαντλήσουν, διεξάγοντες τόν πόλεμον εναντίον των από ξηράς συγχρόνως καί από θαλάσσης. Είχαν, άλλωστε, εισβάλει συγχρόνως οι Λοκροί μέ όλον τόν στρατόν των εις τήν χώραν τών Ρηγίνων, αφ’ ενός διά νά τούς εμποδίσουν νά έλθουν εις βοήθειαν τών Μεσσηνίων, καί εξ άλλου, διότι τούς παρεκίνουν εις τούτο καί οι μεταξύ των διατρίβοντες Ρηγίνοι φυγάδες.

Διότι από πολύν καιρόν τό Ρήγιον εσπαράσσετο από φατριαστικάς έριδας καί δέν ήτο τότε εις θέσιν ν’ αντισταθή εις τούς Λοκρούς, οι οποίοι ένεκα τούτου έτι μάλλον επετίθεντο εναντίον του. Αφού ηρήμωσαν τήν χώραν, οι Λοκροί απέσυραν τόν στρατόν των τής ξηράς, αλλά τά πλοία των εξηκολούθουν νά φρουρούν τήν Μεσσήνην. Οι σύμμαχοι, άλλωστε, εξώπλισαν καί άλλην μοίραν στόλου, μέ τόν σκοπόν νά εγκατασταθή εις τόν λιμένα τής πόλεως αυτής ώς ορμητήριον καί διεξάγη από εκεί τόν πόλεμον.

2. Νέα επιδρομή Λακεδαιμονίων εις Αττικήν.

Νέος στόλος αποστέλλεται εις Σικελίαν. Τήν άνοιξη τού ίδιου έτους, οι Πελοποννήσιοι καί οι σύμμαχοί των, υπό τήν αρχηγίαν τού βασιλέως τών Λακεδαιμονίων Άγιδος, υιού τού Αρχιδάμου, εισέβαλαν εις τήν Αττικήν, καί αφού εστρατοπέ      δευσαν, άρχισαν νά ερημώνουν τήν χώραν. Οι Αθηναίοι, εξ άλλου, απέστειλαν εις τήν Σικελίαν τά σαράντα πλοία πού ετοίμαζαν καί τούς υπολοίπους δύο στρατηγούς, τόν Ευρυμέδοντα καί τόν Σοφοκλή (καθόσον ο τρίτος, ο Πυθόδωρος, είχε φθάσει προηγουμένως εις τήν Σικελίαν). Εις τούς στρατηγούς έδωκαν συγχρόνως διαταγήν, όταν περνούν από τήν Κέρκυραν, νά φροντίσουν καί διά τούς κατοίκους τής πόλεως, οι οποίοι εληστεύοντο από τούς φυγάδας πού είχαν καταφύγει εις τό όρος. Πρός υποστήριξιν τών τελευταίων, είχαν στείλει καί οι Πελοποννήσιοι στόλον εξήντα πλοίων, καί επειδή επεκράτει μεγάλη πείνα εις τήν πόλιν, ήλπιζαν ότι θά γίνουν ευκόλως κύριοι τών πραγμάτων. Ο Δημοσθένης, ο οποίος, αφότου επέστρεψεν από τήν Ακαρνανίαν, ιδιώτευεν, εξουσιοδοτήθη κατ’ αίτησίν του από τούς Αθηναίους νά χρησιμοποιήση, εάν θέλη, τήν μοίραν τών σαράντα πλοίων, τόν καιρόν πού θά έπλεε γύρω από τήν Πελοπόννησον.

3. Κατάληψις τής Πύλου υπό τού Αθηναϊκού στόλου.

Ώς εκ τούτου, όταν κατά τόν πλούν έφθασαν εις τά παράλια τής Λακωνικής καί έμαθαν ότι ο στόλος τών Πελοποννησίων ήτο ήδη εις τήν Κέρκυραν, ο Ευρυμέδων καί ο Σοφοκλής ήθελαν νά σπεύσουν εκεί, ο Δημοσθένης όμως επέμενε νά προσεγγίσουν πρώτον εις τήν Πύλον καί μή συνεχίσουν τόν πλούν, παρά αφού κάμουν εκεί ό,τι θά επέβαλαν αι περιστάσεις. Αλλ’ ενώ εκείνοι αντέλεγαν, εσηκώθη κατά τύχην κακοκαιρία, η οποία παρέσυρε τά πλοία εις τήν Πύλον. Ο Δημοσθένης επέμενε νά κατασκευάσουν αμέσως οχύρωμα εκεί, λέγων ότι μέ τόν σκοπόν αυτόν συνώδευε τόν στόλον, καί τούς εδείκνυεν ότι υπήρχαν εκεί άφθονα ξύλα καί πέτραι καί ότι η θέσις ήτο εκ φύσεως οχυρά καί όχι μόνον αυτό τό μέρος, αλλά καί τό εσωτερικόν, εις ικανήν απόστασιν, ήσαν ακατοίκητα. Η Πύλος, τωόντι, τήν οποίαν οι Λακεδαιμόνιοι ονομάζουν Κορυφάσιον, κείται επί τού εδάφους τής αρχαίας Μεσσηνίας, καί απέχει από τήν Σπάρτην τετρακόσια περίπου στάδια. Οι άλλοι στρατηγοί απήντησαν ότι υπάρχουν εις τήν Πελοπόννησον πολλά ακατοίκητα ακρωτήρια, τά οποία ημπορεί νά καταλάβη, εάν θέλη νά υποβάλη τήν πόλιν εις έξοδα. Αλλ’ εις τόν Δημοσθένη εφαίνετο ότι η θέσις αυτή παρουσιάζει πλεονεκτήματα εντελώς εξαιρετικά. Εκτός τού ότι υπήρχεν εκεί πέραν λιμήν, εθεώρει ότι οι Μεσσήνιοι, οι οποίοι ήσαν οι παλαιοί κύριοι τού μέρους καί ωμίλουν τήν ιδίαν μέ τούς Λακεδαιμονίους διάλεκτον, ημπορούσαν, χρησιμοποιούντες αυτό ώς ορμητήριον, νά προξενούν μεγάλας ζημίας, καί θά ήσαν συγχρόνως αξιόπιστοι φρουροί τής θέσεως.

4. Επειδή όμως δέν ημπορούσε νά πείση ούτε τούς στρατηγούς, ούτε τούς στρατιώτας, μολονότι ανεκοίνωσεν ακολούθως τά σχέδιά του καί εις αυτούς διά μέσου τών αξιωματικών των, έμειναν εκεί αδρανούντες, επειδή ο καιρός ήταν ακατάλληλος διά πλούν έως ότου οι ίδιοι οι στρατιώται       εβαρύνθησαν νά μένουν αργοί καί τούς ήλθεν η ζωηρά επιθυμία νά μοιρασθούν γύρω από τήν θέσιν καί συμπληρώσουν μέ τεχνικά έργα τήν φυσικήν οχυρότητά της.

5. Αλλ’ οι Λακεδαιμόνιοι έτυχε νά τελούν τότε κάποιαν πανήγυριν, καί εκτός τούτου, όταν έμαθαν τήν είδησιν, δέν επήραν τό πράγμα υπό σοβαράν έποψιν, διότι επίστευαν ότι είτε οι Αθηναίοι δέν θά αντισταθούν καθόλου, όταν προελάσουν εναντίον των, είτε, εάν αντισταθούν, αυτοί θά ημπορέσουν ευκόλως νά καταλάβουν τήν θέσιν διά τής βίας. Καί η απουσία, άλλωστε, τού στρατού των εις τήν Αττικήν συνετέλεσεν εν μέρει εις τήν καθυστέρησίν των. Οι Αθηναίοι, αφού εις διάστημα έξ ημερών ωχύρωσαν τήν θέσιν πρός τό μέρος τής ξηράς, καί ιδίως εις τά σημεία πού ήτο μεγαλυτέρα η ανάγκη, άφισαν πρός προστασίαν της τόν Δημοσθένη μέ πέντε πλοία, καί τό μεγαλύτερον μέρος τού στόλου επέσπευσαν τόν πλούν του πρός τήν Κέρκυραν καί τήν Σικελίαν.

6. Αναχώρησις τών Λακεδαιμονίων εκ τής Αττικής.

Ο Πελοποννησιακός στρατός, πού ευρίσκετο εις τήν Αττικήν, ευθύς ως ήκουσαν τήν κατάληψιν τής Πύλου, έσπευσαν νά επιστρέψουν εις τά ίδια, διότι ο βασιλεύς Άγις καί οι Λακεδαιμόνιοι εθεώρουν ότι η υπόθεσις τής Πύλου ήτο ζήτημα ζωτικού δι’ αυτούς ενδιαφέροντος, εξ άλλου, διότι η εισβολή είχε γίνει πολύ ενωρίς, καί τά σιτάρια ήσαν ακόμη χλωρά, ώστε δέν είχαν επαρκή τροφήν διά τούς στρατιώτας, καί τέλος διότι επήλθε μεγάλη κακοκαιρία, συνήθης διά τήν εποχήν αυτήν τού έτους, από τήν οποίαν υπέφερε πολύ ο στρατός. Συνεπώς, πολλοί λόγοι συνετέλεσαν διά νά επισπεύσουν τήν επάνοδόν των καί αποβή η εισβολή αυτή συντομωτέρα από κάθε άλλην. Πράγματι, δέκα πέντε μόνον ημέρας έμειναν εις τήν Αττικήν.

7. Οι Αθηναίοι καταλαμβάνουν τήν Ηιόνα τής Χαλκιδικής  Κατά τήν ιδίαν εποχήν, ο Αθηναίος στρατηγός Σιμωνίδης, συγκεντρώσας ολίγους Αθηναίους από τάς φρουράς καί πολλούς συμμάχους τών μερών εκείνων, κατέλαβε διά προδοσίας τών κατοίκων τήν επί τής Χαλκιδικής κειμένην Ηιόνα, αποικίαν τών Μενδαίων καί εχθράν τών Αθηναίων. Αλλ’ οι Χαλκιδείς καί οι Βοττιαίοι έσπευσαν πρός βοήθειάν της καί όχι μόνον τόν εξετόπισαν, αλλά καί έχασε πολλούς από τούς άνδρας του.

8. Οι Σπαρτιάται σπεύδουν νά ελευθερώσουν τήν Πύλον.

Μετά τήν επιστροφήν τών Πελοποννησίων από τήν Αττικήν, οι Σπαρτιάται, μέ τούς πλησιεστέρους από τούς περιοίκους, έσπευσαν ευθύς διά νά ελευθερώσουν τήν Πύλον. Οι επίλοιποι όμως Λακεδαιμόνιοι, επειδή μόλις πρό μικρού είχαν επιστρέψει από άλλην εκστρατείαν, εξεκίνησαν αργότερα. Έστειλαν επίσης οδηγίας εις όλην τήν Πελοπόννησον, διά νά στείλουν όσον τό δυνατόν ταχύτερον επικουρίας εις τήν Πύλον, καί συγχρόνως προσεκάλεσαν τήν μοίραν τών εξήντα πλοίων πού ήσαν εις τήν Κέρκυραν. Τά πλοία αυτά, αφού μετεφέρθησαν συρόμενα διά τού Ισθμού τής Λευκάδος καί διέφυγαν τήν προσοχήν τής μοίρας τού Αθηναϊκού στόλου, πού είχε φθάσει εις τήν Ζάκυνθον, κατέπλευσαν εις Πύλον, όπου είχεν ήδη συγκεντρωθή καί ο στρατός τής ξηράς. Αλλ’ ο Δημοσθένης επρόφθασε, πρίν ακόμη καταπλεύση η Πελοποννησιακή μοίρα τού στόλου, νά στείλη ασφαλώς δύο πλοία εις Ζάκυνθον, διά νά ειδοποιήση τόν Ευρυμέδοντα καί τήν μοίραν τού Αθηναϊκού στόλου ότι πρέπει νά έλθη κατεπειγόντως, διότι η Πύλος εκινδύνευεν.Αλλ’ ενώ η ειρημένη μοίρα έπλεεν εσπευσμένως εις βοήθειαν τού Δημοσθένους, σύμφωνα μέ τήν πρόσκλησίν του, οι Λακεδαιμόνιοι ητοιμάζοντο νά επιτεθούν εναντίον τού τείχους από ξηράς συγχρόνως καί από θαλάσσης, διότι ήλπιζαν νά κυριεύσουν ευκόλως οχύρωμα, τό οποίον είχε κατασκευασθή εσπευσμένως καί είχεν ολιγάριθμον φρουράν. Επειδή όμως επερίμεναν ότι καί η μοίρα τού Αθηναϊκού στόλου θά φθάση από τήν Ζάκυνθον πρός βοήθειαν τής Πύλου, εσχεδίαζαν νά φράξουν τά στόμια τού λιμένος, διά νά μήν ημπορέσουν νά τόν καταστήσουν ορμητήριον τών Αθηναίων, εις περίστασιν πού δέν θά κατώρθωναν τυχόν νά καταλάβουν τήν Πύλον πρό τού κατάπλου της. Τό φράξιμον τών στομίων ήτο εύκολον, διότι η νήσος Σφακτηρία, η οποία εκτείνεται κατά μήκος τής ακτής καί πολύ πλησίον της, καθιστά όχι μόνον τόν λιμένα ασφαλή, αλλά καί τά στόμιά του στενά. Από τό ένα στόμιον, τό απέναντι τής Πύλου καί τού Αθηναϊκού οχυρώματος, δύο μόνον πλοία ημπορούν νά περάσουν συγχρόνως, ενώ από τό δεύτερον, τό απέναντι τού άλλου μέρους τής ξηράς, οκτώ ή εννέα. Ήτο πρός τούτοις σκεπασμένη από δάσος καί καθό ακατοίκητος δέν είχε δρόμους. Τό μάκρος της είναι έως δέκα πέντε στάδια, επάνω κάτω.

Οι Λακεδαιμόνιοι λοιπόν εσχεδίαζαν νά κλείσουν τά στόμια μέ πλοία, κολλητά τό ένα μέ τό άλλο καί μέ τάς πρώρας εστραμμένας πρός τήν θάλασσαν. Επειδή, εξ άλλου, εφοβούντο μήπως η Σφακτηρία χρησιμοποιηθή εναντίον των ως ορμητήριον διά τάς εχθροπραξίας, απεβίβασαν εκεί μερικούς οπλίτας καί ετοποθέτησαν συγχρόνως άλλους κατά μήκος τής απέναντι ακτής. Διότι κατ’ αυτόν τόν τρόπον ελογάριαζαν, ότι καί η νήσος θά ήτο απρόσιτος εις τούς Αθηναίους,αλλά καί η ξηρά, η οποία άλλωστε δέν είχε μέρος πού νά ημπορή κανείς ν’ αποβιβασθή. (Καθόσον, εκτός τού στομίου τού λιμένος, τά παράλια τής ιδίας τής Πύλου πρός τό μέρος τού πελάγους είναι αλίμενα, καί δέν θά είχαν πού νά εγκαταστήσουν ορμητήριον διά νά βοηθήσουν τούς ιδικούς των). Επομένως οι Λακεδαιμόνιοι, χωρίς νά εκτεθούν εις τόν κίνδυνον ναυμαχίας, θά κατώρθωναν πιθανώς νά εκπολιορκήσουν τήν θέσιν, η οποία είχε καταληφθή μέ ανεπαρκείς προετοιμασίας καί εστερείτο τρόφιμα. Ευθύς, τωόντι, ως κατέληξαν εις τά συμπεράσματα αυτά, απεβίβασαν εις τήν νήσον τούς οπλίτας, κληρώσαντες αυτούς από όλους τούς λόχους. Καί είχαν περάσει καί άλλοι προτήτερα, αλλάζοντες εκ περιτροπής. Αλλ’ οι τελευταίοι αποβιβασθέντες, οι οποίοι καί απεκλείσθησαν εκεί, ήσαν τετρακόσιοι είκοσι, καί χωριστά οι Είλωτες υπηρέται των. Αρχηγός δ’ αυτών ήτο ο Επιτάδας, υιός τού Μολόβρου.

9. Οι Αθηναίοι παρασκευάζονται νά αποκρούσουν τούς Λακεδαιμονίους.

Ο Δημοσθένης, βλέπων ότι οι Λακεδαιμόνιοι ητοιμάζοντο νά επιτεθούν διά ξηράς συγχρόνως καί διά θαλάσσης, παρεσκευάζετο καί αυτός. Έσυρε τά τρία πλοία πού τού έμεναν κάτω από τό οχύρωμα καί τά περιέβαλεν εκεί διά χαρακώματος. Επήρε τούς ναύτας από τά πλοία καί τούς ώπλισε μέ ασπίδας κατωτέρας ποιότητος, τάς περισσοτέρας από πλεγμένους κλάδους λυγαριάς, διότι εις τόπον ακατοίκητον δέν ήτο δυνατόν νά προμηθευθούν όπλα, αλλά καί αυτά ακόμη πού είχαν τά είχαν πάρει από δύο πειρατικά πλοία, τό ένα τριαντάκωπον καί τό άλλο ελαφρόν ακάτιον, τά οποία ανήκαν εις τούς Μεσσηνίους πού έτυχε νά φθάσουν καί από τούς οποίους συνεκεντρώθησαν σαράντα περίπου οπλίται, τούς οποίους ο Δημοσθένης εχρησιμοποίησε μαζί μέ τούς άλλους πού είχεν.

Ετοποθέτησεν ακολούθως τούς περισσοτέρους στρατιώτας του, τόσον τούς αόπλους όσον καί       τούς οπλισμένους, εις τό απέναντι τής στερεάς μέρος τού οχυρώματος, τό οποίον ήτο ισχυρότερον καί καλύτερα ωχυρωμένον, καί τούς διέταξε ν’ αποκρούσουν τόν στρατόν τής ξηράς, εάν τούς επιτεθή. Ο ίδιος, εξ άλλου, εκλέξας από όλον τόν στρατόν εξήντα οπλίτας καί ολίγους τοξότας, εξήλθε μετ’ αυτών από τό τείχος πρός τήν θάλασσαν, εις μέρος όπου πρό πάντων υπέθετεν ότι ο εχθρός θά επεχείρει απόβασιν. Τό μέρος αυτό ήτο αληθώς δύσβατον καί πετρώδες καί ανοικτόν πρός τό πέλαγος, αλλ’ επειδή τό Αθηναϊκόν τείχος ήτο πρός τό ίδιον μέρος πολύ αδύνατον, επίστευεν ότι οι Πελοποννήσιοι θά παρασυρθούν νά επιχειρήσουν εκεί τήν απόβασιν. Διότι οι Αθηναίοι, επειδή δέν επίστευαν ποτέ ότι θά νικηθούν κατά θάλασσαν, δέν ωχύρωσαν δυνατά τό μέρος τούτο, καί ο Δημοσθένης αντελαμβάνετο, ότι άν οι Λακεδαιμόνιοι κατώρθωναν ν’ αποβιβασθούν εκεί διά τής βίας, θά τούς ήτο εύκολον νά κυριεύσουν τήν θέσιν. Εις τό μέρος λοιπόν αυτό επροχώρησεν όσον ημπορούσε πλησιέστερα πρός τήν θάλασσαν καί παρέταξε τούς οπλίτας του, διά νά εμποδίση, ει δυνατόν, τήν απόβασιν. Καί διά νά εξυψώση τό φρόνημά των, τούς απηύθυνε τούς επομένους προτρεπτικούς λόγους:

10. Λόγος τού στρατηγού Δημοσθένους πρός τούς στρατιώτας του Στρατιώται, όσοι απεφασίσατε νά συμμερισθήτε μαζί μου τόν κίνδυνον αυτόν, εις περίστασιν τόσον κρίσιμον, καθώς η παρούσα, κανείς από σάς ας μή θελήση νά φανή έξυπνος, υπολογίζων μέ ακρίβειαν όλην τήν έκτασιν τού κινδύνου πού μάς περιστοιχίζει. Οφείλει τουναντίον καθείς εμπνεόμενος μάλλον από ευέλπιδα απερισκεψίαν, γεμάτος από ελπίδα καί θέτων κατά μέρος κάθε ενδοιασμόν, ν’ αντιμετωπίση τόν εχθρόν, μέ τήν πεποίθησιν ότι θά εξέλθη θριαμβεύων καί από τούς κινδύνους αυτούς. Διότι εις περιστάσεις καθώς η παρούσα, όπου δέν επιτρέπεται εκλογή,κάθε υπολογισμός είναι μάταιος καί εκείνο πού χρειάζεται πρό πάντων είναι η ταχίστη αντιμετώπισις τού κινδύνου. Αλλ’ εγώ βλέπω ότι καί αι περισσότεραι πιθανότητες είναι μέ τό μέρος μας,εάν μόνον αποφασίσωμεν νά σταθώμεν ακλόνητοι καί νά μή θυσιάσωμεν τά πλεονεκτήματα πού έχομεν, καταπληττόμενοι από τήν αριθμητικήν τού εχθρού υπεροχήν. Διότι καί τό δυσπρόσιτον τής θέσεως νομίζω ότι είναι εις όφελός μας, καθόσον εάν σταθώμεν ακλόνητοι, αυξάνει η δύναμίς μας, ενώ άπαξ υποχωρήσωμεν, καί μολονότι η θέσις είναι δύσβατος, θ’ αποβή ευπρόσιτος εις τόν εχθρόν, καθόσον κανείς δέν θά αντετάσσετο εναντίον του.Καί άν ακόμη ημπορούσεν ακολούθως νά πιεσθή από ημάς, θ’ απέβαινε φοβερώτερος, αφού δέν θά ήτο εύκολος εις αυτόν η υποχώρησις. Διότι, εφόσον είναι ακόμη επάνω εις τά πλοία, η απόκρουσίς του είναι πολύ εύκολος, άμα όμως άπαξ αποβιβασθή, είναι εις ίσην απέναντί μας θέσιν. Καί τήν αριθμητικήν του υπεροχήν δέν πρέπει νά φοβούμεθα πολύ. Διότι, όσον πολλοί καί άν είναι, θά υποχρεωθούν νά πολεμήσουν κατά μικρά αποσπάσματα, λόγω τής δυσκολίας τής προσορμίσεως Ούτε έχομεν ν’ αντιμετωπίσωμεν στρατόν επί τής ξηράς, ο οποίος μάχεται υπό ομοίας μέ ημάς περιστάσεις, είναι όμως αριθμητικώς ανώτερος, αλλά στρατόν, πού μάχεται από τό κατάστρωμαπλοίων, τά οποία έχουν ανάγκην πολλών ευνοϊκών περιστάσεων μέσα εις τήν θάλασσαν. Ώστε θεωρώ ότι τά μειονεκτήματά των ισοφαρίζουν τόν μικρόν αριθμόν μας. Από σάς, οι οποίοι είσθε Αθηναίοι καί γνωρίζετε εκ πρακτικής πείρας τί σημαίνει ναυτική απόβασις ενώπιον εχθρού,καί ότι δέν ημπορεί νά εκβιασθή, εφόσον εκείνος είναι αποφασισμένος ν’ αντισταθή καί δέν υποχωρήση από τόν φόβον τού κρότου τής κωπηλασίας καί τήν απειλητικήν θέαν τών ορμητικώς προσεγγιζόντων πλοίων – από σάς ήλθε τώρα η ώρα ν’ απαιτήσω νά σταθήτε ακλόνητοι, εμποδίζοντες τόν εχθρόν νά πατήση τό πόδι του εις τήν παραλίαν, καί νά σώσετε καί εαυτούς καί τήν θέσιν αυτήν.

11.Ήττα τών Λακεδαιμονίων εις τήν Πύλον.

Ύστερον από τούς ολίγους αυτούς προτρεπτικούς λόγους τού Δημοσθένους, οι Αθηναίοι επήραν νέον θάρρος καί κατέβησαν εις τό άκρον τής παραλίας, όπου καί παρετάχθησαν. Οι Λακεδαιμόνιοι,εν τώ μεταξύ, εξεκίνησαν καί προσέβαλαν τό οχύρωμα, όχι μόνον μέ τόν στρατόν τής ξηράς, αλλά καί μέ τήν μοίραν τού στόλου των συγχρόνως, η οποία απετελείτο από σαράντα τρία πλοία.

Ναύαρχος ήτο ο Σπαρτιάτης Θρασυμηλίδας, υιός τού Κρατησικλέους, ο οποίος επετέθη ακριβώς όπου επερίμενεν ο Δημοσθένης. Οι Αθηναίοι αντιμετώπισαν τήν επίθεσιν καί από τά δύο μέρη, τήν ξηράν δηλαδή καί τήν θάλασσαν. Οι εχθροί όμως διήρεσαν τά πλοία των εις μικρά αποσπάσματα,αφού δέν ήτο δυνατόν μεγαλύτερος αριθμός νά προσεγγίση συγχρόνως εις τήν ακτήν, καί αναπαυόμενοι εκ περιτροπής, δέν έπαυαν νά επιτίθενται μέ μεγάλην ορμήν καί νά ενθαρρύνωνται αμοιβαίως μέ κάθε τρόπον, διά νά εκτοπίσουν τούς Αθηναίους καί καταλάβουν τό οχύρωμα. Περισσότερον από όλους διεκρίθη ο Βρασίδας, ο οποίος ήτο κυβερνήτης μιάς τριήρους. Επειδή έβλεπεν ότι οι άλλοι κυβερνήται καί πηδαλιούχοι, καί όπου ακόμη ήτο δυνατή η προσέγγισις, εδίσταζαν ένεκα τού δυσβάτου τής θέσεως καί εφοβούντο μήπως συντρίψουν τό πλοίον των, τούς εφώναζεν ότι είναι εντροπή χάριν οικονομίας ξύλων νά επιτρέψουν εις τούς εχθρούς τήν κατασκευήν καί διατήρησιν οχυρώματος επάνω εις τό έδαφός των, καί τούς παρεκίνει νά συντρίψουν τά πλοία των επάνω εις τούς βράχους διά νά εκβιάσουν τήν απόβασιν. Εις τούς συμμάχους, εξ άλλου, συνίστα νά μή διστάσουν, εις ανταπόδοσιν τόσον μεγάλων ευεργεσιών, νά θυσιάσουν εις τήν περίπτωσιν αυτήν τά πλοία των πρός χάριν τών Λακεδαιμονίων, αλλά νά τά ρίψουν έξω καί εκβιάζοντες μέ κάθε μέσον τήν απόβασιν νικήσουν τούς εχθρούς καί κυριεύσουν τήν θέσιν.

12. Ο Βρασίδας όχι μόνον τούς άλλους εξώθει κατ’ αυτόν τόν τρόπον, αλλά καί τόν πηδαλιούχον του ηνάγκασε νά ρίψη έξω τό πλοίον, καί επροχώρει πρός τήν αποβάθραν τού πλοίου, αλλ’ ενώ επεχείρει ν’ αποβιβασθή, ανεκόπη από τούς Αθηναίους, καί επειδή ετραυματίσθη εις πολλά μέρη τού σώματος, ελιποθύμησε. Τήν στιγμήν πού έπιπτε εις τό εμπροσθινόν μέρος τού πλοίου, η ασπίς του εγλίστρησε εις τήν θάλασσαν, η οποία τήν έρριψεν εις τήν παραλίαν, καί οι Αθηναίοι τήν επήραν καί τήν εχρησιμοποίησαν ακολούθως διά τό τρόπαιον, πού έστησαν, εις ανάμνησιν τής επιτυχίας των κατά τήν απόκρουσιν τής επιθέσεως αυτής. Οι επίλοιποι, παρ’ όλας των τάς προσπάθειας, δέν ημπόρεσαν ν’ αποβιβασθούν, καί διά τό δύσβατον τής θέσεως καί διότι οι Αθηναίοι έστεκαν ακλόνητοι καί δέν υπεχώρουν ούτε βήμα. Αλλόκοτος τωόντι τροπή τής τύχης έφερεν, ώστε οι μέν Αθηναίοι κατά ξηράν, καί μάλιστα επί εδάφους Λακωνικού, ν’ αποκρούσουν τάς εκ τής θαλάσσης επιθέσεις τών Λακεδαιμονίων, ενώ οι Λακεδαιμόνιοι επεχείρουν από πλοία ν’ αποβιβασθούν εις τό ιδικόν των έδαφος, τό οποίον είχεν ήδη καταστή εχθρικόν καί εύρισκαν αντιμέτωπους τούς Αθηναίους. Πράγματι, εφημίζοντο τότε μεγάλως οι Λακεδαιμόνιοι ως κατ’ εξοχήν χερσαίοι διά τόν άριστον στρατόν των, οι Αθηναίοι ως ναυτικοί διά τήν μεγάλην υπεροχήν τού στόλου των.

13. Ύστερον από τάς επιθέσεις πού ενήργησαν τήν ημέραν εκείνην καί μέρος τής επομένης, οι Πελοποννήσιοι έμεναν ήσυχοι. Τήν τρίτην ημέραν έστειλαν κατά μήκος τής ακτής μερικά από τά πλοία των εις τήν Ασίνην, διά νά φέρουν ξύλα πρός κατασκευήν μηχανών, μέ τήν ελπίδα ότι διά τής χρήσεως αυτών θά κατώρθωναν νά καταλάβουν τό πρός τόν λιμένα μέρος τού τείχους, όπου ήτο μέν τούτο αρκετά υψηλόν, αλλ’ η απόβασις ήτο πολύ εύκολος. Εις τό σημείον τούτο ευρίσκοντο τά πράγματα, όταν έφθασεν εκ Ζακύνθου η μοίρα τού Αθηναϊκού στόλου, αποτελούμενη από πενήντα πλοία, καθόσον είχεν ενισχυθή μέ μερικά από τά πλοία πού εφρούρουν τήν Ναύπακτον καί τέσσαρα Χιακά πλοία. Αλλά καθώς είδαν ότι η στερεά καί η νήσος ήσαν γεμάται από οπλίτας καί ότι η Πελοποννησιακή μοίρα ήτο εντός τού λιμένος, χωρίς διάθεσιν νά εξέλθη, ηπόρουν πού νά προσορμισθούν. Επί τέλους έπλευσαν εις τήν νήσον Πρώτην, η οποία ήτο ακατοίκητος καί δέν απείχε πολύ, καί διενυκτέρευσαν εκεί. Τήν επομένην όμως εξέπλευσαν, αφού ητοιμάσθησαν, διά νά δώσουν μάχην, είτε εις τήν ανοικτήν θάλασσαν, εις περίστασιν πού ο εχθρός θά ήτο διατεθειμένος νά εκπλεύση εναντίον των, είτε εις εναντίαν περίστασιν εισερχόμενοι οι ίδιοι εις τόν λιμένα διά νά τού επιτεθούν. Οι Πελοποννήσιοι, εν τούτοις, δέν εξέπλευσαν εναντίον των, καί εξ άλλου είχαν παραμελήσει νά φράξουν τά στόμια τού λιμένος, όπως εσχεδίαζαν. Κατεγίνοντο μέ τήν ησυχίαν των εις τήν ξηράν νά επιβιβάζουν τά πληρώματά των καί νά ετοιμάζωνται, εάν ο εχθρός εισπλεύση, να ναυμαχήσουν εντός τού λιμένος, ο οποίος είχε μεγάλην ευρυχωρίαν.

14. Οι Αθηναίοι, εξ άλλου, άμα αντελήφθησαν τήν κατάστασιν, ώρμησαν εναντίον των καί από τά δύο στόμια τού λιμένος. Τά περισσότερα Πελοποννησιακά πλοία είχαν ήδη απομακρυνθή από τήν παραλίαν, έτοιμα πρός μάχην. Εναντίον τών πλοίων αυτών επέπεσαν καί τά έτρεψαν εις φυγήν,καί επειδή τά κατεδίωκαν εκ τού συστάδην, επροξένησαν ζημίας εις πολλά,συνέλαβαν πέντε, τό έν μάλιστα μέ ολόκληρον τό πλήρωμα, καί εξηκολούθησαν νά επιτίθενται διά τού εμβόλου εναντίον τών λοιπών, καί όταν ακόμη είχαν καταφύγει εις τήν ξηράν. Καί εις άλλα πάλιν πλοία κατώρθωσαν νά προξενήσουν σοβαράς βλάβας, καί πρίν εκκινήσουν, τήν ώραν πού επεβιβάζοντο ακόμη τά πληρώματά των. Μερικά μάλιστα πού είχαν εγκαταλειφθή από τά πληρώματά των, τά έδεσαν καί ήρχισαν νά τά ρυμουλκούν κενά.

Τούθ’ όπερ βλέποντες οι Λακεδαιμόνιοι καί περίλυποι διά τήν συμφοράν, διότι οι επί τής νήσου συναγωνισταί των απεκόπτοντο πραγματικώς, έσπευδαν εις βοήθειαν, καί αφού εισώρμων ωπλισμένοι εις τήν θάλασσαν, ήρπαζαν μέ τά χέρια των τά ρυμουλκούμενα ήδη πλοία καί προσεπάθουν νά τά τραβήξουν αντιθέτως πρός τήν ξηράν. Καί κανείς επίστευεν ότι όπου εκείνος δέν ανεμιγνύετο προσωπικώς, εκεί τίποτε δέν ημπορούσε νά γίνη. Η επελθούσα άλλωστε σύγχυσις καί ο θόρυβος ήσαν τρομερά, καί εις τόν αγώνα αυτόν περί τών πλοίων, οι δύο μαχηταί συνήλλαξαν τόν συνήθη εις καθένα απ’ αυτούς τρόπον τού μάχεσθαι. Διότι καί οι Λακεδαιμόνιοι, εις τήν έξαψιν καί απελπισίαν πού ευρίσκοντο, άλλο δέν έκαμναν ουσιαστικώς παρά νά ναυμαχούν από τήν ξηράν, καί οι Αθηναίοι, οι οποίοι ενίκων καί ήθελαν νά εκμεταλλευθούν όσον ημπορούσαν περισσότερον τήν σημερινήν καλήν των τύχην, επεζομάχουν από τά καταστρώματα τών πλοίων. Τέλοςαφού απεχωρίσθησαν φέροντες πολλά τραύματα καί οι Λακεδαιμόνιοι κατώρθωσαν νά διασώσουν τά κενά των πλοία, εκτός εκείνων πού είχαν συλληφθή κατ’ αρχάς, καί τά δύο μέρη επέστρεψαν εις τά στρατόπεδά των.

Οι Αθηναίοι, αφ’ ενός, έστησαν τρόπαιον, επέτρεψαν εις τόν εχθρόν νά παραλάβη τούς νεκρούς του, εσύναξαν τά ναυάγια καί ήρχισαν ευθύς νά περιπλέουν καί επιτηρούν τήν νήσον, θεωρούντες τούς επ’ αυτής εχθρούς ως αποκλεισμένους. Οι επί τής ξηράς Πελοποννήσιοι, εξ άλλου, μέ τάς ενισχύσεις πού είχαν φθάσει εν τώ μεταξύ από όλα τά μέρη, έμεναν εις τάς θέσεις των, απειλούντες τήν Πύλον.

15. Όταν η είδησις περί τών γεγονότων τής Πύλου έφθασεν εις τήν Σπάρτην, απεφάσισαν, επειδή επρόκειτο περί μεγάλης συμφοράς, νά κατέλθουν οι άρχοντες εις τό στρατόπεδον διά νά ιδούν τά πράγματα αυτοπροσώπως, καί λάβουν επί τόπου οίας δήποτε αποφάσεις εγκρίνουν. Όταν είδαν ότι ήτο αδύνατον νά βοηθήσουν τούς επί τής νήσου στρατιώτας των, καί δέν ήθελαν εξ άλλου νά τούς αφίσουν ή ν’ αποθάνουν από τήν πείναν ή νά υποκύψουν εις τήν αριθμητικήν υπεροχήν τού εχθρού, καί συλληφθούν αιχμάλωτοι, απεφάσισαν νά προτείνουν πρός τούς στρατηγούς τών Αθηναίων τήν συνομολόγησιν ανακωχής περί τής Πύλου, εάν συνήνουν εις τούτο, καί ν’ αποστείλουν πρέσβεις εις Αθήνας διά τήν ειρήνην καί επιδιώξουν τήν ταχίστην απόδοσιν τών στρατιωτών των.

16. Ανακωχή Αθηναίων καί Σπαρτιατών.

Οι Αθηναίοι στρατηγοί εδέχθησαν τήν πρότασιν καί συνωμολογήθη ανακωχή υπό τούς εξής ορούς: Οι Λακεδαιμόνιοι θά παραδώσουν τά πλοία, μέ τά οποία εναυμάχησαν, καί θά φέρουν εις Πύλον καί παραδώσουν επίσης όσα άλλα πολεμικά πλοία ευρίσκοντο εις τήν Λακωνικήν, καί δέν θά επιτίθενται εναντίον τού οχυρώματος, ούτε διά ξηράς ούτε διά θαλάσσης. Οι Αθηναίοι εξ άλλου, θά επιτρέπουν εις τούς Λακεδαιμονίους νά στέλλουν από τήν ξηράν εις τούς στρατιώτας τής Σφακτηρίας ωρισμένην ποσότητα σίτων, από δύο Αττικάς χοίνυκας αλεσμένης κρυθής διά κάθε στρατιώτην, δύο κοτύλας κρασιού καί μίαν μερίδα κρέατος, καί διά κάθε υπηρέτην τό ήμισυ τών μερίδων τούτων. Η αποστολή τών τροφίμων θά γίνεται υπό τήν επίβλεψιν τών Αθηναίων καί κανέν πλοίον δέν θά εισέρχεται εις τόν λιμένα λαθραίως.

Οι Αθηναίοι, εν τούτοις, θά εξακολουθούν νά επιτηρούν τήν νήσον, όπως μέχρι τούδε, μόνον ότι δέν θά επιτρέπεται ν’ αποβιβάζωνται εκεί καί δέν θά επιτίθενται εναντίον τού Πελοποννησιακού στρατού ούτε διά ξηράς, ούτε διά θαλάσσης. Εάν κανείς από τούς συμβαλλομένους παραβιάσει κανένα από τούς όρους αυτούς, καί τόν πλέον επουσιώδη ακόμη, η ανακωχή, εις τοιαύτην περίπτωσιν, τερματίζεται αυτοδικαίως. Άλλως ισχύει, έως ότου επανέλθουν από τάς Αθήνας οι πρέσβεις τών Λακεδαιμονίων, τούς οποίους Αθηναϊκή τριήρης θά μεταφέρη εκεί καί θά επαναφέρη πάλιν. Μετά τήν επιστροφήν τών πρέσβεων, η ανακωχή τερματίζεται αυτοδικαίως καί οι Αθηναίοι θά επιστρέψουν τά πλοία, εις τήν κατάστασιν πού θά τά παραλάβουν. Αυτοί ήσαν οι όροι τής ανακωχής. Τά πλοία, εξήντα περίπου τόν αριθμόν, παρεδόθησαν, καί οι πρέσβεις απεστάλησαν. Όταν δέ έφθασαν εις τάς Αθήνας είπαν τά εξής:

17. Λακεδαιμόνιοι πρέσβεις προτείνουν εις τούς Αθηναίους τερματισμόν τού πολέμου.

Οι Λακεδαιμόνιοι μάς έστειλαν, Αθηναίοι, διά νά επιδιώξωμε συμφωνίαν περί τών εις τήν νήσον  στρατιωτών μας, υπό όρους, οι οποίοι καί διά σάς νά είναι αποδεκτοί ως επωφελείς καί δι’ ημάς συγχρόνως αξιοπρεπείς, όσον επιτρέπει η σημερινή μας ατυχία. Ούτε παραβιάζομεν τήν συνήθειάν μας, εάν ομιλήσωμεν διά μακρών, καθόσον εις τόν τόπον μας επικρατεί η αρχή νά λέγωμεν ολίγα όπου δέν χρειάζονται πολλά, νά λέγωμεν όμως περισσότερα, οσάκις παρουσιάζεται ευκαιρία νά εκτελέσωμεν τό καθήκον μας, εξηγούντες διά λόγων κάποιαν σπουδαίαν υπόθεσιν. Καί παρακαλούμεν ν’ ακούσετε τούς λόγους μας όχι μέ πνεύμα εχθρικόν, ούτε νά φαντασθήτε ότι σάς κρίνομεν ασύνετους καί θέλομεν νά σάς δώσωμεν μαθήματα, αλλά νά τούς θεωρήσετε ως υπόμνησιν  εκείνου πού γνωρίζετε καλώς ότι αποτελεί τήν ορθήν πολιτικήν.                                                       

Διότι. ημπορείτε, κάμνοντες καλήν χρήσιν τής σημερινής σας επιτυχίας, όχι μόνον νά διατηρήσετε ό,τι έχετε, αλλά καί νά αποκτήσετε προσέτι τιμήν καί δόξαν, καί ν’ αποφύγετε ό,τι παθαίνουν όσοι δοκιμάζουν μίαν ασυνήθη επιτυχίαν, οι οποίοι, λόγω ακριβώς τού απροσδοκήτου τής σημερινής ευτυχίας των, δέν γνωρίζουν πλέον όριον εις τάς ελπίδας καί τούς πόθους των. Ενώ όσοι έχουν τήν πείραν επανειλημμένων μεταβολών τής τύχης, έχουν καί κάθε λόγον νά είναι τρομερά δύσπιστοι πρός τήν ευτυχίαν. Πράγμα πού είναι φυσικόν νά εδίδαξεν η πείρα καί σάς, αλλά πρό πάντων ημάς.

18. Διά νά πεισθήτε, αρκεί νά ρίψετε έν βλέμμα εις τάς σημερινάς μας ατυχίας. Ημείς, οι οποίοι κατέχομεν υπέροχον εντελώς θέσιν μεταξύ τών Ελλήνων, προσερχόμεθα σήμερον ενώπιόν σας,διά νά ζητήσωμεν εκείνο πού έως τώρα ενομίζαμεν ότι είμεθα ημείς περισσότερον από κάθε άλλον εις θέσιν νά παραχωρήσωμεν. Καί εν τούτοις, ούτε από έλλειψιν δυνάμεως επάθαμεν τήν ατυχίαν αυτήν, ούτε διότι από υπερβολήν δυνάμεως εγίναμεν αλαζόνες, αλλά διότι, άν καί έχομεν τήν ιδίαν όπως πάντοτε δύναμιν, εσφάλαμεν εις τούς υπολογισμούς μας, πράγμα τό οποίον ημπορεί νά συμβή εις τόν καθένα. Δέν πρέπει, επομένως, καί σείς, ένεκα τής δυνάμεως πού σάς δίδουν οι πόροι τής πόλεώς σας καί τών μερών επί τών οποίων εκτείνεται η ηγεμονία σας, νά πιστεύετε ότι καί η τύχη θά είναι πάντοτε μέ τό μέρος σας. Φρόνιμοι άνθρωποι είναι εκείνοι, οι οποίοι ασφαλίζουν τά κέρδη των μέ τό νά μή τά θεωρούν απολύτως ασφαλή (καί οι τοιούτοι ημπορούν νά συμπεριφέρωνται μέ μεγαλυτέραν σύνεσιν εις τάς ατυχίας), καί εκείνοι πού εννοούν ότι ο πόλεμος δέν περιορίζεται εντός τών ορίων, τά οποία θέλουν νά τού επιβάλουν, αλλ’ ακολουθεί τόν δρόμον εις τόν οποίον τούς οδηγούν αι περιπέτειαι τής τύχης των.Οι τοιούτοι εκτίθενται σπανιώτατα εις αποτυχίας, διότι δέν επαίρονται, εμπιστευόμενοι εις τάς στρατιωτικάς επιτυχίας των, αλλά σπεύδουν νά συνομολογήσουν ειρήνην εν μέσω τών επιτυχιών των. Αυτή είναι η πολιτική, τήν οποίαν συμφέρον έχετε, Αθηναίοι, ν’ ακολουθήσετε σήμερον απέναντί μας καί όχι εις τό μέλλον, διά νά μήν αποδοθούν αργότερα εις τήν τύχην καί αι τωριναί επιτυχίαι σας, όπως θά συμβή, εάν τυχόν απορρίψετε τάς προτάσεις μας καί οδηγηθήτε ακολούθως εις πολλάς αποτυχίας, όπως είναι ενδεχόμενον νά συμβή, ενώ ημπορείτε, άν θέλετε, νά κληροδοτήσετε εις τούς μεταγενεστέρους ασφαλή υπόληψιν δυνάμεως συγχρόνως καί συνέσεως.

19. «Οι Λακεδαιμόνιοι, ως εκ τούτου, σάς προτείνουν συνθηκολογίαν πρός τερματισμόν τού πολέμου. Σάς προσφέρουν ειρήνην καί συμμαχίαν καί εκτός τούτου στενήν φιλίαν καί σχέσεις αμοιβαίας εμπιστοσύνης, καί σάς ζητούν ως αντάλλαγμα νά τούς αποδώσετε τούς στρατιώτας τής Σφακτηρίας. Νομίζουν προτιμότερον καί διά τούς δύο νά μήν αφίσωμεν τά πράγματα εις τό σημείον, ώστε είτε νά επωφεληθούν οι στρατιώται μας καταλλήλου ευκαιρίας πού ημπορεί νά τούς παρουσιασθή καί διαφύγουν διά τής βίας, είτε νά αιχμαλωτισθούν, εάν εξαναγκασθούν εις τούτο από τήν πείναν. Πιστεύομεν, πρός τούτοις, ότι αι μεγάλαι έχθραι ημπορούν νά τερματισθούν ασφαλέστερα, όχι όταν κανείς ζητή εκδίκησιν, καί αφού νικήση οριστικώς τόν αντίπαλόν του, τόν δεσμεύει μέ αναγκαστικούς όρκους καί τού επιβάλλει ειρήνην μέ αδίκους όρους, αλλ’ όταν δυνάμενος νά επιτύχη τήν ειρήνην σύμφωνα μέ τάς υπαγορεύσεις τής επιείκειας, νικά τόν αντίπαλον καί διά  τής μεγαλοφροσύνης του καί συνδιαλλάσσεται πρός αυτόν,υπό όρους απροσδοκήτως μετριοπαθείς.Διότι ο αντίπαλος, εις τοιαύτην περίπτωσιν, επειδή δέν υπέκυψεν εις βίαν, αισθάνεται τό καθήκον όχι νά εκδικηθή αλλά ν’ ανταποδώση τήν επιδειχθείσαν γενναιοφροσύνην, καί είναι προθυμότερος από αίσθημα αυτοσεβασμού νά μείνη πιστός εις τάς συμφωνίας του. Καί οι άνθρωποι κλίνουν εις τοιαύτην συμπεριφοράν απέναντι τών μεγαλυτέρων εχθρών των, περισσότερον, παρά απέναντι εκείνων, πρός τούς οποίους περιήλθαν εις διενέξεις δι’ επουσιώδη πράγματα. Καί τέλος η φύσις των τούς σπρώχνει νά δείχνωνται προθύμως ενδοτικοί απέναντι εκείνων, οι οποίοι πρώτοι έδειξαν συμβιβαστικάς διαθέσεις, αλλά νά συνεχίζουν τόν αγώνα μέχρι τέλους, έστω καί παρά τήν κρίσιν των, εναντίον υπερόπτου αντιπάλου.

20. «Τώρα περισσότερον από κάθε άλλην στιγμήν, είναι καιρός καί διά τούς δύο νά συμβιβασθώμεν, πρίν κανείς μας πάθη εν τώ μεταξύ καμμίαν ανεπανόρθωτον συμφοράν, η οποία, κοντά εις τήν επίσημον εναντίον αλλήλων έχθραν, θά προσθέση καί άσβεστον προσωπικόν μίσος, καί θά σάς στερήση τά πλεονεκτήματα πού προσφέρομεν τώρα. Άς συμφιλιωθώμεν, επομένως εφόσον ο αγών είναι αναποφάσιστος, εφόσον ημπορείτε ν’ αποκτήσετε προσθέτως καί δόξαν καί τήν ιδικήν μας φιλίαν, καί εφόσον η ατυχία μας, προτού γίνη ατιμωτική, ημπορεί νά επανορθωθή υπό όρους επιεικείς.

Άς προτιμήσωμεν τήν ειρήνην αντί τού πολέμου δι’ εαυτούς καί άς δώσωμεν ανάπαυλαν από τά τόσα παθήματα εις τούς άλλους Έλληνας οι οποίοι εις σάς πρό πάντων θά θεωρήσουν ότι οφείλουν καί τό καλόν τούτο. Διότι, ενώ υφίστανται τάς ταλαιπωρίας τού πολέμου, χωρίς νά γνωρίζουν ασφαλώς ποίος είναι ο αίτιος, εάν γίνη σήμερον ειρήνη, η οποία από σάς κυρίως εξαρτάται,εις σάς θά οφείλουν τήν χάριν. Εάν, άλλωστε, δεχθήτε τάς προτάσεις μας, ημπορείτε, μέ τό μέσον μάλλον τής γενναιοφροσύνης παρά τής βίας, νά εξασφαλίσετε τήν διαρκή φιλίαν τών Λακεδαιμονίων, οι οποίοι αυτοί, πρώτοι σάς τήν προσφέρουν. Σκεφθήτε τά μεγάλα πλεονεκτήματα πού είναι φυσικόν νά φέρη μία τοιαύτη πολιτική. Διότι πρέπει νά γνωρίζετε ότι εάν σείς καί ημείς είμεθα σύμφωνοι, ο λοιπός Ελληνικός κόσμος, υποδεέστερος ημών κατά τήν δύναμιν, θά τρέφη τόν μεγαλύτερον σεβασμόν καί πρός τούς δύο μας.

21. Οι Αθηναίοι πείθονται υπό τού Κλέωνος νά μή δεχθούν ειρήνευσιν μέ τούς Σπαρτιάτας Αυτά είπαν οι Λακεδαιμόνιοι, οι οποίοι επίστευαν ότι οι Αθηναίοι θά εδέχοντο προθύμως τήν προσφερομένην ειρήνην καί θ’ απέδιδαν τούς στρατιώτας, αφού καί πρίν επεθύμουν τόν συμβιβασμόν,αλλά δέν τόν επέτυχαν, ένεκα τής ιδικής των εναντιώσεως. Οι Αθηναίοι όμως ενόμιζαν ότι εφόσον κρατούν τούς στρατιώτας εις τήν νήσον η ειρήνη ήτο τού λοιπού εις τήν διάθεσίν των, καί όταν θά ήθελαν νά τήν συνομολογήσουν, καί η πλεονεξία των ηύξανε.

Εις τούτο τούς έσπρωχνε κυρίως ο Κλέων, ο υιός τού Κλεαινέτου, αρχηγός τού δήμου κατά τήν εποχήν εκείνην, ο οποίος είχε πολύ μεγάλην επιρροήν επί τού πλήθους, καί ώς εκ τούτου τούς έπεισε ν’ απαντήσουν ότι έπρεπε πρώτον νά παραδοθούν οι στρατιώται τής Σφακτηρίας μαζί μέ τά όπλα των καί μεταφερθούν εις τάς Αθήνας, καί αφού γίνη τούτο ν’ αποδώσουν οι Λακεδαιμόνιοι τήν Νίσαιαν, τάς Πηγάς, τήν Τροιζήνα καί τήν Αχαΐαν, μέρη τά οποία δέν κατέκτησαν διά τού πολέμου, αλλά τά οποία παρεχώρησαν οι Αθηναίοι διά προηγουμένης συνθήκης, συνεπεία ατυχιών καί εις εποχήν πού είχαν πολύ περισσοτέραν ανάγκην ειρήνης παρά σήμερον. Υπό τοιούτους         όρους, ημπορούσαν νά τούς αποδοθούν οι στρατιώται των καί νά συνομολογηθή η ειρήνη δι’ όσην διάρκειαν ήθελαν μείνει σύμφωνα τά δύο μέρη.

22. Εις τήν απάντησιν αυτήν καμμίαν αντίρρησιν δέν έφεραν οι, Λακεδαιμόνιοι, εζήτησαν μόνον νά διορισθούν πληρεξούσιοι οι οποίοι νά συναντηθούν μέ αυτούς καί αφού συζητήσουν καταρτίσουν μέ τήν ησυχίαν των τούς διαφόρους όρους, εις τούς οποίους νά μείνουν σύμφωνοι. Αλλά τήν πρότασιν αυτήν επολέμησε μέ πολλήν βιαιότητα ο Κλέων, λέγων ότι εγνώριζε μέν καί προηγουμένως, τώρα όμως τό πράγμα είναι φώς φανερόν, ότι οι σκοποί των δέν ήσαν ευθείς αφού αρνούνται νά εξηγηθούν ενώπιον τού λαού, καί θέλουν νά συνεννοηθούν ιδιαιτέρως μέ ολίγους μόνον πληρεξουσίους. Ενώ, εάν αι διαθέσεις των είναι καλαί, οφείλουν, είπε, νά ομιλήσουν ενώπιον όλων.

Οι Λακεδαιμόνιοι, εν τούτοις, μολονότι ήσαν διατεθειμένοι, ένεκα τής ατυχίας των εις παραχωρήσεις, έβλεπαν ότι ούτε οι ίδιοι ημπορούν νά ομιλήσουν περί αυτών δημοσία, διά νά μήν εκτεθούν απέναντι τών συμμάχων των,εις περίστασιν πού αι προτάσεις των απορριφθούν,ούτε οι Αθηναίοι νά δεχθούν τάς προτάσεις των μέ όρους επιεικείς, ανεχώρησαν από τάς Αθήνας άπρακτοι.

23. Μετά τήν επιστροφήν των, η ανακωχή τής Πύλου ετερματίσθη αυτοδικαίως καί οι Λακεδαιμόνιοι εζήτησαν τήν επιστροφήν τών πλοίων, σύμφωνα μέ τούς όρους της. Αλλ’ οι Αθηναίοι τούς κατηγόρουν ότι εναντίον τών όρων τής ανακωχής προέβησαν εις αιφνιδίαν επίθεσιν εναντίον τού οχυρώματος καί εις μερικάς άλλας ενεργείας, αι οποίαι δέν εφαίνοντο άξιαι λόγου, καί ηρνούντο τήν απόδοσιν, ισχυριζόμενοι ότι είχε καθαρά συμφωνηθή ότι η ανακωχή τερματίζεται αυτοδικαίως, εάν παραβιασθή κανείς από τούς όρους της, καί ο πλέον επουσιώδης ακόμη.  Οι Λακεδαιμόνιοι απέκρουσαν τούς ισχυρισμούς αυτούς, καί διαμαρτυρόμενοι, διά τήν κατακράτησιν τών πλοίων ώς πράξιν παράνομον, απήλθαν καί επανέλαβαν τάς εχθροπραξίας πέριξ τής Πύλου, αι οποίαι διεξήγοντο τώρα μέ τήν μεγαλυτέραν έντασιν καί από τά δύο μέρη. Οι Αθηναίοι,κατά τήν διάρκειαν τής ημέρας, περιέπλεαν διαρκώς τήν νήσον μέ δύο πλοία, τά οποία έπλεαν κατ’ αντίθετον διεύθυνσιν. Τήν νύκτα όλα τά πλοία ανεξαιρέτως έμεναν ηγκυροβολημένα πέριξ τής νήσου, εκτός πρός τό μέρος τού πελάγους, όταν εφύσα άνεμος. Τούς είχαν άλλωστε έλθει από τάς Αθήνας είκοσι ακόμη πλοία χάριν τού αποκλεισμού, ώστε η δύναμις τού στόλου των ανήλθεν εις εβδομήντα πλοία. Οι Πελοποννήσιοι, εξ άλλου, έμειναν στρατοπεδευμένοι επί τής στερεάς καί ενήργουν επιθέσεις εναντίον τού οχυρώματος, προσέχοντες μήπως παρουσιασθή ευκαιρία διά νά σώσουν τούς στρατιώτας των.

26. Συνεχίζεται ο αγών εις τήν Πύλον υπό τήν αρχηγίαν τού Κλέωνος.

Εις τήν Πύλον, εν τώ μεταξύ, οι Αθηναίοι εξηκολούθουν τήν πολιορκίαν τών επί τής νήσου Λακεδαιμονίων, ενώ ο Πελοποννησιακός στρατός διετήρει τάς θέσεις του επί τής στερεάς. Αλλ’ ο αποκλεισμός ήτο επίπονος διά τούς Αθηναίους, ένεκα τής ανεπαρκείας τροφίμων καί νερού. Διότι δέν υπήρχε παρά μία μόνον κρήνη εις τό οχύρωμα τής Πύλου, μικρά καί αυτή, καί οι περισσότεροι στρατιώται ήνοιγαν τρύπας ανάμεσα εις τά χαλίκια τής παραλίας καί έπιναν ό,τι νερόν ημπορεί νά υποθέση τις ότι θά εύρισκαν εκεί. Ένεκα, άλλωστε, τού ότι ήσαν στρατοπεδευμένοι εντός μικράς εκτάσεως, εδοκίμασαν πολλήν στενοχωρίαν, καί επειδή ο στόλος δέν είχε πλησίον τής ξηράς μέρος διά ν’ αγκυροβολήση, τά πληρώματα, διά, νά γευματίσουν, απεβιβάζοντο εκ περιτροπής από τά διάφορα πλοία, ενώ τά επίλοιπα έμεναν ηγκυροβολημένα εις τό ανοικτόν πέλαγος. Πολλήν επίσης αδημονίαν επροξένει η απροσδόκητος παράτασις τής πολιορκίας, καθόσον επίστευαν ότι θά ηνάγκαζαν τούς εχθρούς νά παραδοθούν εντός ολίγων ημερών, αφού επολιορκούντο εις έρημον νήσον καί είχαν διά νά πίνουν μόνον υφάλμυρον νερόν. Η παράτασις αυτή ωφείλετο εις τήν προκήρυξιν τών Λακεδαιμονίων, η οποία είχε προσδιορίσει μεγάλας χρηματικάς διατιμήσεις διά καθένα πού ήθελε εισαγάγει εις τήν νήσον άλευρα, οίνον,τυρόν καί ό,τι δήποτε άλλο τρόφιμον χρήσιμον εις τούς πολιορκουμένους, καί υπέσχετο επί πλέον τήν ελευθερίαν εις κάθε Είλωτα πού ήθελεν εισαγάγει, τοιαύτα τρόφιμα. Πολλοί, τωόντι, πρό πάντων Είλωτες, εξετίθεντο εις τόν κίνδυνον καί κατώρθωναν νά εισαγάγουν τρόφιμα, εκπλέοντες από διάφορα σημεία τής Πελοποννησιακής ακτής, όπου ευρίσκοντο, καί καταπλέοντες πρίν ακόμη εξημερώση εις τό μέρος τής νήσου πού βλέπει πρός τό πέλαγος. Πρό πάντων όμως επερίμεναν διά νά καταπλεύσουν νά πνέη δυνατός άνεμος από τό πέλαγος, διότι τότε διέφευγαν ευκολώτερα τήν επιτήρησιν τών τριήρεων, καθόσον η διεξαγωγή τού αποκλεισμού εγίνετο δυσκολωτάτη, ενώ εκείνοι δέν εφείδοντο τίποτε διά νά επιτύχουν νά καταπλεύσουν, αφού διά τά πλοία πού έρριχναν έξω θά επληρώνοντο τήν αξίαν πού ήσαν διατιμημένα, καί οι οπλίται τούς επερίμεναν εις τά μέρη τής νήσου όπου ήτο δυνατή η απόβασις.

Ενώ, αντιθέτως, όσοι διεκινδύνευαν εν καιρώ γαλήνης εσυλλαμβάνοντο. Πρός τό μέρος τού λιμένος, εξ άλλου, δύται εκολύμβων υπό τήν επιφάνειαν τής θαλάσσης μέχρι τής νήσου, σύροντες όπισθέν των μέ σχοινί ασκούς γεμάτους από κοπανισμένον λινόσπορον καί από κεφαλάς μήκωνος ανακατεμμένας μέ μέλι. Οι δύται αυτοί επερνούσαν κατ’ αρχάς απαρατήρητοι, ύστερον όμως ελήφθησαν τά κατάλληλα πρός επιτήρησίν των μέτρα. Καί τά δύο, άλλωστε, μέρη επενόουν διαρκώς νέα μέσα, τό μέν διά νά εισαγάγει λαθραίως τροφάς, τό άλλο διά ν’ αποκαλύπτη καί ματαιώνη τάς αποπείρας εισαγωγής.

27. Όταν εν τοσούτω έμαθαν εις τάς Αθήνας ότι ο στρατός των ταλαιπωρείται καί ότι εισάγονται τρόφιμα εις τήν νήσον, περιήλθαν εις αμηχανίαν, διότι εφοβούντο μήπως τούς εύρη ο χειμών απησχολημένους ακόμη μέ τόν αποκλεισμόν. Έβλεπαν αφ’ ενός ότι θ’ απέβαινε τότε αδύνατον νά στέλλουν γύρω από τήν Πελοπόννησον τά αναγκαία εφόδια, αφού μάλιστα ούτε κατά τήν διάρκειαν τού θέρους ημπορούσαν νά στέλλουν διά θαλάσσης αρκετά εις μέρος όπου έλειπε κάθε τι, καί ότι αφού η παραλία εξ άλλου ήτο αλίμενος, δέν ημπορούσε νά διατηρηθή ο αποκλεισμός. Εάν η επιτήρησις είχε χαλαρωθή, οι πολιορκούμενοι θά ημπορούσαν είτε νά συντηρηθούν επάνω εις τήν Σφακτηρίαν, είτε επωφελούμενοι κάποιας κακοκαιρίας, καί χρησιμοποιούντες τά πλοία πού τούς μετέφεραν τά τρόφιμα, νά διαφύγουν. Πρό πάντων εφοβούντο, διότι επίστευαν ότι οι Λακεδαιμόνιοι είχαν πεποίθησιν ότι θά σώσουν τούς στρατιώτας των καί διά τούτο δέν τούς έκαμναν πλέον λόγον περί συνεννοήσεως, καί μετενόουν διότι είχαν απορρίψει τάς περί ειρήνης προτάσεις.Αλλ’ ο Κλέων, ο οποίος εννόησεν ότι ήτο αντικείμενον γενικής δυσπιστίας, διότι ημπόδισε τήν συνεννόησινυπεστήριζεν ότι εκείνοι πού έφεραν τάς ειδήσεις αυτάς από τήν Πύλον δέν έλεγαν   τήν αλήθειαν. Καί επειδή εκείνοι συνίστων, εάν δέν τούς πιστεύουν, νά στείλουν επί τόπου απεσταλμένους πρός έλεγχον τών πληροφοριών των, εξελέχθη ώς επίτροπος υπό τών Αθηναίων ο ίδιος ο Κλέων καί μαζί μέ αυτόν ο Θεαγένης.

Επειδή όμως εννόησεν ότι ή θά ηναγκάζετο νά επιβεβαιώση τούς λόγους εκείνων, τούς οποίους εσυκοφάντει, ή εάν έλεγε τά αντίθετα, θά απεδεικνύετο ψεύτης, έβλεπε δέ συγχρόνως ότι οι Αθηναίοι ήσαν πολύ περισσότερον διατεθειμένοι τώρα νά στείλουν νέας ενισχύσεις, τούς συνέστησε νά μή στείλουν εξεταστικήν επιτροπήν, καί νά μήν αφίσουν νά περάση μέ αναβολάς ο κατάλληλος καιρός. Αλλ’ εάν πιστεύουν ότι αι ειδήσεις είναι αληθιναί, νά πλεύσουν μέ τόν στόλον των, διά νά επιτεθούν εναντίον τών πολιορκουμένων. Καί υπαινισσόμενος τόν εχθρόν του Νικίαν,υιόν τού Νικηράτου, πού ήτο τότε στρατηγός, επέκρινε τούς στρατηγούς, λέγων ότι άν ήσαν άνδρες, εύκολον ήτο νά πλεύσουν μέ τάς αναγκαίας δυνάμεις εις τήν νήσον καί συλλάβουν τούς πολιορκουμένους, καί ότι αυτός, εάν ήτο στρατηγός, αυτό θά έκαμνε.

28. Οι Αθηναίοι ήρχισαν νά ψιθυρίζουν εναντίον τού Κλέωνος καί νά λέγουν, διατί, αφού νομίζει τό πράγμα εύκολον, δέν εκστρατεύει καί τώρα ακόμη. Ο Νικίας, ο οποίος εννόησε τούτο καί συγχρόνως είχε πειραχθή από τάς επικρίσεις τού Κλέωνος, τού είπεν ότι, όσον εξαρτάται από τούς στρατηγούς, ημπορεί νά πάρη όσην στρατιωτικήν δύναμιν θέλει καί νά δοκιμάση. Ο Κλέων, επειδή ενόμιζε κατ’ αρχάς ότι ο Νικίας επροσποιείτο, λέγων ότι ήτο έτοιμος νά παραιτηθή από τήν αρχηγίαν, ήτο έτοιμος νά δεχθή. Αλλ’ όταν εννόησε ότι ο Νικίας ήθελε τωόντι νά παραδώση πρός αυτόν τήν αρχηγίαν, προσεπάθει νά υποχωρήση, λέγων ότι δέν ήτο αυτός στρατηγός, αλλ’ ο Νικίας, διότι ήρχισε νά φοβήται, επειδή δέν είχε φαντασθή ποτέ ότι ο Νικίας θ’ απεφάσιζε πραγματικώς νά τού παραχωρήση τήν θέσιν του. Αλλ’ ο Νικίας επέμενε καί πάλιν, καί παρητήθη από τήν αρχηγίαν τής εκστρατείας εναντίον τής Πύλου, καί εκάλει τούς Αθηναίους εις μαρτυρίαν. Αλλ’ όσον περισσότερον προσεπάθει ο Κλέων ν’ αποφύγη τήν εκστρατείαν καί ν’ ανακαλέση όσα είπε τόσον περισσότερον οι Αθηναίοι, όπως ο όχλος αγαπά νά κάμνη, παρεκίνουν τόν Νικίαν νά παραιτηθή καί εφώναζαν πρός τόν Κλέωνα ότι οφείλει νά εκστρατεύση. Εις τρόπον ώστε, μή γνωρίζων πλέον πώς ν’ απαλλαγή από τάς ιδίας του προτάσεις, ανέλαβε τήν εκστρατείαν, καί αφού επροχώρησεν εις τό βήμα, είπεν ότι δέν φοβείται τούς Λακεδαιμονίους καί ότι θά εκστρατεύση χωρίς νά παραλάβη ούτε ένα Αθηναίον στρατιώτην, αλλά μόνον τούς στρατιώτας από τήν Λήμνον καί Ίμβρον, πού ευρίσκοντο τότε εις τάς Αθήνας, καί τούς πελταστάς, οι οποίοι είχαν έλθει ώς επίκουροι από τήν Αίνον, καί τετρακοσίους τοξότας από άλλα μέρη.Μέ τήν δύναμιν αυτήν καί τούς στρατιώτας πού ευρίσκοντο εις τήν Πύλον, έλεγεν ότι εντός είκοσι ημερών ή θά έφερε τούς Λακεδαιμονίους εις τάς Αθήνας ή θά εδέχετο νά τόν φονεύσουν. Η ακριτολογία του επροκάλεσε κάποιον γέλωτα μεταξύ τών Αθηναίων. Οι φρονιμώτεροι, εν τούτοις,ήσαν ευχαριστημένοι, διότι εσκέπτοντο ότι έν από δύο καλά ασφαλώς θά, επιτύχουν, ή νά γλυτώσουν εις τό μέλλον από τόν Κλέωνα, πράγμα πού επροτίμων, ή, εάν η ελπίς των διεψεύδετο, νά επιτύχουν τήν αιχμαλωσίαν τών Λακεδαιμονίων.

29. Αφού επέτυχεν ό,τι εζήτει από τήν συνέλευσιν τού λαού, καί έλαβε τήν ψήφον της υπέρ τής εκστρατείας του, ο Κλέων εξέλεξε συνεργάτην του τόν Δημοσθένη, ένα από τούς στρατηγούς πού ήσαν εις τήν Πύλον, καί ητοιμάζετο ν’ αποπλεύση τό ταχύτερον. Τόν Δημοσθένη προσέλαβεν ώς συνεργάτην, μαθών ότι εσχεδίαζε καί εκείνος τήν επί τής νήσου απόβασιν. Διότι οι στρατιώται, οι οποίοι υπέφεραν από τάς ελλείψεις τού μέρους καί ωμοίαζαν μέ πολιορκουμένους μάλλον παρά πολιορκητάς, ήσαν πρόθυμοι νά εκτεθούν εις κάθε κίνδυνον. Τόν ίδιον, άλλωστε, τόν Δημοσθένη ενίσχυσε εις πραγματοποίησιν τού σχεδίου του καί ο εμπρησμός τής νήσου.Διότι προηγουμένως εφοβείτο τήν απόβασιν, λόγω τού ότι η νήσος ώς επί τό πλείστον δασώδης καί καθό ακατοίκητος δέν είχε δρόμους, καί εθεώρει ότι τούτο απετέλει πλεονέκτημα υπέρ τού εχθρού. Πράγματι, εκείνοι, επιτιθέμενοι από μέρη όπου δέν εφαίνοντο, ημπορούσαν νά προξενούν μεγάλας βλάβας εις τόν πολυάριθμον στρατόν, μέ τόν οποίον θ’ απεβιβάζετο, καθόσον η διάταξις τών δυνάμεών των καί τά σφάλματά των θά εκαλύπτοντο από τό δάσος, ενώ όλα τά σφάλματα τού ιδικού του στρατού θά ήσαν καταφανή, ώστε νά ημπορή ο εχθρός νά επιτεθή απροσδοκήτως όπου ήθελε, αφού αυτός θά είχε τήν πρωτοβουλίαν τών κινήσεων.

Εξ άλλου, εάν ευρίσκετο εις τήν ανάγκην νά επιτεθεί εναντίον τού εχθρού εντός τού δάσουςενόμιζεν ότι μικροτέρα δύναμις, η οποία όμως εγνώριζε καλά τό έδαφος, θά ήτο ισχυροτέρα από μεγαλυτέραν, η οποία ηγνόει αυτό, καί ότι ο στρατός του, όσον πολυάριθμος καί άν ήτο, θά κατεστρέφετο προτού τό αντιληφθή καλά-καλά, καθόσον τά διάφορα τμήματά του δέν θά ημπορούσαν νά βλέπουν πού υπήρχεν ανάγκη νά σπεύδουν εις αμοιβαίαν βοήθειαν.

30. Η συμφορά πού είχε πάθει εις τήν Αιτωλίαν, καί η οποία ωφείλετο κατά πολύ εις τό εκεί δάσος, έφερε κυρίως τάς σκέψεις αυτάς εις τόν νούν τού Δημοσθένους. Τά Αθηναϊκά εν τούτοις πληρώματα, πιεζόμενα από τήν στενοχωρίαν, απεβιβάζοντο εις τήν ακρογιαλιάν τής Σφακτηρίας,καί τοποθετούντα φρουράς εγευμάτιζαν εκεί, καί κάποιος απ’ αυτά χωρίς νά τό θέλη έβαλε φωτιά εις μέρος τού δάσους, καί επειδή εσηκώθη άνεμος, εκάη εντελώς τό μεγαλύτερον μέρος αυτού, πρίν καλά καλά νά τό αντιληφθούν. Κατόπιν τούτου, ο Δημοσθένης, ο οποίος υπώπτευε προηγουμένως ότι ο αριθμός τών πολιορκουμένων, διά τούς οποίους εστέλλοντο τά τρόφιμα εις τήν νήσον, ήτο εξωγκωμένος, ημπόρεσε πλέον νά διακρίνη καλλίτερα ότι οι Λακεδαιμόνιοι ήσαν αρκετοί. Εξ άλλου επείσθη ότι η επί τής νήσου απόβασις ήτο ευκολωτέρα, καί διά τούτο ήρχισε νά ετοιμάζη τήν επιχείρησιν, διότι εθεώρησε τότε ότι ο επιδιωκόμενος σκοπός ήτο άξιος σοβαρωτέρας προσπάθειας εκ μέρους τών Αθηναίων. Εζήτησεν ώς εκ τούτου επικουρίας από τούς συμμάχους τών πλησίον μερών καί ητοίμαζε τό κάθε τί.

Ο Κλέων, εν τώ μεταξύ, ο οποίος είχε προηγουμένως αναγγείλει εις τόν Δημοσθένη τήν επικειμένην άφιξίν του, έφθασεν εις τήν Πύλον επί κεφαλής τού στρατού πού είχε ζητήσει.

Αφού δέ συνηντήθησαν η πρώτη των ενέργεια ήτο νά στείλουν κήρυκα εις τόν επί τής ξηράς Πελοποννησιακόν στρατόν καί νά τούς προτείνουν, πρός αποφυγήν αιματοχυσίας, νά διατάξουν, εάν ήθελαντούς πολιορκουμένους τής Σφακτηρίας νά παραδοθούν μέ τά όπλα των, υπό τόν όρον ότι θά τούς κρατήσουν υπό απλήν επιτήρησιν, έως ότου φθάσουν εις γενικωτέραν συνεννόησιν.

31. Αι προτάσεις αυταί απερρίφθησαν. Οι Αθηναίοι επερίμεναν ακόμη μίαν ημέραν, καί τήν νύκτα τής επομένης, αφού επεβίβασαν όλους τούς οπλίτας εις ολίγα πλοία, απέπλευσαν. Ολίγον δέ προτού νά ξημερώση, απεβιβάσθησαν εις τήν νήσον καί από τά δύο μέρη, δηλαδή καί από τό πέλαγος καί από τόν λιμένα, οπλίται οκτακόσιοι περίπου, καί προήλασαν τρέχοντες εναντίον τού πρώτου φυλακείου. Η διάταξις τού εχθρικού στρατού είχεν ώς εξής. Εις τό πρώτον αυτό φυλακείον έμεναν έως τριάντα οπλίται, τό κύριον σώμα τού στρατού, υπό τήν αρχηγίαν τού Επιτάδου, ήτο τοποθετημένον πλησίον τής πηγής τού νερού, εις τό κεντρικώτερον καί ομαλώτερον μέρος τής νήσου, καί μικρόν απόσπασμα εφύλαττε τήν εσχατιάν τής νήσου, ακριβώς απέναντι τής Πύλου. Τό μέρος αυτό όχι μόνον πρός τήν θάλασσαν ήτον απόκρημνον, αλλά καί από τήν ξηράν δυσκόλως ημπορούσε νά προσβληθή, καθόσον μάλιστα υπήρχεν εκεί καί παλαιόν οχύρωμα κατεσκευασμένον από διαλεκτάς ακατεργάστους πέτρας, τό οποίον εσχεδίαζαν οι Λακεδαιμόνιοι νά χρησιμοποιήσουν, εάν εξηναγκάζοντο εις εσπευσμένην υποχώρησιν. Τοιαύτη ήτο η διάταξις τών δυνάμεων τού εχθρού.

32. Οι Αθηναίοι εξολόθρευσαν αμέσως τούς φρουρούς τού πρώτου φυλακείου, εναντίον τού οποίου είχαν προελάσει τρέχοντες. Τούς επρόφθασαν μέσα εις τά κρεββάτια των, ή προσπαθούντας νά αναλάβουν τά όπλα των, διότι δέν είχαν αντιληφθή τήν απόβασιν τών Αθηναίων, αλλ’ ενόμιζαν ότι τά πλοία έπλεαν διά τήν συνειθισμένην νυκτερινήν περιπολίαν. Μέ τά χαράγματα, ήρχισε ν’ αποβιβάζεται καί ο επίλοιπος στρατός, ο οποίος απετελείτο από τούς ναύτας εβδομήντα καί πλέον πλοίων (εις τά οποία έμειναν μόνον οι κωπηλάται τής τελευταίας τάξεως), ο καθείς μέ τόν ιδιαίτερόν του οπλισμόν, από οκτακoσίους τοξότας καί όχι ολιγωτέρους πελταστάς, από τούς Μεσσηνίους, πού είχαν έλθει εις βοήθειαν, καί από τήν φρουράν τής Πύλου, εξαιρουμένων εκείνων πού έμεναν ώς φρουροί τού οχυρώματος. Ο Δημοσθένης διήρεσε τόν στρατόν του εις τμήματα,από διακοσίους κατά τό μάλλον ή ήττον άνδρας έκαστον, τά οποία κατέλαβαν τά υψηλότερα σημεία τής νήσου.Σκοπός του ήτο ο εχθρός, περικυκλωμένος από όλα τά μέρη, νά περιέλθη εις τήν μεγίστην δυνατήν αμηχανίαν, καί προσβαλλόμενος από παντού μέ μεγαλυτέρας δυνάμεις νά μή γνωρίζη πρός ποίον μέρος ν’ αντιταχθή. Διότι εάν επετίθετο εναντίον τών ευρισκομένων εμπρός, θά τόν εκτυπούσαν εκείνοι πού ήσαν εις τά νώτα του, εάν δέ πάλιν κατά τών ευρισκομένων εις τήν μίαν ή τήν άλλην πλευράν, θά επλευροκοπείτο από τούς παρατεταγμένους εις τήν αντίθετον. Πρός οιανδήποτε άλλωστε διεύθυνσιν καί άν επροχώρουν, οι ψιλοί στρατιώται τού εχθρού θά ευρίσκοντο πάντοτε εις τά νώτα των, καί οι στρατιώται αυτοί ήσαν δυσκαταγώνιστοι, καθόσον, οπλισμένοι μέ τόξα καί ακόντια καί λίθους καί σφενδόνας, εμάχοντο αποτελεσματικώς από μακρυνήν απόστασιν, αφού ούτε νά τούς καταδιώξη κανείς ημπορούσε, διότι καί κατά τήν φυγήν υπερτέρουν καί μόλις ο εχθρός υπεχώρει, τόν κατεδίωκαν, χωρίς νά τού δίδουν καιρόν ν’ ανασάνη. Μέ τοιαύτας σκέψεις κατήρτισεν ο Δημοσθένης τό σχέδιον τής αποβάσεως, τό οποίον έθετε τώρα εις εφαρμογήν.

33. Όταν οι υπό τάς αμέσους διαταγάς τού Επιτάδου στρατιώται, οι οποίοι απετέλουν τό κύριον μέρος τής Πελοποννησιακής δυνάμεως επί τής νήσου, είδαν ότι τό πρώτον φυλακείον είχεν εξολοθρευθή, καί ότι εχθρικός στρατός ήρχετο πρός αυτούς, παρετάχθησαν εις τάξιν μάχης καί επροχώρησαν εναντίον τών Αθηναίων οπλιτών, οι οποίοι ήσαν αντιμέτωποί των, θέλοντες νά συμπλακούν μετ’ αυτών εκ τού συστάδην. Οι ψιλοί όμως στρατιώται, οι οποίοι ευρίσκοντο εις τά πλάγια καί τά νώτα των, έβαλλαν εναντίον των καί από τά δύο μέρη καί δέν τούς άφιναν ούτε τήν τακτικήν εμπειρίαν των νά χρησιμοποιήσουν, ούτε τούς οπλίτας νά πλησιάσουν, οι οποίοι εξ άλλου δέν αντεπεξήρχοντο, αλλ’ έμεναν ακίνητοι.

Οπουδήποτε όμως οι ψιλοί στρατιώται τούς επλησίαζαν πολύ κατά τάς επιθέσεις των, οι Λακεδαιμόνιοι τούς έτρεπαν εις φυγήν. Εκείνοι όμως καί υποχωρούντες εξηκολούθουν νά μάχωνται, διότι ευκόλως προελάμβαναν νά διαφύγουν καί ένεκα τού ελαφρού οπλισμού των καί διότι τό έδαφος ήτο ανώμαλον καί δύσβατον, καθό πρίν ακατοίκητον, καί εις τοιούτο έδαφος η καταδίωξις απέβαινεν αδύνατος διά τούς Λακεδαιμονίους, ένεκα τού βαρέος οπλισμού των.

34. Αφού ο αμοιβαίος αυτός ακροβολισμός διήρκεσεν ολίγην ώραν, οι Λακεδαιμόνιοι δέν ήσαν πλέον εις θέσιν νά εξορμούν μέ τήν ιδίαν αποφασιστικότητα πρός τά σημεία από τά οποία ο εχθρός τους επετίθετο. Οι ψιλοί στρατιώται, αντιθέτως, εννόησαν ότι η άμυνά των ήρχισεν ήδη νά χαλαρώνεται. Η θέα τής καταφανώς μεγάλης αριθμητικής υπεροχής των τούς ενεθάρρυνε περισσότερον από κάθε άλλο. Βλέποντες, άλλωστε, ότι αι απώλειαί των εξ αρχής ήσαν πολύ μικρότεραι από ό,τι επερίμεναν, εξοικειώθησαν ολίγον κατ’ ολίγον μέ τήν ιδέαν ότι οι αντίπαλοί των είναι ολιγώτερον φοβεροί παρ’ όσον εφαίνοντο κατά τήν στιγμήν τής αποβάσεως, όταν τό φρόνημάτων ήτο εξησθενημένον από τήν σκέψιν ότι επρόκειτο ν’ αντιμετωπίσουν Λακεδαιμονίους. Εμπνευσθέντες λοιπόν από αισθήματα καταφρονήσεως απέναντί των, ώρμησαν όλοι μαζύ εναντίον των μέ μεγάλας κραυγάς, ρίπτοντες εναντίον των λίθους καί βέλη ακόντια, ό,τι έκαστος είχε προχειρότερον. Ο αλαλαγμός πού συνώδευε τήν επίθεσιν κατέπληξε τούς Λακεδαιμονίους, οι οποίοι ήσαν ασυνείθιστοι εις τοιούτο είδος μάχης.Επειδή άλλωστε εσηκώνοντο ουρανομήκη σύννεφα κονιορτού από τό προσφάτως καέν δάσος, ήτο αδύνατον νά διακρίνη κανείς εμπρός του, ένεκα τών βελών καί λίθων πού ερρίπτοντο πυκνά εις τό μέσον τού κονιορτού. Ώς εκ τούτου, ο αγών από τήν στιγμήν αυτήν ήρχισε νά γίνεται κρίσιμοςδιά τούς Λακεδαιμονίους, διότι οι θώρακές των, οι οποίοι ήσαν από πίλημα, δέν τούς επροστάτευαν από τά βέλη, τά δέ δόρατα πού εκτυπούσαν επάνω των έσπαζαν καί σφηνούμενα επάνω εις τάς ασπίδας, έπλητταν τούς άνδρας. Ούτε ήξευραν πλέον τί νά κάμουν, αφού δέν ημπορούσαν νά διακρίνουν εξ αποστάσεως, ούτε ν’ ακούσουν τά παραγγέλματα, τά οποία κατεπνίγοντο από τούς εχθρικούς αλαλαγμούς, καί ο κίνδυνος τούς περιεστοίχιζεν από όλα τά μέρη καί δέν έβλεπαν κανέν μέσον αμύνης πού νά τούς δίδη ελπίδα σωτηρίας.

35. Τέλος, όταν ο αριθμός τών τραυματιών των ήρχισε νά εξογκώνεται, λόγω τού ότι περιεστρέφοντο διαρκώς εις τό ίδιον μέρος, επύκνωσαν τάς τάξεις των καί υπεχώρησαν πρός τό οχύρωμα τής εσχατιάς τής νήσου, τό οποίον δέν απείχε πολύ καί τό οποίον εφύλαττεν ιδικόν των απόσπασμα. Αλλά τήν στιγμήν πού ήρχισαν νά υποχωρούν, οι ψιλοί στρατιώται, αντλήσαντες νέον θάρρος, επέπεσαν κατ’ αυτών μέ πολύ μεγαλυτέρους παρά πρίν αλαλαγμούς, καί εφόνευαν όσους από τούς Λακεδαιμονίους συνελάμβαναν κατά τήν υποχώρησιν. Οι πολλοί όμως επρόφθασαν νά καταφύγουν εις τό οχύρωμα, όπου παρετάχθησαν μέ τήν εκεί φρουράν, αποφασισμένοι νά υπερασπίσουν κάθε ευπρόσβλητον σημείον.

Οι Αθηναίοι τούς κατεδίωξαν, αλλ’ ένεκα τής οχυρότητος τής θέσεως, δέν ημπορούσαν νά τούς υπερφαλαγγίσουν καί τούς κυκλώσουν, ώς εκ τούτου δ’ επεχείρησαν νά τούς εκτοπίσουν δι’ επιθέσεως κατά μέτωπον. Επί πολλήν ώραν, τό μεγαλύτερον τωόντι μέρος τής ημέρας, οι δύο αντίπαλοι, μολονότι ταλαιπωρούμενοι από τήν μάχην, τήν δίψαν καί τήν θερμότητα τού ηλίου, αντείχαν προσπαθούντες, οι μέν Αθηναίοι νά εκτοπίσουν τούς Λακεδαιμονίους από τά υψώματα, αυτοί δέ νά μή ενδώσουν. Η άμυνα τών Λακεδαιμονίων, άλλωστε, ήτο τώρα ευκολωτέρα παρά πρίν, διότι δέν ημπορούσαν νά κυκλωθούν από τά πλάγια.

36. Ο αγών δέν εφαίνετο νά έχη τέλος, όταν ο αρχηγός τών Μεσσηνίων απηυθύνθη πρός τόν Κλέωνα καί τόν Δημοσθένη καί τούς είπεν ότι οι κόποι των πηγαίνουν χαμένοι, αλλ’ ότι άν θέλουν νά τού δώσουν μερικούς τοξότας καί άλλους ψιλούς στρατιώτας, διά νά επιχειρήση νά έλθη εις τά νώτα τού εχθρού από οιονδήποτε δρόμον εύρη, αυτός αναλαμβάνει νά εκβιάση τό αποτέλεσμα τούτο. Αφού δέ τού έδωσαν ό,τι εζήτησεν, εξεκίνησε από μέρος, από τό οποίον οι άνδρες του ήσαν αθέατοι εις τόν εχθρόν, καί εσκαρφάλωνε διαρκώς από τά μέρη, όπου τό κρημνώδες έδαφος τό επέτρεπε, διευθυνόμενος εις μίαν θέσιν, τήν οποίαν οι Λακεδαιμόνιοι, εμπιστευόμενοι εις τήν φυσικήν της οχυρότητα, δέν εφύλατταν.

Καί ύστερον από μακρούς καί δυσκόλους ελιγμούς, κατώρθωσε, πρίν τόν αντιληφθούν, νά παρουσιασθή αιφνιδίως εις τά νώτα των, επάνω εις τό ύψωμα. Η εμφάνισίς του κατετρόμαξε τούς εχθρούς διά τό απροσδόκητόν της, ενώ οι Αθηναίοι οι οποίοι τήν επερίμεναν, επήραν νέον θάρρος. Από τήν στιγμήν αυτήν, οι Λακεδαιμόνιοι, προσβαλλόμενοι καί από τά δύο μέρη, ευρέθησαν εις τήν ιδίαν θέσιν πού είχαν ευρέθη καί οι προπάτορές των εις τάς Θερμοπύλας, διότι, εάν επιτρέπεται νά συγκρίνωμεν τά μικρά μέ τά μεγάλα, καί εκείνοι τότε εξωλοθρεύθησαν, διότι οι Πέρσαι τούς περιεκύκλωσαν από τήν ατραπόν, καί αυτοί τώρα έπαθαν τό ίδιον. Υφιστάμενοι ήδη επίθεσιν καί από τά δύο μέρη, δέν αντείχαν πλέον, αλλ’ αγωνιζόμενοι ολίγοι εναντίον πολλών καί εξησθενημένοι σωματικώς από τήν ανεπάρκειαν τής τροφής ήρχισαν νά υποχωρούν. Οι Αθηναίοι, επομένως, ήσαν ήδη κύριοι τών προσβάσεων.

37. Ο Κλέων καί ο Δημοσθένης, αντιληφθέντες ότι άν οι Λακεδαιμόνιοι υπεχώρουν, έστω καί επ’ ελάχιστον ακόμη, θά εξωλοθρεύοντο από τόν Αθηναϊκόν στρατόν, ενώ αυτοί ήθελαν νά τούς φέρουν ζωντανούς εις τάς Αθήνας, έπαυσαν τήν μάχην καί συνεκράτησαν τόν στρατόν των, μέ τήν ελπίδα ότι εάν τούς προσκαλέσουν νά παραδοθούν, ημπορούσε νά καμφθή τό θάρρος των καί νά υποκύψουν απέναντι τού επικειμένου κινδύνου. Τούς επρότειναν επομένως διά κήρυκος νά παραδοθούν μέ τά όπλα των εις τήν απόλυτον διάκρισιν τών Αθηναίων.

38. Παράδοσις τών Λακεδαιμονίων εις τούς Αθηναίους Άμα οι Λακεδαιμόνιοι ήκουσαν τήν πρότασιν, οι πλείστοι εξ αυτών κατέβασαν τάς ασπίδας των καί ανέσεισαν τά χέρια, εις ένδειξιν αποδοχής. Αφού δέ συνωμολογήθη ανακωχή, ήλθαν εις προσωπικάς διαπραγματεύσεις, ο Κλέων καί ο Δημοσθένης μέ τόν αντιπρόσωπον τών πολιορκουμένων Στύφωνα, υιόν τού Φάρακος. Από τούς προηγουμένους αρχηγούς, ο πρώτος, ο Επιτάδας, είχε φονευθή, ο Ιπποκράτης, πού ήτο διωρισμένος αναπληρωτής του, ήτο εξηπλωμένος κατά γής μεταξύ τών νεκρών, καί εθεωρείτο ώς νεκρός, άν καί έζη ακόμη, καί ο Στύφων ήτο διωρισμένος κατά τόν νόμον τρίτος, διά ν’ αναλάβη τήν αρχηγίαν, εν περιπτώσει ατυχήματος τών δύο άλλων. Ούτος τότε, εξ ονόματος τού στρατού του, εδήλωσεν ότι επιθυμούν νά στείλουν απεσταλμένον πρός τούς επί τής ξηράς Λακεδαιμονίους, διά νά ζητήσουν οδηγίας περί τού πρακτέου. Οι Αθηναίοι όμως δέν επέτρεψαν νά σταλή κανείς από αυτούς, αλλά προσεκάλεσαν οι ίδιοι τούς επί τής ξηράς νά στείλουν τοιούτους απεσταλμένους, οι οποίοι επήγαν καί ήλθαν δύο ή τρείς φοράς. Ο τελευταίος απεσταλμένος τών επί τής στερεάς Λακεδαιμονίων έφερε τήν εξής απάντησιν. «Οι Λακεδαιμόνιοι σάς παραγγέλλουν ν’ αποφασίσετε σείς οι ίδιοι περί εαυτών, αρκεί νά μή κάμετε τίποτε τό ατιμωτικόν».

Εκείνοι, αφού συνεσκέφθησαν αναμεταξύ των, παρεδόθησαν με τα όπλα των. Την ημέραν αυτήν και την ακόλουθον νύκτα οι Αθηναίοι τους εφρούρουν. Την επομένην αφού έστησαν τρόπαιον εις την νήσον διένειμαν τους αιχμαλώτους εις τους τριηράρχους προς φύλαξιν και προέβησαν εις όλας τας άλλας προετοιμασίας δια τον απόπλουν. Οι Λακεδαιμόνιοι, εξ άλλου, έστειλαν κήρυκα και παραλαβόντες τους νεκρούς των τους μετέφεραν εις την στερεάν.Ο αριθμός των νεκρών και των αιχμαλώτων είχεν ως εξής. Το σύνολον των οπλιτών, που είχαν αποβιβασθή εις την νήσον, ήσαν τετρακόσιοι είκοσι το όλον. Εκ τούτων, διακόσιοι ενενήντα δύο μετεφέρθησαν εις Αθήνας ως αιχμάλωτοι και οι λοιποί είχαν φονευθή. Από τους αιχμαλώτους, Σπαρτιάται ήσαν εκατόν είκοσι περίπου. Αι απώλειαι των Αθηναίων ήσαν ολίγαι, διότι μάχη εκ του συστάδην δεν είχε λάβει χώραν.

39. Η πολιορκία, από τήν ημέραν τής ναυμαχίας έως τήν ημέραν τής μάχης πού έγινεν εις τήν νήσον, διήρκεσεν εβδομήντα δύο τό όλον ημέρας. Κατά τήν διάρκειαν τών είκοσι περίπου ήμερων πού οι πρέσβεις απουσίασαν, πρός διαπραγμάτευσιν συνεννοήσεως, οι πολιορκούμενοι επεσιτίζον το κανονικώς, αλλά κατά τό επίλοιπον διάστημα διετρέφοντο από τά λαθραίως εισαγόμενα τρόφιμα. Καί ποσότης μάλιστα σίτου ευρέθη εις τήν νήσον μετά τήν παράδοσιν καί άλλα τρόφιμα πού είχαν περισσεύσει, διότι ο αρχηγός Επιτάδας έδιδεν εις τούς στρατιώτας μικροτέρας μερίδας από ό,τι τού επέτρεπαν τά μέσα του.

Οι Αθηναίοι καί οι Πελοποννήσιοι απέσυραν τώρα πλέον τόν στρατόν των από τήν Πύλον καί επέστρεψαν εις τά ίδια, καί η υπόσχεσις τού Κλέωνος, μολονότι τρελλή, επραγματοποιήθη, διότι εντός είκοσι ημερών, όπως είχεν υποσχεθή, έφερε τούς πολιορκουμένους εις τάς Αθήνας.

40. Κανέν, τωόντι, γεγονός τού πολέμου δέν επροξένησε μεγαλυτέραν από αυτό έκπληξιν μεταξύ τών Ελλήνων. Διότι ο κόσμος είχε τήν αξίωσιν από τούς Λακεδαιμονίους νά μή παραδίδωνται ούτε από πείναν ούτε από καμμίαν άλλην ανάγκην, αλλά ν’ αποθνήσκουν μέ τά όπλα εις χείρας, μαχόμενοι όπως ημπορούσαν. Κανείς δέν επίστευεν ότι εκείνοι πού παρέδωσαν τά όπλα των ήσαν άνθρωποι όμοιοι, μέ τούς φονευθέντας. Καί όταν βραδύτερον, εις κάποιαν περίστασιν, είς από τούς συμμάχους τών Αθηναίων ηρώτησεν ένα από τούς αιχμαλώτους τής Σφακτηρίας, μέ σκοπόν νά τόν πειράξη, εάν οι φονευθέντες συναγωνισταί του ήσαν όλοι γενναίοι καί καθώς πρέπει, εκείνος απήντησεν ότι η άτρακτος, εννοών μέ τήν λέξιν αυτήν τό βέλος, θά είχε τωόντι, μεγάλην αξίαν, εάν διέκρινε τούς γενναίους, υπαινιττόμενος μέ αυτό, ότι οι λίθοι καί τά βέλη εφόνευαν αδιακρίτως όσους έτυχε νά κτυπήσουν.

41. Μετά τήν άφιξιν τών αιχμαλώτων, οι Αθηναίοι απεφάσισαν νά τούς κρατήσουν εις δεσμωτήριον, έως ότου φθάσουν εις συνεννόησιν μέ τούς Πελοποννησίους, αλλ’ εάν οι τελευταίοι εισέβαλλαν προηγουμένως εις τήν Αττικήν, θά τούς έβγαζαν από τήν φυλακήν καί θά τούς εθανάτωναν. Εγκατέστησαν επίσης φρουράν εις τήν Πύλον, καί οι Μεσσήνιοι τής Ναυπάκτου, θεωρούντες τό έδαφος τούτο ώς πατρίδα των (διότι η Πύλος αποτελεί μέρος τού παλαιού Μεσσηνιακού εδάφους), από τούς ιδικούς των, οι οποίοι ελεηλάτουν τήν Λακωνικήν καί επροξένουν μεγάλας ζημίας εις τούς κατοίκους, καθόσον ωμίλουν τήν ιδίαν μέ αυτούς γλώσσαν. Οι Λακεδαιμόνιοι, εξ άλλου, οι οποίοι δέν είχαν έως τότε δοκιμάσει εις βάρος των τάς ταλαιπωρίας τοιούτου ληστρικού πολέμου, όταν είδαν ότι καί οι Είλωτες ήρχισαν ν’ αυτομολούν εις τήν Πύλον, εφοβήθησαν μήπως μέ βίαια κινήματα επιδιωχθή σοβαρά πολιτική μεταβολή εις τήν χώραν των, καί έφεραν βαρέως τήν κατάστασιν αυτήν. Αλλά μολονότι δέν ήθελαν ν’ αντιληφθούν οι Αθηναίοι τάς ανησυχίας των, εξηκολούθουν νά στέλλουν πρεσβείας πρός αυτούς, προσπαθούντες νά επιτύχουν τήν απόδοσιν καί τής Πύλου καί τών αιχμαλώτων. Αλλά τών Αθηναίων αι απαιτήσεις εμεγάλωναν διαρκώς, καί μολονότι ήλθαν αλλεπάλληλοι πρεσβείαι, όλαι απεπέμποντο άπρακτοι. Τοιαύτη υπήρξεν η πορεία τών γεγονότων τής Πύλου.

Η μάχη τής Σφακτηρίας καί η ευνοϊκή, γιά τούς Αθηναίους έκβασή της, έδινε τήν ευκαιρία στούς τελευταίους, νά τελειώσουν τόν καταστρεπτικό -καί γιά τίς δύο αντιμαχόμενες παρατάξεις- αυτό πόλεμο, αλλά οι Αθηναίοι μέ τίς διαρκώς αυξανόμενες απαιτήσεις τους, ματαίωσαν κάθε ειρηνευτική πρόταση τών Λακεδαιμονίων. Άλλως τε καί ο Κλέων ήταν αντίθετος στίς προτάσεις ειρήνης  καί μέ τήν αίγλη τού νικητή τής Σφακτηρίας, επεβαλε τίς απόψεις του στήν Εκκλησία τού Δήμου.

Οι περισσότεροι ιστορικοί κακίζουν τόν Κλέωνα γιά τήν στάση του αυτή, αλλά οι επικρίσεις τους εστιάζονται μόνο στό γεγονός καί δέν αναλύουν τίς αιτίες πού δημιουργούσαν τήν ακραία αυτή αντιμετώπιση τού προβλήματος.

Καί οι αιτίες ήταν: η τέλεια αντίθεση ανάμεσα στά πολιτεύματα τών δύο μεγάλων ελληνικών δυνάμεων, αλλά, κυρίως η συμπάθεια πού έτρεφε η αριστοκρατική τάξη τής Αθήνας πρός τήν Σπάρτη καί τό πολίτευμά της, συμπάθεια πού πολλές φορές, κατά τήν διάρκεια αυτού τού πολέμου, θά ωθεί τήν άρχουσα τάξη σέ ενέργειες πού θά ξεπερνούν  τά όρια τής προδοσίας.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s