ΕΘΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ / ΕΛΛΑΔΑ

Επικίνδυνη προσωπική εξωτερική πολιτική, με σπατάλες αυλικών για δημόσιες σχέσεις.


ΒΑΡΥΤΑΤΕΣ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΕΣ ΔΙΠΛΩΜΑΤΗ

Αδιαφανής διαχείριση μυστικών κονδυλίων

Image3

Του Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ

Τη μεταβολή του υπουργείου Εξωτερικών σε προσωπικό «σαράγι» της «πολιτικής ηγεσίας», τον παραγκωνισμό και την προσπάθεια εκφυλισμού έμπειρων διπλωματών σε αυλικούς και την ανεξέλεγκτη και αδιαφανή διαχείριση, όχι μόνο των μυστικών κονδυλίων αλλά και των εθνικών υποθέσεων, καταγγέλλει σε δύο συμπληρωματικές συνεντεύξεις του σε αθηναϊκά φύλλα ο εκπρόσωπος της Ενώσεως Διπλωματικών Υπαλλήλων κ. Γιώργος Αϋφαντής.

Ο κ. Αϋφαντής επιβεβαιώνει ότι τα εθνικά θέματα προσεγγίζονται σε επικοινωνιακή βάση, με όρους δημοσίων σχέσεων και με στόχο την προώθηση προσωπικών στοχεύσεων. «Σαν να μη διακυβεύεται από τον χειρισμό αυτών των προβλημάτων τίποτε πέραν της πολιτικής σταδιοδρομίας των ιθυνόντων». Και καταγγέλλει ότι «επιχειρείται να υποκατασταθεί η Διπλωματική Υπηρεσία από μια μικρή ομάδα εμπίστων κομματικών στελεχών, μεταξύ των οποίων, δυστυχώς, συγκαταλέγονται και κάποιοι διπλωμάτες».

Ο εκπρόσωπος των ελλήνων διπλωματών, παρά την εμφανή αυτοσυγκράτηση στις διατυπώσεις του, χαρακτηρίζει απερίφραστα επικίνδυνη την ασκούμενη προσωπική πολιτική έναντι των κλιμακούμενων προκλήσεων της Τουρκίας.

Αφορμή των δύο συνεντεύξεων και αφετηρία των ερωτημάτων απετέλεσε η πρόσφατη ανακοίνωση της Ένωσης Διπλωματικών Υπαλλήλων για την υπόθεση Ζήμενς και την προσπάθεια της υπουργού να επιρρίψει στους διπλωμάτες την ευθύνη για τη διαφυγή του υπόδικου Καραβέλα.

Ο κ. Αϋφαντής δηλώνει ότι οι διπλωμάτες δεν επιδιώκουν σύγκρουση αλλά συνεργασία. Αλλά δεν δίστασαν να πουν την άποψή τους, όταν ένα πρωί άκουσαν ξαφνικά ότι η δική τους έλλειψη πολιτικής κρίσης, τα αργά ανακλαστικά και η νωχέλεια που τάχα τους χαρακτηρίζει ευθύνονται για τη διαφυγή του Καραβέλα. Τότε αντέδρασαν με τρόπο που κατέστησε σαφή δύο πράγματα. Ότι καθόλου δεν πάσχουν από έλλειψη πολιτικής κρίσης, αργές αντιδράσεις και νωχέλεια, ότι τους χαρακτηρίζει το σθένος και ότι πλανώνται όσοι αναμένουν τεμενάδες…

Το παρήγορο αυτό μήνυμα, που έρχεται πράγματι σε σύγκρουση με διαδεδομένες εντυπώσεις, ακολουθεί (σε απάντηση ερωτήσεων) η, έσωθεν πλέον και από τα αρμοδιότερα χείλη, συντριπτική μαρτυρία για την κατάσταση που επικρατεί στη διπλωματική υπηρεσία της χώρας και στη διαχείριση των υπαρξιακών εθνικών υποθέσεων. Μαρτυρία που επιβεβαιώνει κατά κεραίαν όσα η έξωθεν παρατήρηση και ανάλυση οδηγούσε την παρούσα στήλη να καταγγέλλει.

Εθνικά επικίνδυνη πολιτική.

Εάν από ελληνικές πρεσβείες και γραφεία Τύπου δεν εκπέμπεται ενημέρωση των ξένων για τα προβλήματα και τις απειλές που αντιμετωπίζει η Ελλάδα, η ευθύνη δεν ανήκει στους διπλωμάτες, εξηγεί ο εκπρόσωπός τους.

Οι διπλωμάτες λειτουργούν βάσει οδηγιών, ασχέτως του πώς τις κρίνουν. Όταν οι χαμηλές υπερπτήσεις υπεράνω κατοικημένων ελληνικών νησιών στο Αιγαίο χαρακτηρίζονται «άσκοπες» από την υπουργό των Εξωτερικών, δεν μπορεί ο διπλωμάτης να τις χαρακτηρίσει στους ομολόγους του «επικίνδυνες» ή «εχθρικές ενέργειες». Εξάλλου όλες οι ξένες πρεσβείες διαβάζουν εφημερίδες.

Συνεπώς το «άσκοπες» είναι αυτό που ισχύει. Με ό,τι αυτό σηματοδοτεί (ότι π.χ. ο τερματισμός αυτής της άσκοπης δραστηριότητας επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια της Τουρκίας…). Οπότε οι διπλωμάτες αναγκαστικά κινούνται στα πλαίσια της σκόπιμης πολιτικής που έχει χαραχθεί ερήμην τους.

Αυτήν την πολιτική καταγγέλλει ως επικίνδυνη ο εκπρόσωπος των διπλωματών. Εξηγεί ότι η αντιπαράθεση με την Τουρκία πηγάζει από αμείλικτους γεωπολιτικούς συσχετισμούς, η μεταβολή των οποίων δεν χωρεί σε υπουργικές θητείες, αλλά εγγράφεται σε ιστορικό χρόνο. Συνιστά συνεπώς αφέλεια η τάση ορισμένων στην Ελλάδα να εκβιάσουν «λύσεις», επιδιώκοντας να ρυθμίσουν εδώ και τώρα αυτά που θεωρούν εκκρεμότητες. «Εκτός όμως από αφελείς είναι και επικίνδυνοι όσοι επιχειρούν να προσφέρουν στην Τουρκία “κάτι παραπάνω”, βαυκαλιζόμενοι ότι θα εξασφαλίσουν ηρεμία και ησυχία».

«Εξίσου επικίνδυνη –τονίζει ο εκπρόσωπος της Ενώσεως Διπλωματών– είναι η τακτική της εξαγοράς πολιτικού χρόνου με κατευνασμό, με αδιάκοπο και άνευ όρων διάλογο. Δεν αποφεύγονται με τον τρόπο αυτόν ούτε η ένταση ούτε οι κρίσεις. Και ακριβώς επειδή η λογική της διολίσθησης είναι ο πάτος, η κρίση και η ένταση είναι πλέον εδώ, παρούσες!»

Καθεστώς σουλτανικής αυλής.

Παράπλευρη συνέπεια της ακολουθούμενης πολιτικής είναι –καταγγέλλει ο κ. Αϋφαντής– η πολιτική, η θεσμική και η μισθολογική περιθωριοποίηση της Διπλωματικής Υπηρεσίας και μάλιστα η υποκατάστασή της από μια μικρή ομάδα εμπίστων κομματικών στελεχών, μεταξύ των οποίων, δυστυχώς, συγκαταλέγονται και κάποιοι διπλωμάτες.

«H νοοτροπία της πολιτικής ηγεσίας και οι επιλογές της απορρυθμίζουν την καθημερινή λειτουργία της Διπλωματικής Υπηρεσίας. Έχουμε περιοριστεί σε διεκπεραιωτικό ρόλο. Τίποτα δεν αναμένει η πολιτική ηγεσία από τους διπλωμάτες. Δεν την ενδιαφέρουν οι γνώσεις και οι δεξιότητες του διπλωματικού δυναμικού. Tο μόνο που μας ζητούν είναι να τεκμηριώνουμε ειλημμένες αποφάσεις, σε πείσμα και της πιο εξόφθαλμης πραγματικότητας.

Οι έλληνες διπλωμάτες –επισημαίνει– δεν μπορεί να αντιμετωπίζονται από τις εκάστοτε πολιτικές ηγεσίες περίπου σαν οδηγοί αγοραίων οχημάτων, στους οποίους δεν πέφτει λόγος ούτε για τον προορισμό ούτε για τη διαδρομή. Τα προβλήματα των εξωτερικών σχέσεων της Ελλάδος έχουν ιστορικό βάθος και μόνο η Διπλωματική Υπηρεσία επιτρέπει τον χειρισμό τους στη βάση της ιστορίας τους, της πολυπλοκότητάς τους και της διαφύλαξης των διαχρονικών εθνικών συμφερόντων που διακυβεύονται σε κάθε πρόβλημα. Μόνη ενδεδειγμένη και ασφαλής οδός για τον χειρισμό αυτών των προβλημάτων είναι στη βάση των εισηγήσεων και της εφαρμογής που εξασφαλίζουν η συλλογική εμπειρία και οι δεξιότητες της Διπλωματικής Υπηρεσίας.

Τι συμβαίνει όμως τα τελευταία χρόνια; Στην πράξη έχει αφαιρεθεί πλέον από τη Διπλωματική Υπηρεσία η ευθύνη εφαρμογής της όποιας πολιτικής.

Tα υπηρεσιακά σημειώματα που απευθύνουμε στην πολιτική ηγεσία είτε αγνοούνται είτε επιστρέφονται προς διόρθωσιν, εάν κάποιος διανοηθεί νʼ αμφισβητήσει, έστω υπαινικτικά, τα τρέχοντα θέσφατα (π.χ. τη βούληση και την προοπτική της Τουρκίας για “πλήρη ένταξη” και “πλήρη συμμόρφωση”). Oύτε η καταγραφή “δυσάρεστων” γεγονότων γίνεται πλέον ανεκτή, όταν αποδυναμώνουν τα καθημερινά ευχολόγια του φερεφώνου του υπουργείου».

Όλα αυτά δεν είναι τυχαία, εξηγεί ο κ. Αϋφαντής: «Tα τελευταία χρόνια καταγράφεται μια σαφής μετατόπιση από τη συλλογική ανάλυση των εξελίξεων και τον επιτελικό σχεδιασμό εναλλακτικών επιλογών για την εξωτερική μας πολιτική στην επικοινωνιακή διαχείριση των προβλημάτων. Tα προσεγγίζει η πολιτική ηγεσία σαν τα προβλήματα να ανέκυψαν μόλις χθες, με εντυπωσιακή αδιαφορία για το ιστορικό φορτίο και την πολύπλοκη φύση ενός εκάστου. «Σαν να μη διακυβεύεται από τον χειρισμό αυτών των προβλημάτων τίποτε, πέραν της πολιτικής σταδιοδρομίας των ιθυνόντων».

Eίναι προφανές ότι για τη χάραξη και εφαρμογή πολιτικής αυτού του είδους η κυβέρνηση δεν έχει καμιά ανάγκη τους διπλωμάτες… «Ούτε στο Κυπριακό, ούτε στα Ελληνοτουρκικά, ούτε στο Μεσανατολικό, ούτε πουθενά είναι χρήσιμοι οι διπλωμάτες, όταν τα ζητήματα αυτά προσεγγίζονται σε επικοινωνιακή βάση και με όρους δημοσίων σχέσεων. Με στόχο όχι την αντιμετώπιση και την επίλυσή τους, αλλά την προώθηση επιμέρους προσωπικών στοχεύσεων ή την εξυπηρέτηση σκοπιμοτήτων της στιγμής. Aντίθετα, για την επιτυχία αυτής της πολιτικής είναι αναγκαίος ο παραγκωνισμός της Διπλωματικής Yπηρεσίας και ο εκφυλισμός των στελεχών της σε αυλικούς».

Ασύδοτη και αδιαφανής οικονομική διαχείριση.

Ως παράγωγα της συστηματικής υπαγωγής της διπλωματικής λειτουργίας στους προσωπικούς πολιτικούς στόχους των ιθυνόντων ο εκπρόσωπος των διπλωματών καταγγέλλει τη συνεχή μεταφορά πόρων από την άσκηση εξωτερικής πολιτικής στην προώθηση δημοσίων σχέσεων, παράλληλα με τη συστηματική μισθολογική υποβάθμιση των διπλωματών.

Καταγγέλλει επίσης ότι: «Πολύτιμοι πόροι από Προγράμματα της EE για τόσο αναγκαίες βελτιώσεις του υπουργείου (π.χ. αναμόρφωση της Διπλωματικής Ακαδημίας, εκσυγχρονισμός της οικονομικής διαχείρισης με τη σύνδεση online των λογιστηρίων όλων των Αρχών Εξωτερικού με το Κέντρο) χάνονται ανεπιστρεπτί.

Παράλληλα, καταγράφονται προκλητικές σπατάλες διορισμένων αξιωματούχων στο YΠEΞ και ποσοστιαία αύξηση των απορρήτων κονδυλίων που τα διαχειρίζεται αποκλειστικά, δίχως έλεγχο και διαφάνεια, η πολιτική ηγεσία».

Από την πρώτη αυτή υπεύθυνη και αποκαλυπτική μαρτυρία αξίζει να υπογραμμισθεί ιδιαίτερα η ακόλουθη διάγνωση/σύσταση του εκπροσώπου των κατά τεκμήριο αρμοδιότερων μελετητών και σχεδιαστών εξωτερικής πολιτικής για το κορυφαίο των εξωτερικών μας προβλημάτων:

«Οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε ότι με την Τουρκία οι κρίσεις θα είναι, για μια μακρόσυρτη, μακρά περίοδο, αναπόφευκτες. Την εκτόνωσή τους και τον σταδιακό τους περιορισμό εξασφαλίζει μόνο η έγκαιρη αντιμετώπιση των επιβουλών από θέσεις στρατιωτικής και διπλωματικής επικράτησης, άρα αποτροπής».

Αλλά προσθέτει ο κ. Αϋφαντής: «Είναι βασανιστικό το ερώτημα κατά πόσον οι ελληνικές πολιτικές ηγεσίες διαθέτουν την αντοχή και τη μαραθώνια προσπάθεια που απαιτεί και μόνον η γειτνίασή μας με την Τουρκία».

Δεν είδαν, δεν διάβασαν οι διαπλεκόμενοι.

Καταγγελίες αυτής της βαρύτητας στη σημερινή κρίσιμη εθνικά συγκυρία (Αιγαίο, Σκοπιανό, Κυπριακό κ.λπ.) θα αποτελούσαν εκρηκτικό πολιτικό θέμα και θα δέσποζαν στην κορυφή της επικαιρότητας σε οποιαδήποτε σοβαρή και πράγματι δημοκρατική χώρα. Απεκρύβησαν όμως επιμελώς από τα διαπλεκόμενα κατεστημένα Μέσα παραπληροφόρησης. Χρησιμότερο για την ενημέρωση του κοινού κρίθηκε το σίριαλ Χριστοφοράκου και οι διαχύσεις του Πατριάρχη με τον Ερντογάν. Αλλά ούτε ο λαλίστατος Γιωργάκης ή ο επί των Εξωτερικών κ. Λοβέρδος έκριναν πολιτικά χρήσιμο να «σηκώσουν» αυτό το θέμα. Γιατί σωστά διέγνωσαν ότι η καταγγελλόμενη διαστροφή του τρόπου λειτουργίας του υπουργείου Εξωτερικών αφορά και στην αμερικανόφωνη εποχή Σημίτη – Γιωργάκη – Ρόντου, όσο και στα σημερινά καμώματα εξωτερικής δήθεν ελληνικής πολιτικής που απολαύουν άλλωστε ουσιαστικής ασυλίας από τη μείζονα αντιπολίτευση και τα «όργανά» της.

Από την άλλη πλευρά, τιμά διπλά τον κ. Αϋφαντή η αποκαλυπτική μαρτυρία του ως έλληνα διπλωμάτη, που υποτάσσει το προσωπικό στο εθνικό συμφέρον και αψηφά την εκδικητικότητα της «Πολιτικής Εξουσίας». Και ως μέλος του ΔΣ και εκπρόσωπο της Ενώσεως Διπλωματικών Υπαλλήλων, γιατί με την εύγλωττη υπεράσπιση των συναδέλφων του κλονίζει πράγματι εδραιωμένες εντυπώσεις.

Είθε το δικό του παράδειγμα σθένους, υπερηφάνειας και πρόταξης του εθνικού συμφέροντος να βρει μιμητές.

ΠΗΓΗ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s