ΔΙΕΘΝΗ / ΙΡΑΝ / ΙΣΡΑΗΛ

Ισραήλ: Θωρακίζεται από τις ΗΠΑ εν όψει όξυνσης με το Ιράν;


Image1

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΑΛΑΠΑΣΙΔΗ

Ενδεικτική της οξύτητας που μπορεί να εκλάβει η αντιπαράθεση μεταξύ του Ιράν και της Δύσης είναι η απόφαση των Η.Π.Α. να στείλουν το αντιτορπιλικό USS Higgins στην ανατολική Μεσόγειο.

Πρόκειται για ένα από τα 18 αμερικανικά σκάφη τα οποία, εξοπλισμένα με το σύστημα μάχης Aegis, θα παρέχουν αντιβαλλιστική άμυνα ευρείας περιοχής με τη χρήση των εξελιγμένων αντιεροπορικών – αντιβαλλιστικών πυραύλων SM-3.

Χαρακτηριστικό των δυνατοτήτων του συστήματος είναι ότι μπορεί να παράσχει αντιβαλλιστική ομπρέλα η οποία καλύπτει γεωγραφικά τη νότια Τουρκία, το Λίβανο, το Ισράηλ, τα παλαιστινιακά εδάφη, μέχρι και τη βόρεια Αίγυπτο. Με δεδομένη τη διαλειτουργικότητα του Aegis με τα ισραηλινά αντιβαλλιστικά συστήματα Arrow, φαίνεται ότι η πλήρης κάλυψη του Ισραήλ (συμπλήρωση των ήδη σημαντικότατων αντιβαλλιστικών δυνατοτήτων που διαθέτει η χώρα) θα είναι σύντομα γεγονός. Και όπως συνάγεται από όσα δηλώνει η αμερικανική πλευρά, η «προσφορά» στην άμυνα θα είναι μακροχρόνια.

Αν και το Ιράν αρνείται να συσχετίσει το πυρηνικό του πρόγραμμα με οποιαδήποτε εχθρική-επιθετική ενέργεια, Αμερικανοί και Ισραηλινοί αποδεικνύεται ότι δεν είναι διατεθειμένοι να αφήσουν ένα τέτοιο ενδεχόμενο ακάλυπτο και είναι πέραν του βεβαίου ότι τα επιτελικά σχέδια ενδεχόμενης στρατιωτικής ενέργειας εναντίον της Τεχεράνης είναι πλέον έτοιμα. Ασφαλώς, η λειτουργία του συστήματος επαυξάνει τις αμυντικές δυνατότητες του Ισραήλ αν και Ισραηλινοί αξιωματούχοι υποστηρίζουν ότι πρόκειται για πεπερασμένη άμυνα η οποία θα υπερκορεστεί σε περίπτωση μαζικών εκτοξεύσεων από τον δυνητικό αντίπαλο, ή συνδυασμό αντιπάλων όπως η Συρία. Αυτό (ο κορεσμός, δηλαδή η μαζική εκτόξευση πυραύλων ώστε να μην μπορεί αν ανταποκριθεί ένα σύστημα, όσο αποτελεσματικό κι αν είναι) αποτελεί γνωστό αντίμετρο για όλα τα συστήματα αντιβαλλιστικής άμυνας που προέκυψαν από τον Πόλεμο των Άστρων της δεκαετίας του 1980 μέχρι και σήμερα.

Όπως και να έχει, η παροχή στρατιωτικής αρωγής επισφραγίζει τη μακροχρόνια εξάρτηση του εβραϊκού κράτους από τις Η.Π.Α., γεγονός για το οποίο εκδηλώνεται δυσαρέσκεια στον ισραηλινό στρατιωτικό και πολιτικό χώρο.

Παράπλευρο αποτέλεσμα της αμερικανοϊσραηλινής πρωτοβουλίας είναι βέβαια η τοπική ισορροπία ισχύος. Θεωρητικά, αν και εφόσον το Aegis μαζί με τα ισραηλινά συστήματα μπορούν να προσφέρουν ασφάλεια έναντι του βαλλιστικού κινδύνου, τότε οι πολιτικές επιλογές για το Ιράν περιορίζονται και οι επιθετικές του δυνατότητες (εφόσον αυτές αποτελούν απώτερο σκοπό) εκμηδενίζονται.

Παραδόξως όμως, η τοποθέτηση του αμερικανικού συστήματος προκαλεί ταυτόχρονα και την αντίστροφη ροπή. Με δεδομένο ότι το Ισραήλ κατέχει πυρηνικά όπλα και φορείς εκτόξευσης εδώ και δεκαετίες, η περαιτέρω θωράκισή του αυξάνει τα ιρανικά κίνητρα ανάπτυξης (ή προμήθειας από τρίτους) πυρηνικών κεφαλών και τεχνολογικής βελτίωσης των φορέων εκτόξευσης (ακρίβεια στόχευσης) προς την επίτευξη αμοιβαίας αποτροπής. Ενισχυτική των κινήτρων αυτών, εξάλλου, είναι η διαχρονική υποβόσκουσα απειλή του Ισραήλ για προληπτικό πλήγμα σε οποιονδήποτε αντίπαλο, εφόσον οι συνθήκες κριθεί ότι το επιβάλλουν. Αυτό πλέον δεν θα ισχύει σε περίπτωση που οι Ιρανοί αναπτύξουν το δικό τους αξιόπιστιο οπλοστάσιο.

Η άφιξη του USS Higgins είναι η έμπρακτη απόδειξη της επίσπευσης των αμυντικών σχεδίων των Αμερικανών οι οποίοι, από όσα προκύπτουν τις τελευταίες μέρες, σκοπεύουν να αυξήσουν τις πιέσεις προς το Ιράν (παράλληλα με αυτές προς το Ισραήλ όπως αναμένεται να συμβεί στον ΟΗΕ, «εξισορροπώντας» κάπως την κατάσταση) εφαρμόζοντας ενεργειακό εμπάργκο, αν βέβαια μέχρι τότε το Ισραήλ δεν έχει πλήξει μονομερώς και προληπτικά τις ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις με συμβατικά όπλα. Όπως έχουμε ξαναγράψει στο i-reporter, οποιοδήποτε από τα δύο σενάρια προκύψει, ο κίνδυνος κάθετης (δηλαδή σε επίπεδο έντασης σύγκρουσης) και οριζόντιας (σε επίπεδο γεωγραφικής διάχυσης) κλιμάκωσης δεν είναι σε καμία περίπτωση αμελητέος.

* Ο Γιώργος Σαλαπασίδης είναι απόφοιτος του τμήματος «War Studies» του King’s College του πανεπιστημίου του Λονδίνου και υποψήφιος διδάκτορας διεθνών σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

ΠΗΓΗ

Σχολιάστε