Παίρνω ταξί από το αεροδρόμιο Χίθροου, να φτάσω γρήγορα στο πανεπιστήμιο όπου έχω συνάντηση.
Ο ταξιτζής, αναγνωρίζοντας ότι είμαι Ελληνίδα, ανοίγει συζήτηση: «Τα μάρμαρα στο Βρετανικό Μουσείο είναι από την Ακρόπολη;», ρωτάει. Δεν θέλω να συζητήσω για την ιδιοκτησία των «μαρμάρων» ή για τα αρχιτεκτονικά μέλη του Παρθενώνα. Ούτε καν για την Ακρόπολη. Του απαντώ, μονολεκτικά, ναι, να τελειώνουμε. «Αφού η Ακρόπολη είναι τόσο σπουδαία για τους Ελληνες, γιατί την κλείνετε; Ηρθα πέρυσι με την κόρη μου στην Αθήνα και δεν μας άφησαν να τη δούμε. Είδα στο BBC, την προηγούμενη εβδομάδα, τα επεισόδια με την Αστυνομία και τους φύλακες για να μπουν οι τουρίστες».
«ΥΠΗΡΧΑΝ κάποια προβλήματα με τους υπαλλήλους», είπα. «Η Ακρόπολη είναι δική τους;
Στο Βρετανικό δεν θα γινόταν ποτέ αυτό!». Σε λίγο γυρίζει και με ρωτάει: «Ο πρωθυπουργός Παπανδρέου που έχετε είναι γιος εκείνου που ήταν εδώ, στο Χέρφιλντ, πριν από λίγα χρόνια, άρρωστος;». «Μάλιστα», απαντώ. «Α!» μου λέει, «την πρώτη φορά που ήρθα στην Ελλάδα τότε ήταν.
Είχα δει στις εφημερίδες μας τις γυμνές φωτογραφίες από τη γυναίκα του, στη Μύκονο, και πολύ μου άρεσαν.
Οι Ελληνίδες είναι ελεύθερες και χυμώδεις…». Το άφησα ασχολίαστο και για να αλλάξω θέμα τον ρώτησα πώς αντιμετωπίζουν τον Κάμερον, που όπως λέγεται θα κόψει τα επιδόματα ανεργίας, που είναι τόσο υψηλά ώστε δεν χρειάζεται οι Βρετανοί να δουλεύουν!

Δεν υπάρχει όμως μόνο αυτή η Ελλάδα! Υπάρχει και η Ελλάδα της ανθρωπιάς και της προόδου, της τίμιας εργασίας, της έρευνας, του μόχθου και αν θέλετε και της χριστιανικής αλληλεγγύης. Μόνο που η τελευταία εξ ορισμού είναι ταγμένη να μην φαίνεται, να μην προβάλλεται στα ρεπορτάζ των καλοπληρωμένων δημοσιογράφων των καναλιών αλλά να στηρίζει αφανώς την κοινωνία. Δεν περιμένουμε φυσικά από τους Άγγλους και τους Τούρκους να μας αγαπούν, τα φυλακισμένα άλλωστε μνήματα στην Κύπρο το μαρτυρούν, περιμένουμε όμως κάποτε να αναδειχθεί στην Ελλάδα ηγεσία που να προβάλει την άλλη της όψι, η στιγμή αυτή θα έρθει αναπόδραστα αφού πρώτα όμως περάσουμε το τούνελ της εθνικής δοκιμασίας…
Βλακείες. Οι τουρκοκύπριοι του Λονδίνου δεν ασχολούνται ούτε και με τα τουρκικά θέματα εκτός από μερικούς φοιτητές που ελπίζουνε ότι αν ασχοληθούν με τα πολιτικά και την διάδοση της τουρκικής προπαγάνδας θα πάρουν καμιά θέση όταν επιστρέψουν. Η ιστορία είναι ένα φιάσκο για να περάσει ο συγγραφέας κάποια μηνύματα.
«Οποία εικόνα για την Ελλάδα του 2010!»
Αν η απάντηση σε τέτοιου είδους στημένες ερωτήσεις είναι απλώς «τσίμπα το 20λιρο και κράτα τα ρέστα» για ποιο λόγο αναρωτιέται η συντάκτης για την εικόνα της χώρας;
Όπως έγραφε το Ποντίκι κάποτε: Πριν ανησυχήσεις για την πατρίδα σου, σκέψου τι έχεις κάνεις εσύ γι’ αυτήν.