ΠΡΟΣΚΛΗΤΗΡΙΟ ΠΕΣΟΝΤΩΝ
Η Επανάσταση του 1821 απετέλεσε τη ληξιαρχική πράξη γεννήσεως της νεότερης Ελλάδος, αυτής που γνωρίζουμε σήμερα, με τα επιτεύγματα και τις αποτυχίες της, με τα καλά της και τα κακά της.
Η Επανάσταση, ως ασυνέχεια, ως καθοριστική στιγμή συμπιεσμένου χρόνου μέσα στην οποία γίνονται πολλά – όσα για χρόνια κυοφορούνται μέσα από διεργασίες υπολανθάνουσες, αδιόρατες και μυστικές – ως διακόπτης του παρελθόντος, ως πυροκροτητής της συσσωρευμένης εθνικής ενέργειας που αναμένει την έκρηξη και διάχυσή της, ως μεταλλάκτης μιας κινούμενης άμμου, που η σεισμική δόνηση μετατρέπει σε κύμα παλιρροϊκό που σαρώνει το παρόν για να οικοδομήσει το μέλλον, αλλά και ως μετείκασμα γεγονότων σημαντικών που εμπνέουν διαχρονικά, είναι φυσικό να έχει αφήσει ανεξίτηλα τα ίχνη της στην Εθνική μας Μνήμη.
Λένε πως κανείς δεν θα πρέπει να συγχέει την Ιστορία με την Μνήμη.
Σωστό.
Όμως κανείς δεν μπορεί να γράψει ιστορία όταν πάσχει από αμνησία ή Αλτσχάϊμερ.
Ιδιαίτερα όταν η Ιστορία είναι υψιπετής και όχι χαμερπής, ιστορία αητών και όχι σκωλήκων. Λένε επίσης ότι η Ιστορία δεν είναι Μύθος.
Σωστό.
Όμως ο Μύθος ως απόσταγμα πραγματικών γεγονότων, πράξεων, δράσεων, συμπεριφοράς ανθρώπων, που κάποιες φορές προβάλλονται όλα τους σε ένα εξιδανικευμένο πρόσωπο ως έκφανση ηρωϊσμού και αγνότητας, ως παράδειγμα μίμησης ή ως δίδαγμα προτρεπτικό της διαμόρφωσης εθνικής συνείδησης, έχει και αυτός τη θέση του στη γραφή της Ιστορίας («και ο μύθος κρύπτει νούν αληθείας», Ανδρέας Κάλβος).
Σίγουρα πολλοί από τους ήρωες του ’21 δεν ήταν άγγελοι.
Ούτε ο Κολοκοτρώνης, ούτε ο Καραϊσκάκης, ούτε ο Ανδρούτσος, ούτε ο Παπαφλέσσας.
Αγωνίστηκαν όμως για το Γένος των Ελλήνων με τα όποια ελαττώματά τους. Υπήρξαν άγγελοι; Ναι, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, ο Γεωργάκης Ολύμπιος, ο Ηλίας Μαυρομιχάλης, ο Μάρκος Μπότσαρης.
Και, όπως οι άγγελοι, έφυγαν νωρίς, πέταξαν για να συναντήσουν την χορεία των αγγέλων στους ουρανούς, και να φροντίζουν το έθνος των Ελλήνων μέσα από τον πανόπτη οφθαλμό του Θεού της Ελλάδος.
Και όποιος διερωτηθεί αν ο ποιητικός λόγος αποτελεί τρόπο γραφής της Ιστορίας, θα πρέπει να γνωρίζει ότι η αντιμετώπιση της Ιστορίας ενέχει και συναισθηματική φόρτιση, πέραν των όποιων υποκειμενικών εκτιμήσεων γύρω από πρόσωπα και πράγματα που εκ της φύσεώς τους παραμένουν ανοικτά στον υποκειμενισμό.
Η Ιστορία είναι θερμή και αισθαντική όπως ο Έρωτας.
Κανείς ερωτευμένος δεν καταφεύγει στη χημική ερμηνεία της βιολογικής παγίδας που υποκρύπτει η Φύση κάτω από το αίσθημά του. Προτιμά να γράφει ποιήματα. Ιδιαίτερα όταν αναφέρεται στην Ελληνική Επανάσταση που και αυτή όπως ο Έρωτας έχει πρόσωπο.
Το πρόσωπο των ηρώων της. Αυτών και των πράξεών τους, που διαμόρφωσαν την Ελλάδα που πορεύεται πάντοτε επί πτερύγων ανέμων, ανεμοβατεί, κρημνοβατεί, εκστασιάζεται, με όλους τους κινδύνους που αυτό συνεπάγεται, αλλά ποτέ δεν ζει σε σκουληκότρυπες, υπονόμους και αποχετευτικούς αγωγούς.
Τα χρώματα της Ελλάδας ήταν πάντοτε ζωηρά όπως το γαλανό του ουρανού της και το φωτεινό του ήλιου της, και ποτέ υποχθόνια και ζοφερά όπως το μυαλό των τρωκτικών της που ψωμίζονται εις βάρος της.
Είναι τα χρώματα που πάντα γεννούν την ελπίδα ότι τελικά ο Έλλην Λόγος, ο εμποτισμένος με τη Θεία Χάρη της Πατερικής Ορθοδοξίας σε αναζήτηση της αρετής και της ανθρώπινης θέωσης, θα εξέλθει και πάλι θριαμβευτής και κυματοδηγός του Έθνους, «ίνα σωφρόνως και δικαίως και ευσεβώς ζήσωμεν εν τω νυν αιώνι».
Όλα τα άλλα είναι δοκησισοφίες και μασκαρέματα, ιστορίες της πολυθρόνας γραμμένες από ανθρώπους με «προκρούστεια» αντίληψη των πραγμάτων οι οποίοι στο όνομα κάποιας δικής τους «αλήθειας» αρνούνται ή υποβιβάζουν στο δικό τους «μέγεθος» τα όσα συνέβησαν, επειδή ποτέ δεν θα μπορούσαν όχι να τα πράξουν οι ίδιοι, αλλά ούτε καν να διανοηθούν ότι θα μπορούσαν ποτέ να συμβούν.
