"Greek National Pride" blog / Έλληνεςκαλλιτέχνες / ΕΛΛΑΔΑ

Μην περιμένεις πια να ξανασμίξουμε…


Εφυγε ο «άρχοντας του τραγουδιού», ο μάγκας της «Φαντασίας».

Ετσι αποκαλούσαν θαυμαστές, γνωστοί και φίλοι τον Μιχάλη Μενιδιάτη.

Ο λαϊκός ερμηνευτής, που έχτισε «πετραδάκι πετραδάκι» μια λαμπρή καριέρα στο πεντάγραμμο, άφησε χθες την τελευταία του πνοή σε ηλικία 80 ετών σε ιδιωτικό θεραπευτήριο, όπου νοσηλευόταν τον τελευταίο καιρό, αντιμετωπίζοντας σοβαρό πρόβλημα υγείας.

Τη δυσάρεστη είδηση επιβεβαίωσε ο γιος του, Χρήστος, ο οποίος ακολουθεί τα βήματά του στο τραγούδι. «Η στάση που κράτησε στη ζωή του σαν άντρας, σαν πατέρας, σαν σύζυγος, σαν φίλος και σαν αδελφός… οδηγός και πυξίδα στη δική μου ζωή.

 

 

Καλό ταξίδι, άρχοντα…» έγραψε ο Μενιδιάτης τζούνιορ στο twitter. Εξίσου συγκλονισμένοι είναι ο αδελφός του Βαγγέλης και η μητέρα τους Μαρία.

Το σενάριο της ζωής του μεγάλου καλλιτέχνη, που κηδεύεται αύριο στις 17.30 από τον Ιερό Ναό του Αγίου Βλάση στην κεντρική πλατεία του Μενιδίου, θυμίζει παλιά ελληνική ταινία.

Φτώχεια, καλή καρδιά, ταλέντο, επιτυχίες και βάσανα. «Με το κεφάλι ψηλά» είναι ο τίτλος αυτοβιογραφίας του, που έγραψε ο Κώστας Μπαλαχούτης και -κατά τραγική ειρωνεία- θα κυκλοφορήσει μέσα στον Σεπτέμβριο.

Το πραγματικό όνομα του Μενιδιάτη ήταν Μιχάλης Καλογράνης και το τραγούδι με το οποίο μπήκε στη δισκογραφία το 1957, το «Θα χτίσω μια καλύβα», του Γεράσιμου Κλουβάτου.

Ωστόσο, ο άνθρωπος που τον βοήθησε περισσότερο απ’ όλους -όπως είχε πει ο ίδιος δημόσια πολλές φορές- ήταν ο Απόστολος Καλδάρας.

Εκείνος τον έπεισε να κρατήσει το ψευδώνυμο Μενιδιάτης (προέρχεται από την περιοχή της καταγωγής του, το Μενίδι) και έβαλε την υπογραφή του στις συνθέσεις μερικών από τα σημαντικότερα τραγούδια του, όπως «Μην περιμένεις πια», «Περιφρόνα με, γλυκιά μου», «Λίγο λίγο θα με συνηθίσεις» και «Πετραδάκι πετραδάκι».

Τα παιδικά χρόνια του Μενιδιάτη στο Μενίδι, όπου γεννήθηκε στις 29 Ιουνίου του 1932, ήταν δύσκολα. «Το σπίτι μας ήταν κοντά στη λεωφόρο Δημοκρατίας, 800 μέτρα από την κεντρική σήμερα πλατεία του Μενιδίου.

Ενα ταπεινό, όπως τα υπόλοιπα.

Καμιά δεκαριά ήταν τα δίπατα σπίτια που ξεχωρίζανε.

Αυτός ήταν ο κόσμος. Απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ στα χωράφια.

Κι εμείς, από παιδιά, το ίδιο. Βοηθάγαμε στις δουλειές» αναφέρεται σε απόσπασμα της αυτοβιογραφίας του που προδημοσιεύθηκε.

Ως παιδί δεν προλάβαινε να παίζει.

Ο πατέρας του εργαζόταν ως φύλακας στη Λαχαναγορά κι εκείνος μαζί με τον αδελφό του πουλούσαν ξύλα σε φούρνους, που έψηναν εκείνη την εποχή τις περίφημες μπομπότες.

Μετά τον πόλεμο του ’40 ξεκίνησαν να πουλάνε βούτυρο, μέλι, λουλούδια και χόρτα.

Εφευγαν μία η ώρα τη νύχτα και πήγαιναν στη λίμνη του Μαραθώνα με τα πόδια.

Μάζευαν τα χόρτα, γυρνούσαν στο σπίτι, τα καθάριζαν, φόρτωναν τα κοφίνια στο γαϊδούρι και το επόμενο πρωί πήγαιναν και τα πουλούσαν στο Κολωνάκι.

Ο ήχος του μπουζουκιού συγκινούσε τον Μενιδιάτη από τα χρόνια της νιότης του.

Ο πατέρας του, πάντως, είχε έντονες αντιρρήσεις, όταν του εξέφρασε την επιθυμία του ν’ ανέβει στο πάλκο. Παρ’ όλα αυτά κατάφερε να τον πείσει κι έπιασε δουλειά το 1953 στη «Δροσιά» του Δημήτρη Γκίκα, δίπλα στον Κλουβάτο και σε άλλα μεγάλα ονόματα της μουσικής. Η φήμη του γρήγορα ξεπέρασε τα στενά όρια του καταστήματος.

Μετά τη συνεργασία του με τον Καλδάρα ακολούθησαν κι άλλες δυνατές δισκογραφικές στιγμές, όπως τα «Ξημέρωσε, καλή μου» των Ν. Καρανικόλα – Ακη Πάνου, «Αγωνίες» του Χιώτη, «Πήραν τα στήθια μου φωτιά» του Καραμπεσίνη, «Λαϊκός τραγουδιστής» του Σαββόπουλου, «Η καρδιά της ανήκει αλλού» των Β. Βασιλειάδη – Γ. Κιούρκα, και «Ενα τραγούδι πες μου ακόμα» του Μουσαφίρη, ενώ η συνεργασία του με τον Ακη Πάνου έδωσε κλασικά κομμάτια, όπως το «Είδα τα μάτια σου κλαμένα, καλή μου».

Τα χρόνια στη «Φαντασία»

Μαζί με τον αδελφό του Γιώργο αποφασίζουν να ασχοληθούν και επιχειρηματικά με το τραγούδι. Βρήκαν ένα κέντρο, το «Φαντάζιο», που μετονομάστηκε στη συνέχεια σε «Φαντασία» και έγραψε μεγάλη ιστορία στη διασκέδαση της παραλιακής λεωφόρου.

Εκεί ξεκίνησε επί της ουσίας το σπάσιμο των πιάτων.

Από τα τραπέζια του «Φαντασία» πέρασε εκλεκτός κόσμος. Πολιτικοί, καλλιτέχνες, επιχειρηματίες. Από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και τον Ανδρέα Παπανδρέου μέχρι τον Αριστοτέλη Ωνάση, την Αλίκη Βουγιουκλάκη και τη Ρένα Βλαχοπούλου, η οποία έπαιρνε πάντα το μικρόφωνο κι έλεγε το τραγουδάκι της.

Πολλά ήταν όμως και τα διεθνή ονόματα που βρέθηκαν εκεί.

Ο Αντονι Κουίν, ο Τέλι Σαβάλας, που έριχνε και τις στροφές του στην πίστα, ο Μπένι Χιλ, που είχε κάνει κράτηση τραπεζιού από το Λονδίνο, και η Γκρέις Τζόουνς.

Μιλώντας κάποια στιγμή για την εν λόγω επιχειρηματική του δραστηριότητα, ο Μενιδιάτης είχε δηλώσει περήφανος ότι στο «Φαντασία» δεν πάτησε ποτέ μπράβος, αφού ο ίδιος και οι δικοί του άνθρωποι επέβαλαν με τον τρόπο τους την τάξη, την ασφάλεια και την αξιοπρεπή διασκέδαση: «Τόσα χρόνια, παρά το ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο να κινούμαι με τη διπλή ιδιότητα του καλλιτέχνη και του επιχειρηματία, δεν παρεξηγήθηκα ποτέ με συνάδελφο» είχε πει.

 

Ηλίας Μαραβέγιας

www.dimokratianews.gr

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s