"Greek National Pride" blog / ΕΘΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ / ΕΛΛΑΔΑ / ΕΧΘΡΟΙ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ / ΕΧΘΡΟΙ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ / Τουρκία

Μουσουλμάνοι στα Δωδεκάνησα – Συνθήκη της Λωζάνης


Dodanisa

Οθωμανική περίοδος – ιταλική κυριαρχία

Τα Δωδεκάνησα βρίσκονταν από το 1309 υπό την κυριαρχία του Τάγματος των Ιπποτών του Αγίου Ιωάννη.

Η κατάκτησή τους από τους Οθωμανούς είχε ιδιαίτερη σημασία, τόσο επειδή με αυτόν τον τρόπο θα εξασφαλιζόταν απρόσκοπτα η ναυτική επικοινωνία των περιοχών της Παλαιστίνης, της Συρίας και της Αιγύπτου –τις οποίες είχε κατακτήσει ο Σελήμ Α΄– με την Κωνσταντινούπολη, όσο και λόγω του ότι αυτά τα νησιά θα χρησιμοποιούνταν ως εφαλτήριο για την κατάπνιξη της πειρατείας στο Αιγαίο.

Τα Δωδεκάνησα κατακτήθηκαν τελικά το 1522 από το σουλτάνο Σουλεϊμάν το Μεγαλοπρεπή.

Αμέσως μετά την κατάκτηση, οι Οθωμανοί προχώρησαν σε δημογραφική τόνωση του νησιωτικού συμπλέγματος.

Εφαρμόζοντας τη μέθοδο του υποχρεωτικού εποικισμού (sürgün), μετέφεραν στα Δωδεκάνησα ένα μεγάλο πληθυσμό, σημαντικό ποσοστό του οποίου ήταν μουσουλμάνοι.

Μερική εικόνα της πληθυσμιακής κατάστασης μας δίνει η απογραφή πληθυσμού της Ρόδου και της Κω, που έλαβε χώρα στο α΄ τέταρτο του 16ου αιώνα.

Σύμφωνα με αυτήν, ο πληθυσμός των δύο νησιών αποτελούνταν από 6.312 οικογένειες, εκ των οποίων οι 1.121 ήταν μουσουλμανικές· αυτό σημαίνει ότι οι μουσουλμανικές οικογένειες αποτελούσαν την περίοδο εκείνη το 18 % επί του συνολικού ποσοστού των οικογενειών.

Η Υψηλή Πύλη παραχώρησε ευρεία διοικητική αυτονομία στα Δωδεκάνησα.

Με εξαίρεση τη Ρόδο και την Κω, σε κάθε νησί υπήρχε πολύ μικρή παρουσία Οθωμανών αξιωματούχων. Δεν είναι λοιπόν παράξενο που αξιοσημείωτη παρουσία μουσουλμανικού πληθυσμού είχαν κατά βάση μόνο τα δύο αυτά νησιά.

Σε ολόκληρη την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας, την πλειονότητα των κατοίκων της Ρόδου και της Κω αποτελούσαν οι χριστιανοί. Οι μουσουλμάνοι παρουσίαζαν μεγαλύτερη πυκνότητα στον αστικό χώρο, ενώ οι χριστιανικοί πληθυσμοί κυριαρχούσαν στην ύπαιθρο, ιδιαίτερα από τα μέσα του 19ου αιώνα, οπότε ο μουσουλμανικός πληθυσμός μειώνεται και περιορίζεται σχεδόν αποκλειστικά στις πρωτεύουσες των δύο νησιών.

Με την κατάληψη των Δωδεκανήσων από τους Ιταλούς το 1912, τα δεδομένα αλλάζουν, καθώς οι μουσουλμανικοί πληθυσμοί βρίσκονται και αυτοί υπό την κυριαρχία μιας ξένης δύναμης. Οι Ιταλοί, στην προσπάθειά τους να αποκόψουν τα νησιά από την Ελλάδα, προσπάθησαν να προσεταιριστούν τους μουσουλμάνους.

2. Ενσωμάτωση στην Ελλάδα

Με τη συνθήκη των Παρισίων της 10ης Φεβρουαρίου 1947, τα Δωδεκάνησα παραχωρήθηκαν στην Ελλάδα από την Ιταλία, ενώ η τυπική ενσωμάτωση στην ελληνική επικράτεια έλαβε χώρα το 1948.

Οι μουσουλμάνοι των Δωδεκανήσων έγιναν πολίτες του ελληνικού κράτους χωρίς να υπαχθούν, όπως εκείνοι της Θράκης, στους όρους της Συνθήκης της Λοζάνης (1923) που ρύθμιζαν τα σχετικά με την ελληνορθόδοξη μειονότητα στην Τουρκία και τη μουσουλμανική στην Ελλάδα.

Σύμφωνα με το υπουργείο Ανοικοδόμησης, το 1947 ο μουσουλμανικός πληθυσμός στα Δωδεκάνησα ανερχόταν σε 6.230 άτομα, η μεγάλη πλειονότητα των οποίων ζούσε στη Ρόδο.

Η απογραφή του 1951 προσδιόριζε το συνολικό αριθμό των μουσουλμάνων στα νησιά του Αιγαίου σε 5.063 άτομα.

Από αυτούς, οι 4.937 ζούσαν στα Δωδεκάνησα.

Με δεδομένο ότι ο συνολικός πληθυσμός των νησιών του Αιγαίου ανερχόταν σε 528.766 άτομα –με τη μεγάλη πλειονότητα να είναι ορθόδοξοι (511.568)–, οι μουσουλμάνοι αποτελούσαν μόλις το 9,6 ‰ του ελληνικού πληθυσμού του νησιωτικού Αιγαίου. Από τότε ο αριθμός τους έχει μειωθεί ακόμη περισσότερο.

Σημαντικότεροι μάρτυρες του πλούσιου ισλαμικού παρελθόντος της Ρόδου και της Κω είναι τα μνημεία της οθωμανικής αρχιτεκτονικής.

www2.egeonet.gr

Συνθήκη της Λωζάνης

795px-Vertrag_von_Lusanne_Tuerkische_Delegation

Η τούρκικη αντιπροσωπεία στο συνέδριο της Λωζάνης

Κατάργησε την Συνθήκη των Σεβρών που δεν είχε γίνει αποδεκτή από την νέα κυβέρνηση της Τουρκίας που διαδέχθηκε τον Σουλτάνο της Κωνσταντινούπολης.

Μετά την εκδίωξη από την Μικρά Ασία του Ελληνικού στρατού από τον Τουρκικό υπό την ηγεσία του Κεμάλ Ατατούρκ, εμφανίστηκε η ανάγκη για αναπροσαρμογή της συνθήκης των Σεβρών. Στις 20 Οκτωβρίου 1922 ξεκίνησε το συνέδριο που διακόπηκε μετά από έντονες διαμάχες στις 4 Φεβρουαρίου 1923 για να ξαναρχίσει στις 23 Απριλίου.

Το τελικό κείμενο υπογράφηκε στις 24 Ιουλίου μετά από 7,5 μήνες διαβουλεύσεων.

Η Τουρκία ανέκτησε την Ανατολική Θράκη, κάποια νησιά του Αιγαίου, συγκεκριμένα την Ίμβρο και την Τένεδο, μια λωρίδα γης κατά μήκος των συνόρων με την Συρία, την περιοχή της Σμύρνης και της Διεθνοποιημένης Ζώνης των Στενών η οποία όμως θα έμενε αποστρατικοποιημένη και αντικείμενο νέας διεθνούς διάσκεψης.

Παραχώρησε τα Δωδεκάνησα στην Ιταλία, όπως προέβλεπε και η συνθήκη των Σεβρών, αλλά χωρίς πρόβλεψη για δυνατότητα αυτοδιάθεσης.

Ανέκτησε πλήρη κυριαρχικά δικαιώματα σε όλη της την επικράτεια και απέκτησε δικαιώματα στρατιωτικών εγκαταστάσεων σε όλη την επικράτειά της εκτός της ζώνης των στενών.

Η Ελλάδα υποχρεώθηκε να πληρώσει σε είδος (ελλείψει χρημάτων) τις πολεμικές επανορθώσεις. Η αποπληρωμή έγινε με επέκταση των τουρκικών εδαφών της Ανατολικής Θράκης πέρα από τα όρια της συμφωνίας. Τα νησιά Ίμβρος και Τένεδος παραχωρήθηκαν στην Τουρκία με τον όρο ότι θα διοικούνταν με ευνοϊκούς όρους για τους Έλληνες.

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης έχασε την ιδιότητα του Εθνάρχη και το Πατριαρχείο τέθηκε υπό ειδικό διεθνές νομικό καθεστώς.

Σε αντάλλαγμα, η Τουρκία παραιτήθηκε από όλες τις διεκδικήσεις για τις παλιές περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εκτός των συνόρων της και εγγυήθηκε τα δικαιώματα των μειονοτήτων στην Τουρκία. Με ξεχωριστή συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας αποφασίστηκε η υποχρεωτική ανταλλαγή μειονοτήτων από τις δύο χώρες και η αποστρατικοποίηση κάποιων νησιών του Αιγαίου.

Η ανταλλαγή μειονοτήτων που πραγματοποιήθηκε προκάλεσε μεγάλες μετακινήσεις πληθυσμών. Μετακινήθηκαν από τη Μικρά Ασία στην Ελλάδα 1.650.000 Τούρκοι υπήκοοι, χριστιανικού θρησκεύματος και από την Ελλάδα στην Τουρκία 670.000 Έλληνες υπήκοοι, μουσουλμανικού θρησκεύματος[1].

Η θρησκεία και όχι η ράτσα αποτέλεσε το βασικό κριτήριο για την ανταλλαγή [2]. Σύμφωνα με το άρθρο 2β της συνθήκης χρησιμοποιήθηκε ο όρος Μουσουλμάνοι και όχι Τούρκοι.

Αυτό οφείλεται στο ότι κατά την οθωμανική αυτοκρατορία η θρησκεία μετρούσε πολύ περισσότερο από ότι η εθνικότητα και από την άλλη πλευρά η Τουρκία ήθελε όλοι οι μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης να παραμείνουν.

Στα Βαλκάνια χρησιμοποιείται ο όρος Τούρκος αρκετές φορές ως συνώνυμο με τον μουσουλμάνο επειδή στο σύστημα των Οθωμανικών μιλέτ (ήταν κύριο στοιχείο στην διοίκηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας) όλοι οι μουσουλμάνοι ανήκαν σε μια ενιαία κοινότητα. [3]

Μεταξύ των ανταλλάξιμων περιελαμβάνονταν επίσης οι Έλληνες του Πόντου, αλλά και τουρκόφωνοι Έλληνες, όπως τουρκόφωνοι Πόντιοι και Καραμανλήδες, καθώς και ελληνόφωνοι μουσουλμάνοι, όπως οι Βαλαάδες της Δυτικής Μακεδονίας[4].

Μαζί με τους Έλληνες, πέρασε στην Ελλάδα και αριθμός Αρμενίων και Συροχαλδαίων. Εξαιρέθηκαν από την ανταλλαγή οι Έλληνες κάτοικοι της νομαρχίας της Κωνσταντινούπολης (οι 125.000 μόνιμοι κάτοικοι της Κωνσταντινούπολης, των Πριγκηπονήσων και των περιχώρων, οι οποίοι ήταν εγκατεστημένοι πριν από τις 30 Οκτωβρίου 1918) και οι κάτοικοι της Ίμβρου και της Τενέδου (6.000 κάτοικοι), ενώ στην Ελλάδα παρέμειναν 110.000 Μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης2

http://el.wikipedia.org

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s