"Greek National Pride" blog

Αυτοκαταστροφική & υποκριτική η μετωπική με τις εταιρίες εξοπλισμών


KAMMENOBOYLIΤη μετωπική σύγκρουση με τις εταιρίες που προμήθευαν οπλικά συστήματα τις Ένοπλες Δυνάμεις έχει επιλέξει η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Εθνικής Άμυνας. Παρότι αυτός που ακούγεται περισσότερο λόγω ύψους και στιλ των δηλώσεων είναι ο υπουργός Εθνικής Άμυνας, Πάνος Καμμένος, το θέμα αφορά και τον αναπληρωτή του, Κώστα Ήσυχο, καθότι έχει προβεί σε δηλώσεις, σύμφωνα με τις οποίες θα ακολουθηθεί η νομική οδός και θα αποκλειστούν από μελλοντικές διαγωνιστικές διαδικασίες των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων.

Του ΖΑΧΑΡΙΑ ΜΙΧΑ
(Διευθυντή Μελετών, Ινστιτούτου Αναλύσεων Ασφάλειας και Άμυνας, ISDA-ΙΑΑΑ)

Σκοπός του παρόντος σημειώματος είναι να καταδείξει, ότι η συγκεκριμένη πολιτική είναι λανθασμένη και αυτοκαταστροφική, καθώς θα στραφεί εναντίον των ελληνικών συμφερόντων, πλήττοντας καίρια το αξιόμαχο των Ενόπλων Δυνάμεων. Κατά συνέπεια, πρέπει άμεσα να αναθεωρηθεί.

Παράλληλα, είναι μια πολιτική η οποία φέρνει τα αντίθετα από τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα και σε έναν ακόμα τομέα, αυτόν της δημόσιας εικόνας της χώρας, καθώς, χωρίς πιθανότατα να το αντιλαμβάνονται επαρκώς οι εμπνευστές της, στα μάτια του εκτός Ελλάδος παρατηρητή, πρόκειται για μια βαθύτατα υποκριτική στάση, όχι των συγκεκριμένων υπουργών, αλλά του πολιτικού συστήματος της χώρας εν συνόλω.

Το παρών σκεπτικό, δεν θα λάβει υπόψη την «πολιτική ανάλυση» της υπόθεσης, στο σκέλος που ενδεχομένως θα συμπεριλάμβανε πολιτικούς – επικοινωνιακούς υπολογισμούς του υπουργού Εθνικής Άμυνας και του αναπληρωτή του, καθώς η οπτική γωνία προσέγγισης του ζητήματος είναι αμιγώς οι επιπτώσεις της πολιτικής αυτής στις Ένοπλες Δυνάμεις.

Σε μια πρώτη επιφανειακή προσέγγιση του ζητήματος, η υιοθέτηση σκληρής ρητορικής από την ελληνική πλευρά και η άρνηση κάθε συμβιβασμού με όσες – ανεξαρτήτως προέλευσης – εταιρίες έχουν παρανομήσει, με τον οποιονδήποτε τρόπο, είναι απόδειξη της πρόθεσης της πολιτικής ηγεσίας του υπουργείου Εθνικής Άμυνας για «κάθαρση» στον «αμαρτωλό» χώρο των εξοπλισμών. Αυτό τουλάχιστον αντιλαμβάνεται ο απλός εξωτερικός παρατηρητής, ο μέσος Έλληνας πολίτης.

Τα πράγματα όμως, ως είθισται, είναι πιο πολύπλοκα και η πολιτική ηγεσία του υπουργείου οφείλει να λάβει υπόψη άλλες παραμέτρους, αλλά και να εξετάσει το παράδειγμα στον χειρισμό τέτοιων υποθέσεων από άλλες χώρες, μηδέ της Τουρκίας εξαιρουμένης, ένας χειρισμός που συμπεριλαμβάνει μεν και την καταγγελία σε υψηλούς τόνους, η οποία όμως εντάσσεται σε μια καλά σχεδιασμένη διαπραγματευτική στρατηγική που παράγει στο τέλος απτά αποτελέσματα.

Ο ίδιος ο υπουργός Εθνικής Άμυνας έχει αναφέρει, ότι μετά τη δήλωση προθέσεων εκ μέρους του, το υπουργείο προσέγγισαν εταιρίες του χώρου της αμυντικής βιομηχανίας που εκτέλεσαν εξοπλιστικά συμβόλαια στην Ελλάδα, ζητώντας να κινηθούν οι διαδικασίες διμερούς διαβούλευσης, ώστε να επέλθει συμβιβασμός ανάμεσα στις δυο πλευρές. Ο υπουργός, κατά δήλωσή του, απάντησε αρνητικά. Αυτό είναι το λάθος που οφείλει η πολιτική ηγεσία, μετά από συνεννόηση με τη στρατιωτική ηγεσία (που θα εξηγήσει τις δυνητικές επιπλοκές), να αναθεωρήσει.

Τα πράγματα είναι απλά. Επιλέγοντας η ελληνική πλευρά τη σύγκρουση, εκθέτει τις Ένοπλες Δυνάμεις σε έναν μεγάλο κίνδυνο, αυτόν της στέρησης κρίσιμων ανταλλακτικών κύριων οπλικών συστημάτων, απολύτως απαραίτητων για την επιχειρησιακή αξιοποίηση του υλικού, καθώς η πιθανότητα άτυπων αντιποίνων δεν μπορεί να αποκλειστεί, ενώ δεν θα μπορεί και να αποδειχθεί.

Τα προβλήματα είναι γνωστά στη στρατιωτική ηγεσία, όπως επίσης και το «ελληνικό δαιμόνιο» που έχει φέρει θεαματικά αποτελέσματα, αδιανόητα για πολλές ένοπλες δυνάμεις άλλων χωρών, με αποτέλεσμα, παρά την οικονομική στενότητα, υλικό που υπό φυσιολογικές συνθήκες θα ήταν ακινητοποιημένο να βρίσκεται σε πλήρη λειτουργική κατάσταση.

Αυτό που οφείλει να κατανοήσει η ελληνική πλευρά, με ευθύνη και της στρατιωτικής ηγεσίας να το εξηγήσει εγγράφως (scripta manent), είναι το ότι η ανθρώπινη παρέμβαση, όσο αποτελεσματική και να είναι, έχει ημερομηνία λήξης όταν πρόκειται για υλικό υπερσύγχρονης τεχνολογίας, όπου όλα τα συστήματα και τα υποσυστήματα ελέγχονται από λογισμικό στο οποίο δεν έχει πρόσβαση ο χρήστης.

Η ελληνική πλευρά, αφού πρώτα κλιμάκωσε – φραστικά – τη ρητορική της, θα έπρεπε να προσέλθει στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης «διερευνητικά», να ακούσει τις προθέσεις της πλευράς που ζητά το συμβιβασμό και σε δεύτερο χρόνο να καταθέσει τα αιτήματα-αντιπροτάσεις της.

Πολύ πρόσφατα, στην Τουρκία ξεσηκώθηκε σάλος από το υφυπουργείο Αμυντικής Βιομηχανίας (SSM) για τις καθυστερήσεις στο χρονοδιάγραμμα παραδόσεων του ευρωπαϊκού αεροσκάφους στρατηγικών μεταφορών A400M, απειλώντας σε υψηλούς τόνους με την επιβολή ρητρών. Μετά από ένα διάστημα, ανακοινώθηκε ότι η Τουρκία κατέληξε σε συμβιβασμό, όπου αντί για την καταβολή ρητρών, αποδέχθηκε να παραλάβει ένα σημαντικό ποσό σε ανταλλακτικά για την υποστήριξη των αεροσκαφών.

Και αυτό είναι ένα μόνο παράδειγμα τέτοιου χειρισμού από τουρκικής πλευράς. Το έχουν κάνει πολλές φορές, ορισμένες μάλιστα οδηγούμενοι σε υπερβολές, στο πλαίσιο του πασίγνωστου «ανατολίτικου παζαριού» το οποίο τόσο επιτυχημένα συχνά επιλέγουν και φέρουν σε πέρας, με άκρως επωφελή για τα συμφέροντά τους αποτελέσματα.

Την Ελλάδα, αυτή η πρακτική θα την αφορούσε ακόμα περισσότερο, καθώς ο χειρισμός των εξοπλιστικών προγραμμάτων ήταν διαχρονικά απαράδεκτος, αφού συνήθως στην κύρια σύμβαση δεν περιλαμβάνονταν επαρκείς – όταν δεν περιλάμβανε καθόλου – ποσότητες ανταλλακτικών σε τιμές μάλιστα που θα μπορούσαν να εξασφαλιστούν μόνο όταν η θέση μας ήταν ισχυρή, δηλαδή πριν την υπογραφή της σύμβασης. Διότι από τη στιγμή που προμηθευτείς το υλικό, είναι λογικό οι εταιρίες να περιμένουν «στη γωνία», αφού ο χρήστης είναι συνήθως μονοσήμαντα εξαρτημένος.

Κατά συνέπεια η προειδοποίηση είναι σαφέστατη, ότι σε περίπτωση που συνεχιστεί αυτή η τακτική σύγκρουσης και όχι η αξιοποίηση της δίκαιης – σε έναν βαθμό – ελληνικής οργής για τα θέματα διαφθοράς (υπό την έννοια ότι οι εκφραστές αυτής της οργής δεν είχαν γνώση και δεν ενεπλάκησαν στη διαπραγμάτευση και την υπογραφή των συγκεκριμένων συμβάσεων, στο πλαίσιο των οποίων προέκυψαν οι παρανομίες), είναι θέμα χρόνου προτού ανακύψουν σοβαρά προβλήματα στην εξασφάλιση ανταλλακτικών για σειρά εξαιρετικά κρίσιμων οπλικών συστημάτων των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων.

Όπως αναφέρθηκε στην εισαγωγή της παρούσας ανάλυσης, η απροθυμία αναζήτησης αμοιβαία αποδεκτού συμβιβασμού συνιστά πολιτική υποκρισία, με τους χαρακτηρισμούς να είναι περισσότερο βαρύτεροι, εάν η υπόθεση εξεταστεί από την οπτική γωνία των χωρών προέλευσης των εταιριών προμηθευτών των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων.

Ο λόγος είναι απλός. Όσο και να μη θέλει η χώρα να το παραδεχτεί, το πρόβλημα δεν το δημιούργησαν οι προμηθεύτριες εταιρίες, αλλά βρήκαν έτοιμο το – διεφθαρμένο κατά τα φαινόμενα – πλαίσιο δραστηριοποίησης στην ελληνική αγορά, το αποκαλούμενο στην καθομιλουμένη ως «σύστημα» και φρόντισαν να προσαρμοστούν για να πουλήσουν, καθώς από αυτό εξαρτιόταν ενίοτε, ακόμα και η επιβίωσή τους, οι θέσεις εργασίας κ.λπ. Εάν δεν το έκαναν αυτές, πάντα υπήρχε τουλάχιστον ένας πρόθυμος ανταγωνιστής να αρπάξει το χρυσοφόρο συμβόλαιο.

Με απλά και καθαρά λόγια, οι απατεώνες βρίσκονταν εντός Ελλάδος. Προσωπικά είναι εξαιρετικά δύσκολο να φανταστούμε έναν προμηθευτή να είναι διατεθειμένος να μοιράσει χρήμα, μειώνοντας το ποσοστό κέρδους του, εάν δεν υπάρξει παλάμη που θα απλωθεί και θα ζητήσει. Από το σημείο εκείνο άρχιζαν και τα «παιχνίδια» με τις υπεράκτιες εταιρίες και τους «χρηματοοικονομικούς συμβούλους».

Δεν αποκλείεται μάλιστα, αξιωματούχοι που δεν είχαν προσεγγιστεί, να φρόντιζαν να υποδείξουν-εκβιάσουν την προσέγγισή τους, μη βάζοντας για παράδειγμα μια απλή υπογραφή, η οποία όμως ήταν κρίσιμη για να ολοκληρωθεί νομότυπα η διαδικασία και να υπογραφή η σύμβαση.

Έχοντας αυτά υπόψη, είναι απόλυτα λογικό ο ουδέτερος παρατηρητής να καταλογίσει στην ελληνική πλευρά υποκρισία και πολιτική ιδιοτέλεια. Εάν η ελληνική πολιτική τάξη και η δημόσια διοίκηση επιθυμούν να αλλάξουν την εξαιρετικά δυσμενή εικόνα για τον τομέα των εξοπλισμών και να είναι αποτελεσματικοί, επ’ ωφελεία των αμυντικών ικανοτήτων της χώρας, να αποτελούν οι εξοπλισμοί τομέα της οικονομίας – «ατμομηχανή» οικονομικής ανάπτυξης, καθότι οι ειδικές συνθήκες ασφαλείας τους καθιστούν αναπόφευκτους, πρέπει να μάθουν να σκέφτονται με «όρους αγοράς».

Ποιος δεν θα χειροκροτούσε έναν υπουργό που μετά από σκληρή διαπραγμάτευση θα πρόσφερε στις Ένοπλες Δυνάμεις σημαντικό απόθεμα ανταλλακτικών ή οποιουδήποτε άλλου οικονομικού οφέλους για την κοινωνία, το οποίο εξ ορισμού θα συνιστούσε παραδοχή του μέρους της ενοχής που αφορά τους προμηθευτές μας; Την ίδια στιγμή, θα είχε αποτρέψει και το ενδεχόμενο αδιεξόδου, με τη χώρα να μην μπορεί να παραλάβει όσα χρειάζονται οι Ένοπλες Δυνάμεις.

Η ηγεσία του υπουργείου Εθνικής Άμυνας, της οποίας οι αγαθές προθέσεις δεν υπάρχει λόγος να αμφισβητηθούν, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, οφείλει να ξαναδεί το θέμα, να συμβουλευθεί τη στρατιωτική ηγεσία και να προβεί σε αναθεωρήσεις και τις απαραίτητες διορθώσεις στη στρατηγικής της. πηγη

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s