"Greek National Pride" blog / Κύπρος

Κυπριακό: τρεις ερμηνείες για τη νέα ελληνοκυπριακή στάση


Μετά την παταγώδη αποτυχία της Διάσκεψης του Κραν Μοντανά δεν προβλέπεται νέα πρωτοβουλία για επίλυση του Κυπριακού στο άμεσο μέλλον, δηλαδή εντός του 2017. Το μήνυμα από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ ήταν ότι χρειάζεται μία περίοδος περισυλλογής. Ας ξεκινήσουμε λοιπόν αυτή την περίοδο περισυλλογής με μια προσπάθεια να ερμηνεύσουμε, με όσο γίνεται πιο νηφάλιο τρόπο, την αλλαγή πλεύσης ή αλλαγή στρατηγικής της ελληνοκυπριακής ηγεσίας.

Υπάρχουν, κατά τη γνώμη μου, τρεις λογικές ερμηνείες. Μία πρώτη είναι ότι η απρόσμενη στροφή Αναστασιάδη (1) οφείλεται σε αναγκαίο ελιγμό ενόψει των προεδρικών εκλογών του Φεβρουαρίου του 2018 ή και (2) στον παράγοντα Ερντογάν, υπό την έννοια ότι οτιδήποτε και αν συμφωνούσαν οι δύο Κύπριοι ηγέτες μπορούσε να το τορπιλίσει, οπότε προς τι το αίσιο τέλος των συνομιλιών αν στο τέλος είναι καταδικασμένες να αποτύχουν λόγω Τουρκίας;

Προσωπικά θα ήθελα να ίσχυε αυτή η διπλή ερμηνεία, οπότε η στροφή των Ελληνοκυπρίων θα ήταν προσωρινή, αν και το κακό που έχει γίνει με την προσωρινή αυτή στροφή θα είναι πολύ δύσκολο να επουλωθεί, παρεκτός αν υπάρχει κρυφό understanding με τον Ακιντζί (που και εκείνος έχει να αντιμετωπίσει ισχυρό μέτωπο απορριπτικών και στην Αγκυρα και μεταξύ των Τουρκοκυπρίων) πράγμα, δυστυχώς, μάλλον απίθανο.

Μία δεύτερη κατηγορία ερμηνείας είναι ότι η Αθήνα, με πρωτεργάτη τον Νίκο Κοτζιά, έπεισε τον Νίκο Αναστασιάδη και τον Αλέξη Τσίπρα να αλλάξουν ρότα, με το σκεπτικό ότι μια σκληρή στρατηγική (μηδέν εγγυήσεις-μηδέν τουρκικός στρατός), μια στρατηγική, θα έλεγα, τύπου «κρημνοβασίας» (brinkmanship) α λα Μακάριος (που την είχε εφαρμόσει από το 1955 μέχρι το 1974 χωρίς επιτυχία), θα φέρει ευνοϊκά αποτελέσματα για την ελληνοκυπριακή πλευρά.

Δηλαδή ότι τώρα είναι η ευκαιρία «να στριμώξουμε» τον Ερντογάν, γιατί έχει γίνει αντιπαθέστατος διεθνώς ως σχεδόν δικτάτορας της χώρας του, δεν έχει φίλους και συμμάχους (ούτε καν τις ΗΠΑ, και βέβαια ούτε την Ε.Ε., με πρωταγωνιστές τη Γερμανία και τη Γαλλία) και από την άλλη υπάρχει και μεγάλος φίλος της Κυπριακής Δημοκρατίας, η Ρωσία του Πούτιν για να μας βοηθήσει.

Συνεπώς ο Ερντογάν θα αναγκαστεί -ή θα τον αναγκάσουν- να υποχωρήσει στο Κυπριακό και ίσως το κάνει, θέλοντας και μη, προκειμένου να περισώσει άλλα εθνικά θέματα, ακόμη πιο ζωτικά για την Τουρκία.

Ομως αμφιβάλλω ότι μία τέτοια στρατηγική κρημνοβασίας θα φέρει αποτέλεσμα, γιατί εκτός από άκρως επικίνδυνη, κινδυνεύοντας να οδηγήσει την επίλυση του Κυπριακού στον γκρεμό (στην οριστική διχοτόμηση και ούτε καν στο «βελούδινο διαζύγιο» με επιστροφή εδαφών), πάσχει και από κάτι άλλο θεμελιώδες: δεν λαμβάνει υπόψη τους φόβους και τις ανησυχίες της άλλης πλευράς, των Τουρκοκυπρίων, στο μελλοντικό επανενωμένο κράτος, που με ζωντανές τις μνήμες από τα δεινά που υπέστησαν κατά την περίοδο από τα Ματωμένα Χριστούγεννα του 1963 μέχρι τον Ιούνιο του 1974 από τον Μακάριο, τον Γρίβα, την ελληνική μεραρχία και την ΕΟΚΑ-Β, θέλουν εγγυήσεις, διαφορετικές μεν αλλά χαλύβδινες και -λίγους έστω- Τούρκους στρατιώτες, π.χ. ως μέρος μίας ειρηνευτικής δύναμης του ΟΗΕ.

Η τρίτη ερμηνεία μου για την αλλαγή πλεύσης είναι ότι πρόκειται για κάτι πολύ βαθύτερο και πιο ουσιαστικό: ότι ο λόγος για τη στροφή Αναστασιάδη είναι πως οι Ελληνοκύπριοι στην πλειοψηφία τους (τους υπολογίζω σήμερα στο 55-60%) δεν θέλουν την επανένωση, για την ακρίβεια δεν αποδέχονται μία επανένωση με τους Τουρκοκύπριους που θα είναι νομικά-πολιτικά ισότιμοι με αυτούς. Δεν την επιζητούν, κατά τη δική μου εκτίμηση, εδώ και ένα τέταρτο του αιώνα, από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 (στα τέλη της προεδρίας του Γιώργου Βασιλείου) μέχρι και σήμερα.

Το δε πληθυσμιακό ποσοστό του 80-20% δεν συμβάλλει στην κατανόηση του πόσο εκ των ων ουκ άνευ είναι η αποδοχή της ισότητας μεταξύ των δύο κοινοτήτων σε μία επανενωμένη διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία της Κύπρου. Το προφανές ελληνοκυπριακό ερώτημα είναι γιατί να είναι ίσα τα τέσσερα πέμπτα του πληθυσμού με το ένα πέμπτο;

Υπάρχει και ένα άλλο ζήτημα που αποτελεί τεράστιο εμπόδιο στην επανένωση: η υποτίμηση των Τουρκοκυπρίων από τους μισούς και πλέον Ελληνοκυπρίους. Για τους μισούς η υποτίμηση -ή και ακόμη και η περιφρόνηση- των Τουρκοκυπρίων είναι ολοφάνερη, για άλλους υπάρχει μια πατερναλιστική στάση. Οι δε Τουρκοκύπριοι εισπράττουν αυτήν την υποτίμηση ή και περιφρόνηση, με αποτέλεσμα να μουδιάζουν στην ιδέα της ένωσης. Γιατί να δεχτούν μία λύση που γι’ αυτούς μπορεί να αποβεί χειρότερη από την παρούσα κατάσταση;

* καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και συγγραφέας δύο βιβλίων για το Κυπριακό και την επίλυσή του  πηγη

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s