"Greek National Pride" blog

Γιατί αποδοχή της “προσφοράς” των γερμανικών α/φ “Eurofighter” Trance 1 θα ήταν ένα μεγάλο λάθος


Για όσους νεότερους δεν το γνωρίζουν, η Ελλάδα επρόκειτο να γίνει ο πρώτος εξαγωγικός χρήστης του Eurofighter. Στις 8 Μαρτίου του 2000 η τότε κυβέρνηση Κ. Σημίτη ανακοίνωσε την πρόθεσή της (κατά πολλούς δέσμευση, παρά το γεγονός ότι δεν είχε υπογραφεί κανένα συμβόλαιο ή συμφωνία) να προβεί στην προμήθεια 60 μαχητικών Eurofighter-Typhoon με προαίρεση (option) για 30 ακόμη. Στην πραγματικότητα επρόκειτο για υπόσχεση της κυβέρνησης Σημίτη στη Γερμανία η οποία πίεζε για το Eurofighter, ότι το μαχητικό αυτό θα ήταν το επόμενο που θα αποκτούσε η Πολεμική Αεροπορία.

Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν η ανακοίνωση αυτή είχε γίνει για να κατευνάσει τη διαρκώς αυξανόμενη γερμανική «επιθετικότητα» και στον χώρο της άμυνας. Δεν έχει λογική δεδομένου ότι ήδη είχε υπογραφεί η σύμβαση για τον εκσυγχρονισμό των 36 (39 αρχικά…) F-4E Phantom II των προγραμμάτων Peace Icarus I και ΙΙ της δεκαετίας του ’70, ενώ ακολούθησε (το 2000) και η υπογραφή της σύμβασης για τη ναυπήγηση τεσσάρων υποβρυχίων Type 214 και τον εκσυγχρονισμό τριών Type 209/1200.

Είναι αλήθεια ότι κάποιες από τις προμήθειες που έγιναν με «πολιτικά κριτήρια» αποδείχθηκαν οικονομικά και επιχειρησιακά επιζήμιες για τις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις.
Για τον μεν εκσυγχρονισμό των F-4E, άποψή μας είναι ότι δεν θα έπρεπε να υλοποιηθεί. Όχι γιατί ήδη το Phantom II μέτραγε 25 χρόνια υπηρεσίας στην Πολεμική Αεροπορία, αλλά γιατί είχε αποσυρθεί από τις ένοπλες δυνάμεις των ΗΠΑ και πολλών άλλων χωρών από το πρώτο μισό της δεκαετίας του ‘90.

Τα δε 315 εκατομμύρια δολάρια που δαπανήθηκαν για την υλοποίηση του προγράμματος αυτού θα μπορούσαν κάλλιστα να αποδοθούν στον εκσυγχρονισμό του συνόλου των Mirage 2000EG στο επίπεδο -5Mk.2… Και να μην είχαμε τα σημερινά θέματα… Ένας εκσυγχρονισμός ο οποίος, σύμφωνα με όσα υποστηρίζουν εργαζόμενοι της ΕΑΒ που δούλεψαν και στα δύο αεροσκάφη, ήταν ως τελικό προϊόν κλάσεις ανώτερος από τον αντίστοιχο των F-4E P.I.2000.

Στην περίπτωση των τελευταίων «παντρεύτηκαν» παλιές καλωδιώσεις με νέες και αντικαταστάθηκε φυσικά μέρος του εξοπλισμού των θαλάμων διακυβέρνησης… Αντίθετα, κατά τον εκσυγχρονισμό των 15 παλιών Mirage 2000EG αντικαταστάθηκαν όλες οι παλιές καλωδιώσεις, οι δύο γεννήτριες παραγωγής ρεύματος, και φυσικά ολόκληρο το πιλοτήριο.

Επιπρόσθετα όσα μαχητικά μετατράπηκαν σε -5Mk.2 απέκτησαν το νέο ολοκληρωμένο σύστημα αυτοπροστασίας και Η/Π τύπου ICMS 2000Mk.3. Υπενθυμίζουμε ότι τα F-4E AUP δεν απέκτησαν ποτέ σύστημα αυτοπροστασίας και Η/Π! Μισές δουλειές με άλλα λόγια…

Και φυσικά το ζήτημα που αντιμετωπίζουμε δεν περιορίζεται επιχειρησιακά σε αυτό μόνο το δεδομένο. Εκτείνεται και στο ότι πλέον είμαστε υποχρεωμένοι να αποσύρουμε και τα Mirage 2000EG/BG, αλλά και τα F-4E AUP. Δύναμη δύο ενισχυμένων Μοιρών δηλαδή…

Ευτυχώς η «υπόσχεση-δέσμευση», όπως θέλετε ονομάστε την, για την προμήθεια των 60+30 Eurofighter-Typhoon δεν υλοποιήθηκε ποτέ. Και λέμε «ευτυχώς» γιατί εκείνη την εποχή (πρώτο μισό της δεκαετίας του 2000) το μαχητικό αυτό, όπως και το Rafale άλλωστε, δεν είχε να προσφέρει κάτι περισσότερο από υπηρεσίες αέρος-αέρος στην Πολεμική Αεροπορία.

Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι από αυτή την άποψη η κυβέρνηση Κώστα Καραμανλή ορθώς έπραξε με την παραγγελία «έκπληξη» των 30 F-16C/D Block 52+ Advanced τον Ιούλιο του 2005. Δεν έπραξε βέβαια ορθώς από άλλη πλευρά… Θα μπορούσε κάλλιστα να ενισχύσει το στόλο των μαχητικών της Πολεμικής Αεροπορίας αγοράζοντας (ή προσπαθώντας τουλάχιστον να αγοράσει…) τα 29 F-16A/B MLU που είχε βγάλει τότε «στο σφυρί» η Ολλανδική Αεροπορία.

Το τίμημα ήταν τέσσερα μόλις εκατομμύρια ευρώ το κομμάτι, ο εξοπλισμός των αεροσκαφών ήταν στο επίπεδο του Block 52+ και οι τεχνικοί της Πολεμικής Αεροπορίας που τα είχαν δει από κοντά είχαν συντάξει μία ιδιαίτερα ευνοϊκή έκθεση.

Το μόνο ζήτημα που υπήρχε ήταν ότι όλα τα ολλανδικά αεροσκάφη προς πώληση είχαν υπόλοιπο από 750 έως 1250 περίπου ωρών πτήσης, καθώς χρειάζονταν δομική αναβάθμιση. Κάτι που με τη σειρά του θα διπλασίαζε το κόστος ανά μονάδα. Περί τα 8,5 με 9 εκατομμύρια ευρώ. Και πάλι βέβαια επρόκειτο για εξαιρετική προσφορά… που στερούνταν όμως το να ικανοποιήσει αυτά τα «πολιτικά κριτήρια» που προαναφέρθηκαν.

Η κυβέρνηση Καραμανλή επίσης θα μπορούσε, κατά την άποψή μας πάντα, να προχωρήσει παράλληλα στον εκσυγχρονισμό των Block 30 και -50, καθώς -επαναλαμβάνουμε- τα αεροσκάφη των δύο αυτών εκδόσεων δομικά βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο μετά από την υλοποίηση των προγραμμάτων Falcon Up και Falcon STAR στα Block 30.

Τέλος, θα μπορούσε άνετα να εκσυγχρονίσει το σύνολο των παλιών Mirage 2000EG… Στην ίδια τιμή με αυτή που εκσυγχρονίστηκαν τα πρώτα 15, δεδομένου ότι μέχρι και το τέλος του 2005 η option της σύμβασης του Αυγούστου του 2000 ήταν ακόμα ενεργή!

Οι αρνητικές εξελίξεις στο πρόγραμμα Eurofighter

Όλα τα παραπάνω τα υπενθυμίζουμε γιατί υποτίθεται ότι πρέπει να μαθαίνουμε από τα λάθη μας… Εκτός κι αν δεν πρόκειται βέβαια για «λάθη». Είναι θέμα των πολιτικών ηγεσιών οπωσδήποτε αυτό, όπως και των στρατιωτικών… Δικό μας καθήκον είναι να ενημερώνουμε με στοιχεία, αποδείξεις και φυσικά αξιοποιώντας αυτό που ονομάζουμε «κοινή λογική» και για κάποιο –ή κάποιους- λόγους απουσιάζει προκλητικά από την ελληνική πραγματικότητα. Τότε και τώρα.

Ας πάμε όμως ξανά στο Typhoon. Το οποίο στην αρχική του έκδοση (Tranche 1) προσφέρεται εδώ και αρκετό καιρό προς πώληση τόσο από τη Γερμανία, όσο και από την Ιταλία και την Ισπανία… ενδεικτικό. Συνολικά κατασκευάστηκαν 148 μονάδες της έκδοσης Tranche-1. 15 για την Αυστρία, 33 για τη Γερμανία, 28 για την Ιταλία, 19 για την Ισπανία και 53 για τη Βρετανία.

Από τις χώρες αυτές η Γερμανία αποφάσισε την αντικατάσταση τους, η Αυστρία έχει ανακοινώσει ότι τα αποσύρει το 2020, η Μεγάλη Βρετανία είχε σκεφτεί να τα αποσύρει, αλλά για οικονομικούς λόγους αποφάσισε να τα αξιοποιήσει σε συγκεκριμένο ρόλο, η Ιταλία βρίσκεται στη διαδικασία προσφοράς τους, μέσω της Leonardo, στη Βουλγαρία, ενώ η Ισπανία θα τα διατηρήσει σε υπηρεσία μέχρι το 2030, υλοποιώντας ένα δικό της πρόγραμμα αναβάθμισης, μετά τις αποτυχημένες απόπειρες πώλησης των μαχητικών της στη Λατινική Αμερική και συγκεκριμένα στη Χιλή.

Όλα αυτά χωρίς πολλά από τα μαχητικά αυτά να έχουν συμπληρώσει δεκαετία σε υπηρεσία! Όλοι οι χρήστες των Tranche 1 ανεξαιρέτως, δηλαδή ακόμη και η Αυστρία που είχε επιλέξει το JAS-39C/D Gripen και αναγκάστηκε κατόπιν γερμανικών πιέσεων να αγοράσει Eurofighter τα οποία προορίζονταν για τη Luftwaffe, θέλουν εδώ και αρκετά χρόνια να ξεφορτωθούν τα Tranche 1.

Σε άλλους ιστότοπους γίνεται λόγος για την αντιμετώπιση σημαντικών προβλημάτων αξιοπιστίας και κατ΄ επέκταση κατακόρυφη αύξηση του κόστους υποστήριξης. Δεν έχουμε λόγους να το αμφισβητούμε καθώς υπάρχουν παραπομπές σε γερμανικά δημοσιεύματα έγκυρων πηγών.

Πέρα από αυτό όμως, η πραγματικότητα είναι ότι και οι πέντε χώρες-χρήστες του τύπου απλά δεν μπορούν να αντέξουν το κόστος της διατήρησης ενός τύπου μαχητικού σε υπηρεσία (και μάλιστα δικινητήριου) ο οποίος δεν μπορεί παρά να καλύψει μόνο ρόλους αέρος-αέρος.

Ο συμβιβασμός της έναρξης της διαδικασίας παραγωγής του Eurofighter, χωρίς να έχει γίνει πιστοποίηση όπλων αέρος-εδάφους, επιβλήθηκε δεδομένου ότι έπρεπε η κοινοπραξία (Eurofighter GmbH) να προλάβει τον ανταγωνισμό.

Επειδή το Eurofighter-Typhoon κατ’ απαίτηση των Βρετανών που είχαν και τον πρώτο λόγο στο πρόγραμμα, λόγω του μεγαλύτερου ποσοστού συμμετοχής τους, είχε εξαρχής σχεδιαστεί αποκλειστικά και μόνο ως μαχητικό αεροπορικής υπεροχής (air superiority), έπρεπε να δαπανηθεί σημαντικός χρόνος και μεγάλα ποσά για την απόδοση και δυνατοτήτων αέρος-εδάφους…

Για λόγους καθαρά βιομηχανικούς επομένως, λόγω της σημαντικής εμπλοκής εταιριών και από τις τέσσερις χώρες-μέλη της κοινοπραξίας, το πρόγραμμα παραγωγής ξεκίνησε με δεδομένο τον περιορισμό των Tranche 1 σε ρόλους αέρος-αέρος μόνο. Προφανώς το κόστος έφερε πλέον τα πράγματα στο απροχώρητο για όλους τους χρήστες των Tranche 1…

Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι στα μέσα της περασμένης δεκαετίας το κόστος ανά ώρα πτήσης για το Eurofighter-Typhoon ξεπερνούσε τα 30.000 δολάρια τη στιγμή που το αντίστοιχο κόστος για το JAS-39C/D ανέρχονταν σε 4.100 μόλις δολάρια, σε 8.000 δολάρια για το F-16C/D Block 50, σε 9.500 δολάρια για το Mirage 2000, και σε 12.800 δολάρια για το F/A-18C/D Hornet!

Ο νοών νοείτω λοιπόν… Δεν υπάρχει κανένας -μα κανένας- λόγος να εξετάσουμε το ενδεχόμενο της αγοράς των συγκεκριμένων μαχητικών. Με οικονομικά τουλάχιστον κριτήρια, αλλά και με αυτά μιας χώρας που δεν έχει την πολυτέλεια να έχει έναν τύπο αεροσκάφους για έναν και μοναδικό ρόλο, μία και μοναδική δουλειά…

Πηγή

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s