"Greek National Pride" blog / ΓΑΛΛΙΑ / ΕΘΝΙΚΗΑΜΥΝΑ / ΕΛΛΑΔΑ

Υπογραφή αμυντικής συνθήκης με τη Γαλλία: Υπάρχει; Αν ναι σχετίζεται με αγορά φρεγατών;


Πριν λίγες ήμερες, στην εφημερίδα «Καθημερινή» δημοσιεύθηκε μια ανοιχτή επιστολή υπογεγραμμένη από γνωστές προσωπικότητες της χώρας μας -ακαδημαϊκούς, ανώτατους αξιωματικούς, διπλωμάτες- η οποία έχει ενδιαφέρον να αναλυθεί. Η επιστολή (το πλήρες κείμενο μπορείτε να διαβάσετε παρακάτω) τονίζει πως είναι ακατανόητο το ότι η Ελλάδα δεν υπέγραψε πριν μερικούς μήνες ένα Ελληνογαλλικό σύμφωνο με ρήτρα αμυντικής συνδρομής, ενώ για την επικείμενη αγορά φρεγατών, αναφέρεται πως η επιλογή τους, πέρα από τα αναγκαία επιχειρησιακά κριτήρια «…πρέπει να γίνει με συνεκτίμηση επίσης της στρατηγικής συμμαχίας που συνεπιφέρει για την αναχαίτιση και αποτροπή της Τουρκικής απειλής».

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΩΝ: ΑΓΟΡΑ ΦΡΕΓΑΤΩΝ ΜΕ ΡΗΤΡΑ ΑΜΥΝΤΙΚΗΣ ΣΥΝΔΡΟΜΗΣ (ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Αρχικά πρέπει να θέσουμε το ερώτημα: Γιατί η Γαλλία εμφανίζεται (όπως θέλουν οι δημοσιογραφικές αναφορές που κυκλοφόρησαν έντονα από τα τέλη του περυσινού καλοκαιριού) να προτείνει στην Ελλάδα μια τέτοια συμφωνία αμυντικής συνδρομής; Αν η απάντηση είναι πως η Γαλλία είναι πρόθυμη να υπερασπίσει την Ελλάδα έναντι της τουρκικής απειλής και επιθυμεί να το επισημοποιήσει με μια συμφωνία, αυτό εμφανίζεται παράδοξο. Γιατί η Γαλλία ήδη έχει όλο το νομικό πλαίσιο για να σταθεί δίπλα στην Ελλάδα, αν απαιτηθεί.  Το προβλέπει η «Συνθήκη Για την Ευρωπαϊκή Ένωση» (δηλαδή ένα από τα θεμελιώδη κείμενα της Ε.Ε.) που ενσωματώνει πλέον την παράγραφο 7 του άρθρου 42, η οποία λέει: «Σε περίπτωση κατά την οποία κράτος μέλος δεχθεί ένοπλη επίθεση στο έδαφός του, τα άλλα κράτη μέλη οφείλουν να του παράσχουν βοήθεια και συνδρομή με όλα τα μέσα που έχουν στη διάθεσή τους, σύμφωνα με το άρθρο 51 του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Αυτό δεν επηρεάζει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της πολιτικής ασφάλειας και άμυνας ορισμένων κρατών μελών».

Το συγκεκριμένο κείμενο, παρέχει στη Γαλλία πλήρες νομικό υπόβαθρο για να συνδράμει στρατιωτικά την Ελλάδα, εφόσον αυτή απειληθεί. Μάλιστα, επειδή το κείμενο είναι μέρος της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχει ιδιαίτερη βαρύτητα και υποχρεωτικότητα. Έτσι η Γαλλία δεν χρειάζεται ούτε να το υποκαταστήσει ούτε να το επεξηγήσει με νέα διμερή συμφωνία, τόσο λόγω της θεμελιακής του υφής ως συστατικό της Ε.Ε. του όσο και λόγω της γενικής-κατηγορηματικής του διατύπωσης.

Περαιτέρω η Γαλλία, δια στόματος Εμανουέλ Μακρόν, δήλωσε μόλις στις 24 Μαρτίου, παραμονή της εθνικής μας εορτής (σε συνέντευξη του Γάλλου Προέδρου στην ΕΡΤ) τα εξής: «Είμαι ένας από αυτούς που πιστεύουν ακράδαντα, ότι πρέπει πάντα να είμαστε στο πλευρό των Ευρωπαίων συμμάχων όταν δέχονται επίθεση στην κυριαρχία τους….άλλωστε αυτό έκανε η Γαλλία το καλοκαίρι του 2020.» Η Γαλλία άλλωστε ήταν πυλώνας στήριξης της Ελλάδας για την ένταξη μας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Ένωση, τη σημερινή Ε.Ε. Ενώ, από την εποχή του Ντε Γκωλ, στον Ζισκάρ ντ’ Εστέν, στον Φρανσουά Μιτεράν, στον Νικολά Σαρκοζί, παραμένει ως η κορυφαία φιλελληνική χώρα, κάτι που έχει εκφρασθεί και στον αμυντικό τομέα. Με προσφορά όπλων κορυφαίας τεχνολογίας και δυνατοτήτων, σε εποχές μάλιστα που άλλες συμμαχικές χώρες δεν αποδέσμευαν για εμάς ανάλογης ισχύος και επιδόσεων συστήματα.

Εμφανίζεται έτσι από πλευράς Γαλλίας, μια ιδιαίτερη και πολύχρονη αντίληψη γεωπολιτικής μας στήριξης (όχι βέβαια άκριτα και όχι χωρίς την δεδομένη παροχή συμβουλών και παροτρύνσεων όπως πάντα γίνεται σε μια ειλικρινή διμερή σχέση) έχοντας και θέση υπέρ της Κύπρου, όπου εκεί ειδικά είναι μια από τις ελάχιστες χώρες που την προμηθεύει με αμυντικά συστήματα. Θέση που ουσιαστικά είναι η κινητήρια κάθε γαλλικής συμπαράταξης με την Ελλάδα, και αποτελεί από μόνη της ζωτική για εμάς στήριξη ασφαλείας ανεξάρτητα ειδικών συμφωνιών. Οι οποίες βέβαια δεν είναι καθόλου λάθος ή «κακό» να εμφανιστούν ως συμπληρωματικές.

Εξαρτά η Γαλλία τη στήριξη της στην Ελλάδα από την αγορά φρεγατών;

Εδώ είναι αναγκαίο να διασαφηνίσουμε κάτι. Φυσικά η Γαλλία επιθυμεί να μας πουλήσει φρεγάτες και να αναλάβει όσα περισσότερα αμυντικά προγράμματα της Ελλάδος μπορεί. Είναι αυτονόητο, καθώς έτσι θα παράγει πλούτο, θέσεις εργασίας και δυνατότητες για νέες πωλήσεις ενώ θα απολαύσει την πρακτική συμπλήρωση μιας θερμής σχέσης με φίλη και σύμμαχο χώρα. Εξίσου αυτονόητα κάτι αντίστοιχο επιθυμεί και η Ελλάδα. Ιδανικά δηλαδή, και εμείς θέλουμε να «ψωνίζουμε» οπλικά συστήματα από μια φιλική όσο η Γαλλία χώρα, με την οποία άλλωστε υπάρχει μακρόχρονη συνεργασία στον αμυντικό τομέα, από την εποχή των παραγγελιών μαχητικών Mirage F1 και των αρμάτων μάχης AMX-30, στη δεκαετία του ΄70. Αυτά στα πρόσφατα χρόνια, πριν θυμηθούμε τις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις να πετούν τα πρώτα τους διπλάνα, Nieuport και Bleriot (όπως έκαναν στη δεκαετία του 1910 οι θρυλικοί Έλληνες αεροπόροι Ε. Αργυρόπουλος και Α. Καραμανλάκης), με τα γαλλικά όπλα να αποτελούν στιβαρή μερίδα των ελληνικών στον 1ο και 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Όμως επειδή η γεωπολιτική σύγκλιση Ελλάδος και Γαλλίας είναι μακρόχρονη και στηρίζεται σε αμοιβαία συμφέροντα, σε ιστορικές και πολιτισμικές καταβολές, σε πολιτικές συμμαχίες, σε κοινή διεθνή αντίληψη, διαθέτει και παράδοση και βάθος, καμία από τις δύο χώρες δεν την εξαρτά από μια αγορά 4 φρεγατών ή κάτι παρεμφερούς. Η τελευταία είναι σημαντική σε χρήμα, αλλά ιστορικά μια οικονομική συμφωνία δεν «παράγει» αμυντική και πολιτική σύγκλιση και μάλιστα τέτοιου μεγέθους που να φθάνει στην αμυντική συνδρομή. Το αντίθετο συμβαίνει, οι στενές και πολυδιάστατες γεωπολιτικές επαφές και συμμαχίες είναι που ανοίγουν το δρόμο και σε αμυντικές πωλήσεις. Κάτι που φάνηκε και μόλις το περασμένο καλοκαίρι, όταν Ελλάδα και Γαλλία, έχοντας ήδη την καλή σχέση, διεκπεραίωσαν ταχύτατα μεταξύ τους μια περίπλοκη προμήθεια μαχητικών Rafale. Με τη χώρα μας να εξασφαλίζει άμεση παράδοση ενός ποιοτικού όπλου και την Γαλλία να εξυπηρετεί -φυσικά και με το δικό της αναμενόμενο όφελος- ένα παραδοσιακό σύμμαχο.

Ακόμη, η Γαλλία δεν περίμενε διπλωματικά ανταλλάγματα από την Ελλάδα, όταν το καλοκαίρι έφερε μονάδες του Ναυτικού της στην Ανατολική Μεσόγειο σε μια σαφή επίδειξη ισχύος προς την Τουρκία. Ούτε είχε δεδομένες «υποσχετικές» για αγορά φρεγατών όταν καταδίκαζε την Τουρκία για την προκλητικότητα της, με σκληρή, μη διπλωματική γλώσσα. Πολύ απλά, η Γαλλία δεν έβαλε σε καμία παλάντζα τη συστράτευση της με την Ελλάδα, απέναντι στην, ήδη προκλητική για τη δική της εξωτερική πολιτική, Τουρκία.

Για να το πούμε πιο αδρά: Η Ελληνογαλλική σύγκλιση θα υπάρχει και αύριο, γιατί συμφέρει και τις δύο χώρες, είτε πάρουμε είτε δεν πάρουμε Belharra ή όποιο άλλο γαλλικό οπλικό σύστημα. Και θα έχει την ίδια ποιότητα και διάρκεια, χωρίς να εξαρτά καμία χώρα την αλληλοστήριξη, από μια συμπληρωματική, ή επεξηγηματική συνθήκη.

Τι μπορεί να ισχύει όμως με την αναφερόμενη πρόταση περί συμφωνίας αμυντικής συνδρομής; Τρεις εκδοχές υπάρχουν. Είτε πράγματι υπήρξε τέτοια πρόταση (αν και οι δικές μας πληροφορίες δεν το επιβεβαιώνουν) οπότε βεβαίως και αξίζει να προωθηθεί, χωρίς όμως να αποτελεί απαραίτητο προσάρτημα της μια ελληνική δέσμευση αγοράς συγκεκριμένων όπλων. Είτε η πρόταση δεν υπάρχει και αποτελεί έναν από τους αστικούς μύθους που κυκλοφορούν για τα αμυντικά μας, είτε είναι μια πρόωρα δημοσιοποιημένη και μπερδεμένη αποτύπωση κάποιων διπλωματικών διερευνήσεων.

Που προβληματιζόμαστε με την επιστολή, την οποία συζητάμε; Κυρίως εκεί που θεωρεί μια υπογραφή συμφωνίας  με τη Γαλλία με ρήτρα αμυντικής συνδρομής ως «αναγκαία» για την Ελληνική ασφάλεια, χαρακτηρίζοντας τη μάλιστα ως «εχέγγυο» της. Καθώς, όπως ήδη παραθέσαμε, αν υπάρχει τέτοια πρόθεση υπεράσπισης μας από τη Γαλλία, αυτή διαθέτει ήδη το απαραίτητο νομικό, ιστορικό και πολιτικό υπόβαθρο. Το οποιοδήποτε επιπρόσθετο κείμενο είναι καλοδεχούμενο, αλλά αν η Γαλλία, μια Μεγάλη Δύναμη, έχει τη θέληση και δυναμική να δράσει υπέρ μας προς αμοιβαίο κέρδος, θα το κάνει, είτε δεσμεύεται από μια διμερή συμφωνία είτε όχι. Αυτό άλλωστε λέει και η ιστορία των συγκρούσεων στον ευρωπαϊκό 20οαιώνα, που προέκυψαν όχι λόγω συμφωνιών αλλά λόγω γεωπολιτικών ανισορροπιών και εθνικιστικών/αναθεωρητικών φιλοδοξιών.

Φυσικά οι υπογράφοντες την ανοιχτή επιστολή για την οποία συζητάμε, αποτελούν μια ομάδα ιδιαίτερα έμπειρων περί τα διεθνή και τα αμυντικά προσωπικοτήτων, που εκφράζουν την αγωνία τους για το αμυντικό μέλλον της χώρας και την επιβίωση της. Και τονίζουν ορθά, πως είναι σημαντικό να ενισχύουμε τις συμμαχίες που ήδη υπάρχουν και μας στηρίζουν έμπρακτα. Αναγνωρίζοντας όμως πως πρωτεύον στην επιλογή νέων φρεγατών πρέπει να είναι το επιχειρησιακό κριτήριο. Και εφόσον ξεπεραστεί αυτός ο «σκόπελος», πράγματι ένας συνδυασμός με τη γενικότερη στρατηγική συμμαχιών της χώρας μας, θα έχει βαρύτητα ως κριτήριο στο επόμενο στάδιο αξιολόγησης.

Η πίεση χρόνου

Μια ακόμη παρατήρηση. Η επιστολή που σχολιάζουμε, ορθά προτρέπει για «τάχιστη επιλογή» νέων φρεγατών. Η μεγάλη μας ανάγκη είναι δεδομένη και αυτό επιβάλλει και τη γρήγορη διεκπεραίωση της σχετικής μελέτης και διαπραγμάτευσης. Επειδή όμως η αγορά νέων φρεγατών, μαζί με την αναβάθμιση των παλαιότερων, ουσιαστικά θα αποτελέσει τη «ραχοκοκαλιά» και την προοπτική του Στόλου μας για τα επόμενα 40 χρόνια, είναι σημαντικό να επιλέξουμε γρήγορα αλλά όχι βεβιασμένα. Καθώς αναζητάμε όχι απλά το «τρέχον ικανοποιητικό» αλλά εκείνο το οπλικό σύστημα που θα έχει προδιαγραφές για σχετικά απροβλημάτιστη απόδοση, θα εμπεριέχει προβλέψεις για μελλοντικές απειλές (που ήδη προδιαγράφονται από την τουρκική εξοπλιστική μανία), θα παραμένει το δυνατόν προσιτό για να μην εξαντλήσει περαιτέρω αμυντικές μας αγορές, ενώ θα διασφαλίζει τη δυνατότητα διεύρυνσης της παραγγελίας και με άλλες μονάδες/κλάσεις για το Ναυτικό μας με τις οποίες θα υπάρχει συμβατότητα. Μια δύσκολη εξίσωση δηλαδή, όπου η γαλλική συμμετοχή στην επίλυση της είναι κρίσιμη και επίσης πρέπει να είναι «ταχεία».

Σε κάθε περίπτωση όμως, παρά τον σχολιασμό μας στη συγκεκριμένη επιστολή επιφανών Ελλήνων, είναι αυτονόητο πως αναγνωρίζουμε τη σημαντικότητα της. Καθώς οι υπογράφοντες ως ειδήμονες, προσφέρουν θετικά στο δημόσιο διάλογο για τα αμυντικά μας, που χρειάζεται και περισσότερη πληροφορία και τέτοια αξιόπιστη παρέμβαση.

Γενικότερα τώρα, ξεφεύγοντας από την ενδιαφέρουσα επιστολή που αναφέραμε, και μιλώντας για τον κακής ποιότητας και έντονα «οπαδικό» δημόσιο διάλογο στην Ελλάδα, είναι διάχυτη σε αυτόν εδώ και δεκαετίες μια μίζερη θεώρηση των διεθνών ισορροπιών και των αμυντικών μας προμηθειών, μέσα από ένα πρίσμα ανατολίτικου παζαριού. Όπου υποτίθεται η χώρα μας, με τις περιορισμένες οικονομικές της δυνατότητες, επιχειρεί να διασφαλίσει πατρωνίες, ψωνίζοντας πλοία από «εκεί», μερικά αεροσκάφη από «εδώ» και μερικά άρματα από «δίπλα». Αυτή η ανάλυση υποτιμά τη στρατηγική μας αξία και τις ευρύτερες δυναμικές στην Ανατολική Μεσόγειο και στα Βαλκάνια, που ειδικά αυτή την εποχή με τον αναθεωρητισμό και το ριζοσπαστισμό της Τουρκίας μας δίνουν πόντους. Παρόλα αυτά, η αντίληψη της Ελλάδος ως «επαίτη συμμαχιών με λίγα ευρώ στο χέρι» είναι από μια πλευρά χαριτωμένη, γιατί εμπεριέχει την υπερβολή της απαξίωσης, αντίστοιχη -αλλά από την ανάποδη- ενός άλλου εγχώριου μυθεύματος υπερβολής: Εκείνης δηλαδή του Ελληνικού μεγαλοϊδεατισμού, που διαλαλεί ότι η Ελλάδα είναι το κέντρο του κόσμου, όπου όλοι μας οφείλουν και όλοι είναι υποχρεωμένοι να μας υπερασπίσουν. Μια εξίσου παράδοξη προσέγγιση της πραγματικότητας που πολλοί περιφέρουν, μιλώντας έως και για «ελληνικό DNA». Το οποίο ως τοτέμ επιτάσσει τη στήριξη μας από εγκόσμιες δυνάμεις, ενώ είναι δεδομένο πως ήδη έχουμε και την υπερβατική στήριξη…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s